Επικαρπία και Ψιλή Κυριότητα - ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ - Η επικαρπία στα ακίνητα (άρθρο 15 του Ν 2961/2001) - ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ - Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΣΤΟΝ ΨΙΛΟ ΚΥΡΙΟ (ΑΚ 1151).. Η μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας και η αλλαγή στο φορολογικό καθεστώς αυτής με το νόμο 3842/2010 Η επικαρπία είναι εμπράγματο δικαίωμα και αποτελεί μέρος της πλήρους κυριότητας. Το άλλο μέρος είναι η ψιλή κυριότητα που είναι και αυτή εμπράγματο δικαίωμα...ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΝΑΣΚΗΣΕΩΣ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ - Κατάσχεση & Πλειστηριασμός Επικαρπίας

ΣτΕ 2938/2014 Χαρακτηρισμός ως δασικής εκτάσεως εκτός σχεδίου - Ιδιοκτησία - Αρμοδιότητα - Σύνταγμα

Εισαγωγή

Η επικαρπία είναι εμπράγματο δικαίωμα και αποτελεί μέρος της πλήρους κυριότητας. Το άλλο μέρος είναι η ψιλή κυριότητα που είναι και αυτή εμπράγματο δικαίωμα...

Όποιος έχει το εμπράγματο δικαίωμα της πλήρους κυριότητας έχει απόλυτη εξουσία επί του ακινήτου. Η απόλυτη αυτή εξουσία του επιτρέπει να νέμεται και να εκμεταλλεύεται την ιδιοκτησία του άμεσα και καθολικά.
Η επικαρπία είναι μια προσωπική δουλεία. Στην επικαρπία ο επικαρπωτής μπορεί να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται την ξένη ιδιοκτησία, η οποία ανήκει στον ψιλό κύριο. Πρέπει, όμως, να διατηρήσει την ουσία του, δηλαδή να μην αλλοιώνει το σχήμα, τη μορφή, το μέγεθος κ.λπ. του ακινήτου χωρίς να ευθύνεται για τη φυσιολογική του φθορά (ΑΚ 1158 ). Αν βρεθεί όμως, θησαυρός στο ακίνητο, δεν θα εχει δικαίωμα ο επικαρπωτής επ' αυτού. Ο θησαυρός αυτός (κατα το ήμισυ) ανήκει στον ψιλό κύριο (ΑΚ 1151 ).
Στην ψιλή κυριότητα ο ψιλός κύριος στερείται (δηλαδή έχει αποψιλωθεί) τα πλεονεκτήματα της επικαρπίας. Ο ψιλός κύριος δεν μπορεί να καρπωθεί, να χρησιμοποιήσει, να εκμεταλλευθεί το ακίνητο. Οι δυνατότητες αυτές έρχονται στον ψιλό κύριο όταν θα αποκτήσει και την επικαρπία του ακινήτου (με το θάνατο του επικαρπωτή ή με τη μεταβίβαση της επικαρπίας με άλλη χαριστική ή επαχθή αιτία), (άρθρα 1142 και 1143 του ΑΚ ).
Μπορούμε να διαχωρίσουμε την επικαρπία από την πλήρη κυριότητα. Στην περίπτωση αυτή η ψιλή κυριότητα παραμένει στον πρώην πλήρη κύριο ο οποίος, μετά τον διαχωρισμό, θα λέγεται «ψιλός κύριος». Η μεταβίβαση της επικαρπίας γίνεται πάντα με συμβολαιογραφική πράξη.

1. Είδη επικαρπίας

• Διαδοχική Επικαρπία
Είναι η επικαρπία που μεταβιβάζεται από τον ένα στον άλλο με εντολή του μεταβιβάζοντος ή με διαθήκη του θανόντος. Στην περίπτωση αυτή κάθε δικαιούχος υπόκειται σε φόρο, κατα τον χρόνο που η επικαρπία περιέρχεται σε αυτόν.
Η επικαρπία αυτή μπορεί να εχει προκαθορισθεί για ορισμένο χρόνο για τον καθένα από τους δικαιούχους, για παράδειγμα :
– από 2005 έως το 2010 η επικαρπία θα ανήκει στον Α
– από 2010 έως το 2015 η επικαρπία θα περιέλθει στον Β
– από 2015 έως το 2020 η επικαρπία θα περιέλθει στον Γ
– μετά το 2020 η επικαρπία θα περιέλθει στον ψιλό κύριο.
Επικαρπία ορισμένου χρόνου
Είναι η μεταβίβαση της επικαρπίας για ορισμένο χρόνο σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή η αξία της επικαρπίας ευρίσκεται ως ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητος. Το ποσοστό αυτό θα είναι ίσο με το 1/20 για κάθε έτος διάρκειας της επικαρπίας. Μέρος του έτους λογίζεται ως ολόκληρο, ακέραιο έτος. Η αξία της επικαρπίας ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 8/10 (ή τα 16/20) της αξίας της πλήρους κυριότητος.
Επικαρπία αορίστου χρόνου (ή ισόβια)
Η επικαρπία αορίστου χρόνου μεταβιβάζεται με χαριστική πράξη (δηλαδή με δωρεά ή γονική παροχή), μπορεί όμως να μεταβιβαστεί και αιτία θανάτου.
Διαδοχική Ισόβιος Επικαρπία
Η επικαρπία αυτή συνιστάται αδιαίρετα υπέρ πολλών προσώπων και εξαρτάται από τη ζωή τους.
Στη διαδοχική επικαρπία κάθε δικαιούχος υπόκειται σε φόρο κατά τον χρόνο που η επικαρπία περιέρχεται σε αυτόν.
Το ποσοστό, για την ανεύρεση της αξίας της επικαρπίας ορίζεται κάθε φορά ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή κατά τον χρόνο που περιέρχεται σε αυτόν η επικαρπία.
Όταν πεθαίνει κάποιος από τους επικαρπωτές και παύσει η επικαρπία του, τότε το ποσοστό για τον υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας που θα μεταβιβασθεί στον επόμενο επικαρπωτή, όπως έχει ορισθεί, καθορίζεται με την ηλικία του μεγαλυτέρου από τους επικαρπωτές. Όταν πεθαίνει ο τελευταίος από τους επικαρπωτές, τότε το ποσοστό για τον υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας που θα μεταβιβασθεί στον ψιλό κύριο, ορίζεται με την ηλικία του νεότερου από τους επικαρπωτές.
Ο φόρος θα υπολογίζεται στο ποσό που προκύπτει παραπάνω για κάθε δικαιούχο ανάλογα με τον βαθμό συγγενείας του με τον διαθέτη.

2. Σύσταση επικαρπίας - Επιβάρυνση με ασφάλιστρα πυρός και λειτουργικά έξοδα ακινήτου

• Πώς συνιστάται η επικαρπία
Η επικαρπία συνιστάται επί ολοκλήρου του ακινήτου (ή και κινητού) πράγματος αλλά και στην συγκυριότητα επί της ιδανικής του μερίδος (ΑΚ 1142,1143 ,1144).
Τρόπος σύστασης της επικαρπίας
Η επικαρπία συνίσταται με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου ή με χρησικτησία τακτική ή έκτακτη.
• Ποιος επιβαρύνεται με τα ασφάλιστρα πυρός του ακινήτου
Ο επικαρπωτής συνάπτει τη σύμβαση ασφαλίσεως επ' ονόματί του, αλλά υπέρ τρίτου, δηλαδή υπέρ του ψιλού κυρίου (ΑΚ 1154 ). Η σύμβαση αυτη θα διαρκέσει και θα καλύψει όλο το χρονικό διάστημα της επικαρπίας.
• Ποιος επιβαρύνεται με τα λειτουργικά έξοδα του ακινήτου
Κατά τη διάρκεια της επικαρπίας, για τα δημόσια βάρη του ακινήτου π.χ. δημοτικούς φόρους, τέλη καθαριότητας επιβαρύνεται ο επικαρπωτής. Έκτακτα έξοδα, όπως εισφορά για τη ρυμοτομία, για υπόνομο κ.λπ., επιβαρύνουν τον ψιλό κύριο.

3. Φορολόγηση μεταβίβασης της επικαρπίας

Πώς φορολογείται το εισόδημα από την μεταβίβαση του δικαιώματος της επικαρπίας για ορισμένο χρόνο
Σε περίπτωση μεταβίβασης του δικαιώματος της επικαρπίας, φορολογείται ο πωλητής φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όταν μεταβιβάζει την επικαρπία για ορισμένο χρόνο σε ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα (άρθρο 21 παρ. 1 
περ. ε΄ Ν 2238/1994 ). Δεν αναφέρεται στο νόμο τι θα γίνει όταν η επικαρπία μεταβιβάζεται σε φυσικό πρόσωπο. Στην περίπτωση που φορολογείται ο μεταβιβάζων την επικαρπία για ορισμένο χρόνο, προκειμένου να γίνει αντιληπτό το θέμα της εφαρμοστέας βάσης υπολογισμού του φόρου ακολουθεί παράδειγμα:
Δεδομένα:
α. Χρονική διάρκεια της επικαρπίας
5 χρόνια
β. Αξία πλήρους κυριότητος του ακινήτου
150.000 €
γ. Συμφωνημένο αντάλλαγμα 5/20 χ 150.000 =
37.500 €
δ. Πραγματική αξία της επικαρπίας: 
8/10 της πλήρους κυριότητος χ 150.000 = 
(όπως προσδιορίζεται στο Ν 2961/2001 )

120.000 €
ε. το συμφωνημένο αντάλλαγμα δεν πρέπει να είναι μικρότερο από το 10% της πραγματικής αξίας της επικαρπίας (37.500 < 120.000)
Επομένως, το ετήσιο εισόδημα του μεταβιβάζοντος την επικαρπία για ορισμένο χρόνο ισούται με 120.000 / 5 = 24.000. Αυτό το εισόδημα θα δηλώνεται κάθε χρόνο και επί 5 συνεχή χρόνια.
• Η αξία της επικαρπίας
Η αξία της επικαρπίας που μεταβιβάζεται σε άλλο πρόσωπο εκτός του ψιλού κυρίου προσδιορίζεται ως ποσοστό επί της αξίας της πλήρους κυριότητος κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.
Αφετηρία για τον υπολογισμό αυτόν είναι η ηλικία του επικαρπωτή. Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία του επικαρπωτή, τόσο μικρότερη είναι η αξία της επικαρπίας.
Η αξία της επικαρπίας είναι ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητος με βάση την ηλικία του επικαρπωτή. Τό ποσοστο αυτό ορίζεται:
– Στα 8/10 αν  ο επικαρπωτής δεν έχει υπερβεί το 20ό έτος της ηλικίας του.
– Στα 7/10 αν  ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 20ό ετος της ηλικίας του.
– Στα 6/10 αν  ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 30ό ετος της ηλικίας του.
– Στα 5/10 αν  ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 40ό ετος της ηλικίας του.
– Στα 4/10 αν  ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 50ό ετος της ηλικίας του.
– Στα 3/10 αν  ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 60ό ετος της ηλικίας του.
– Στα 2/10 αν  ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 70ό ετος της ηλικίας του.
– Στο 1/10 αν  ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 80ό ετος της ηλικίας του.
• Μεταβίβαση επικαρπίας στον ψιλό κύριο με παραίτηση ή με σύμβαση
Εάν ο ψιλός κύριος είχε υπαχθεί σε φόρο για την ψιλή κυριότητα, τότε φορολογείται η αξία της πλήρους κυριότητας. Από την αξία της πλήρους κυριότητας αφαιρείται η αξία του ποσοστού της ψιλής κυριότητας, το οποίο είχε υπαχθεί σε φόρο, όταν αποκτήθηκε η ψιλή κυριότητα.
• Η διάρκεια της επικαρπίας μπορεί να εξαρτάται από την ζωή τρίτου προσώπου
Στην περίπτωση αυτή για να βρεθεί το ποσοστό και η αξία της επικαρπίας λαμβάνεται υπόψη η μεγαλύτερη ηλικία μεταξύ του επικαρπωτή και του τρίτου προσώπου.
• Θάνατος επικαρπωτή
Αν ο επικαρπωτής πεθάνει και έχει καταβληθεί φόρος μεγαλύτερος από τον φόρο που θα κατεβάλλετο, εάν η επικαρπία ήταν ορισμένου χρόνου, τότε θα γίνει νέα εκκαθάριση (ως ορίζεται στο άρθρο 100 του Ν 2961/2001 ).
• Δικαίωμα παραίτησης αιτία θανάτου επικαρπωτή
Ο αιτία θανάτου επικαρπωτής έχει δικαίωμα να παραιτηθεί υπέρ του (αιτία θανάτου) ψιλού κυρίου μέσα σε 6 μήνες από την επαγωγή της κληρονομιάς. Στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη η αξία της επικαρπίας για την επιβολή του φόρου. Ο ψιλός κύριος πρέπει να είναι το Δημόσιο, ο Δήμος, η Κοινότητα, Νομικό Πρόσωπο κοινωφελούς χαρακτήρα (άρθρο 1 ΑΝ 2039/1939 ). Η παραίτηση θα γίνει με μονομερή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου και κοινοποιείται με απόδειξη στον ψιλό κύριο μεσα στην ίδια εξάμηνη προθεσμία.
• Μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας σε άλλο πρόσωπο εκτός του ψιλού κυρίου
Αρχικά, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ' αρ. 323/2000 γνωμοδότησή του διατύπωσε την άποψη ότι είναι δυνατή η μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας από τον κύριο του ακινήτου σε τρίτο με οριστικό συμβόλαιο, χωρίς προηγούμενη σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας με οριστικό συμβόλαιο ή ιδιωτικό συμφωνητικό. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να μεταβιβασθεί για οριμένο χρόνο π.χ. για 7 χρόνια. Μετά το πέρας της χρονικής αυτής περιόδου, το δικαίωμα της ενάσκησης της επικαρπίας επιστρέφει στον επικαρπωτή αυτοδικαίως. Τη γνωμοδότηση αυτή εκανε δεκτή ο Υφυπουργός Οικονομικών, με την υπ' αρ. 1061087/1284/Α0012/Πολ. 1277/23 .11.2000 εγκύκλιό του.
Στην μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας, έχουμε αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα. Το ενοχικό δικαίωμα αυτό μπορεί να συμπίπτει με το περιεχόμενο της ίδιας της επικαρπίας, αλλά δεν επηρεάζεται από την έννοια της επικαρπίας.
• Η χρήση και η οίκηση
Όπως φορολογείται η μεταβίβαση της επικαρπίας, έτσι φορολογείται και η χρήση και η οίκηση.
Δεν φορολογείται όμως το ίδιο με τη μεταβίβαση της επικαρπίας και η χρήση από κοινου με τον κύριο ή η συνοίκηση με αυτόν. 

ΠΗΓΗ:http://epixeirisi.gr/actions/lemma/?item_id=4404529

 

επικαρπία και ψιλή κυριότητα

   Σήμερα θα πούμε λίγα λόγια, για το τι σημαίνει "επικαρπία", μία νομική έννοια, που οι περισσότεροι σίγουρα έχουν ακουστά και "πάει πακέτο" με την έννοια της "ψιλής κυριότητας" !
  Ξεκινάμε αντίστροφα, διότι εδώ υπάρχει σύγχυση : ψιλή και όχι ..ψηλή (ή υψηλή) κυριότητα, είναι η αποψιλωμένη κυριότητα-ιδιοκτησία, αυτή από την οποία, έχει αποχωριστεί η επικαρπία, είναι θέμα περιεχομένου και όχι ..ύψους.
   Η επικαρπία τώρα, είναι ένα περιορισμένο και μάλιστα προσωπικού χαρακτήρα, εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο παρέχει στον επικαρπωτή, την εξουσία να χρησιμοποιεί και να "καρπώνεται" τα οφέλη, από ένα πράγμα, κινητό ή ακίνητο !
   Συνήθως συνιστάται σε ακίνητα, με το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, την περίπτωση των γονιών, που μεταβιβάζουν την (ψιλή πλέον) κυριότητα ακινήτου, στα παιδιά τους και κρατάνε την επικαρπία, για τον εαυτό τους, από φόβο, μήπως τους πετάξουν έξω, στα γεράματα...
   Ο επικαρπωτής αστικού ή εμπορικού ακινήτου (διαμέρισμα, γραφείο, μαγαζί), μπορεί να το χρησιμοποιεί ο ίδιος ή να το μισθώνει και να εισπράττει το μίσθωμα, ωστόσο, όπως είπαμε, επικαρπία, μπορεί να συσταθεί και σε κινητό πράγμα, όπως π.χ αυτοκίνητο (ταξί, φορτηγό, ι.χ), ακόμα και σε μετοχές (οπότε ο επικαρπωτής εισπράττει τα μερίσματα).
    Σε όλες τις περιπτώσεις, το κοινό στοιχείο, είναι πως ο επικαρπωτής, παίρνει τα οφέλη, από ένα πράγμα, που όμως δεν του ανήκει, κατά κυριότητα, ανήκει στον ψιλό κύριο και έτσι δεν μπορεί να κάνει ό,τι και ο κύριος π.χ να το πουλήσει (ο ψιλός κύριος, μπορεί μάλιστα να περιορίσει έτι περαιτέρω τις εξουσίες του επικαρπωτή, να ορίσει π.χ ότι θα παίρνει το μισό ενοίκιο, όχι όλο κ.ο.κ) !
    Η επικαρπία συνιστάται με συμφωνία, συνήθως εν ζωή, οπότε απαιτείται συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή αυτής, αρμοδίως (υποθηκοφυλακείο, κτηματολόγιο), αν αφορά σε ακίνητο, είτε με διάταξη τελευταίας βουλήσεως (διαθήκη).
    Εδώ χρειάζεται προσοχή, διότι αν ο μακαρίτης έχει αφήσει σε κάποιους κληρονόμους, μόνο την επικαρπία και όχι πλήρη κυριότητα, μπορεί να θίγεται η νόμιμη μοίρα τους και να υπάρξει πρόβλημα !
     Η επικαρπία, όμως, μπορεί να αποκτηθεί ΚΑΙ με χρησικτησία, όπως ισχύει και με την κυριότητα : έτσι, αν κάποιος, μαζεύει επί 20 χρόνια τις ελιές, από ένα χωράφι, χωρίς εναντίωση, εκ μέρους του ιδιοκτήτη, μπορεί να επικαλεστεί απόκτηση επικαρπίας, με πρωτότυπο τρόπο.
     Το ΒΑΣΙΚΟ χαρακτηριστικό της επικαρπίας, είναι ότι, κατά κανόνα, λόγω του προσωπικού της χαρακτήρα (συνήθως, μεταξύ συζύγων ή συγγενών), είναι αμεταβίβαστη και παύει με το θάνατο του δικαιούχου (δεν κληρονομείται δηλαδή) και ΜΟΝΟ, αν έχει ρητά οριστεί, πως μπορεί να μεταβιβαστεί ή να κληρονομηθεί, ισχύει το αντίθετο !
     Ο προσωπικός της χαρακτήρας, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να κατασχεθεί, όπως ίσως νομίζουν κάποιοι : όπως όλα τα εμπράγματα δικαιώματα, μπορεί να κατασχεθεί και να βγει σε πλειστηριασμό..
     Εδώ όμως, χρειάζεται προσοχή τώρα, εκ μέρους του υπερθεματιστή, διότι αποκτάει το δικαίωμα, ως έχει, που σημαίνει ότι, αν δεν έχει συμφωνηθεί ως μεταβιβαστέα, η επικαρπία, ο αποκτών αυτήν σε πλειστηριασμό, θα την έχει, έως ότου πεθάνει ...ο προηγούμενος δικαιούχος-οφειλέτης, που την έχασε και μόνον αν είναι μεταβιβαστέα, θα την έχει, έως το δικό του θάνατο !
     Αυτά σε γενικές γραμμές, ο Νόμος, ρυθμίζει και αρκετά άλλα ζητήματα, όπως τι γίνεται, σε περίπτωση καταστροφής ή απαλλοτρίωσης του πράγματος, αν μπορεί και σε τι έκταση να κάνει παρεμβάσεις ο επικαρπωτής, στο πράγμα και ποια η τύχη τους, μετά τη λήξη της επικαρπίας, πότε παραγράφονται οι εκατέρωθεν αξιώσεις, μεταξύ επικαρπωτή και ψιλού κυρίου κλπ

 

 

Η μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας και η αλλαγή στο φορολογικό καθεστώς αυτής με το νόμο 3842/2010

Στο άρθρο 1166 ΑΚ αναφέρεται ότι «Η επικαρπία εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά είναι αµεταβίβαστη. Η άσκησή της µπορεί να µεταβιβασθεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας µε την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1164».
Το δικαίωµα ασκήσεως της επικαρπίας (άρθρο 1166 Α.Κ.) γίνεται γενικά δεκτό ότι έχει ενοχικό και όχι εµπράγµατο χαρακτήρα, ενώ είναι δυνατόν ακόµη και η άκυρη σύσταση πραγµατικής ή προσωπικής δουλείας να θεωρηθεί κατά µετατροπή ως έγκυρη παραχώρηση της εξουσίας ασκήσεως της επικαρπίας µε ενοχική µόνο ενέργεια (βλ. Μπαλή ο.π. παρ. 173 , Γεωργιάδη- Σταθόπουλο, Κατ’ άρθρο ερµηνεία Α.Κ. άρθρο 1166, Α.Π.698/70, ΝοΒ 19, 176, Γνωµ. Ν.Σ.Κ. 323/2000). Η ρύθμιση της υπόψη διάταξης προς το αμεταβίβαστο της επικαρπίας υποδηλώνει το στενό σύνδεσμο του δικαιώματος αυτής με το πρόσωπο του δικαιοδόχου επικαρπωτή. Η απαγόρευση της μεταβίβασης υπαγορεύεται από το ότι η επικαρπία συνιστά το επαχθέστερο για την κυριότητα βάρος.
Η µεταβίβαση του δικαιώµατος της ενάσκησης επικαρπίας
Η διάταξη της παρ. 2, κατά τροποποίηση της άνω αρχής περί αμεταβίβαστης επικαρπίας, καθιστά επιτρεπτή τη μεταβίβαση της ενάσκησης της επικαρπίας, η οποία έχει ενοχική απλώς ενέργεια. Η παραχώρηση της άσκησης της επικαρπίας σε άλλον δεν μεταβάλλει το δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος που εξακολουθεί να είναι ο επικαρπωτής και μόνο αυτός (Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1166, σελ. 71).
Μετά τη µεταβίβαση του δικαιώµατος άσκησης της επικαρπίας, δικαιούχος του εµπράγµατου δικαιώµατος της επικαρπίας εξακολουθεί να είναι ο µεταβιβάσας την άσκηση αυτής στον τρίτο ενώ ο τρίτος καθίσταται δικαιούχος µόνο του ενοχικού δικαιώµατος προς άσκηση αυτήςΈτσι από το δικαίωµα άσκησης επικαρπίας επί ακινήτου απορρέει η νοµιµοποίηση του ασκούντος τρίτου να εκµισθώνει το ακίνητο για δικό του λογαριασµό αλλά στο όνοµα του επικαρπωτή.
Αρχικά το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ” αρ. 323/2000 γνωμοδότησή του διατύπωσε την άποψη ότιείναι δυνατή η μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας από τον κύριο του ακινήτου σε τρίτο με οριστικό συμβόλαιο, χωρίς προηγούμενη σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας με οριστικό συμβόλαιο ή ιδιωτικό συμφωνητικό. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να μεταβιβασθεί για ορισμένο χρόνο π.χ. για 7 χρόνια. Μετά το πέρας της χρονικής αυτής περιόδου το δικαίωμα της ενάσκησης της επικαρπίας επιστρέφει στον επικαρπωτή αυτοδικαίως. Τη γνωμοδότηση αυτή έκανε δεκτή ο υφυπουργός Οικονομικών, με την υπ αρ. 1061087/1284/Α0012/ΠΟΛ.1277/23.11.2000 εγκύκλιό του.
Περαιτέρω σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 64/2001 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ «Σε περίπτωση μεταβίβασης επί μισθωμένου ακινήτου α) του δικαιώματος της επικαρπίας, ο αποκτών καθίσταται δικαιούχος των μισθωμάτων από της μεταγραφής του οικείου συμβολαίου, β) του ενοχικού δικαιώματος της άσκησης της επικαρπίας, ο προς ον η μεταβίβαση καθίσταται δικαιούχος των μισθωμάτων από της κατάρτισης του συμβολαίου, πλην αντίθετης συμφωνίας και γ) ότι παρά τη μεταβίβαση ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ., δύναται να φορολογήσει τα μισθώματα στο όνομα του μεταβιβάζοντος, εφόσον αποδείξει κατά τα ανωτέρω την εικονικότητα της μεταβίβασης. Για τη µεταβίβαση δε του δικαιώµατος ενάσκησης της επικαρπίας δεν απαιτείται ιδιαίτερος τύπος αφού είναι σύµβαση µε ενοχική µόνο ενέργεια και δεν απαιτείται εποµένως εγγραφή της παραχωρήσεως στο βιβλίο µεταγραφών και κατασχέσεων».
Απόρροια των ανωτέρω ήταν, σε φορολογικό επίπεδο, σε περίπτωση μεταβίβασης του ενοχικού δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας, σε φόρο να υπάγεται ο ενασκών το δικαίωμα της επικαρπίας. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 20 του ΚΦΕ οριζόταν ότι «Εισόδημα από ακίνητα είναι αυτό που προκύπτει κάθε οικονομικό ή κατά περίπτωση γεωργικό έτος, είτε από εκμίσθωση ή επίταξη ή έμμεσα από ιδιοκατοίκηση ή ιδιοχρησιμοποίηση ή από παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο χωρίς αντάλλαγμα μιας ή περισσοτέρων οικοδομών είτε από εκμίσθωση γαιών. Το εισόδημα αυτό αποκτάται από κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει νόμιμα μεταβιβασθεί με οριστικό συμβόλαιο ή έχει αποκτηθεί με δικαστική απόφαση, ή λόγω χρησικτησίας, το δικαίωμα πλήρους κυριότητας, ή νομής ή επικαρπίας ή οίκησης, καθώς και από πρόσωπο στο οποίο έχει μεταβιβαστεί με οριστικό συμβόλαιο το δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας κατά περίπτωση».
Με βάση, λοιπόν, τις πιο πάνω διατάξεις, σε περίπτωση μεταβίβασης με οριστικό συμβόλαιο του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας, υπόχρεος σε φόρο ήταν το πρόσωπο στο οποίο είχε μεταβιβαστεί αυτό το δικαίωμα. Οι διατάξεις αυτές ίσχυσαν ως 31.17.2009.
Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 επήλθαν αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς της μεταβίβασης ενάσκησης της επικαρπίας διότι στη νέα διάταξη δεν υπάρχει η φράση «…καθώς και από πρόσωπο στο οποίο έχει μεταβιβασθεί με οριστικό συμβόλαιο το δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας». Κατά συνέπεια, από την ισχύ (1.1.2010) της νέας διάταξης, στην περίπτωση που μεταβιβαστεί το δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας ακινήτου υπόχρεος σε φόρο είναι ο επικαρπωτής.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τον ως άνω Νόμο, καταργήθηκε η φορολογική απαλλαγή που αφορά τη μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας από χαριστική αιτία. Προέκυψε, έτσι, θέμα για την ακύρωση της μεταβίβασης του ενοχικού δικαιώματος της επικαρπίας και την επαναμεταβίβασή της ως εμπραγμάτου δικαιώματος.
Το ζήτημα αυτό έλυσε ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείου Θεσσαλονίκης με το υπ’ αρ. πρωτ.: 660/29-7-2011 έγγραφό του, αποφαινόμενος τα παρακάτω: Δεδομένου ότι από τον παραπάνω νόμο δεν προκύπτει η υποχρέωση ακύρωσης του αρχικού συμβολαίου μεταβίβασης ενάσκησης της επικαρπίας και η επαναμεταβίβασή της, ως εμπραγμάτου δικαιώματος, αρκεί η τροποποίηση του αρχικού συμβολαίου ως προς το αντικείμενο της σύμβασης, δηλαδή της μεταβίβασης του δικαιώματος της επικαρπίας από ενοχικό δικαίωμα σε εμπράγματο. Εννοείται βέβαια ότι μπορεί εναλλακτικά (απλά αυτή δεν είναι η αποκλειστική οδός) να ακολουθηθεί η οδός της ακύρωσης της μεταβίβασης του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας και της συνακόλουθης επαναμεταβίβασής της επικαρπίας ως εμπραγμάτου δικαιώματος.

ΑΝΑΛΥΣΗ: Η επικαρπία στα ακίνητα

Τι πρέπει να ξέρετε για την επικαρπία. Σε ποιες κατηγορίες διαχωρίζεται, πώς συνιστάται, ποιος επιβαρύνεται με τα λειτουργικά έξοδα του ακινήτου κατά τη διάρκειά της
Του ΟΡΕΣΤΗ ΕΜΜ. ΣΕΪΜΕΝΗ Φοροτεχνικός - Σύμβουλος Οικοδομικών Επιχειρήσεων - Συγγραφέας
επικαρπία
H επικαρπία είναι εμπράγματο δικαίωμα και αποτελεί μέρος της ΠΛΗΡΟΥΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΟΣ. Το άλλο μέρος της πλήρους κυριότητος είναι η ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΣ που είναι και αυτή εμπράγματο δικαίωμα
.
Οποιος έχει το εμπράγματο δικαίωμα της πλήρους κυριότητος υπάρχει απόλυτη εξουσία του προσώπου - κυρίου επί του ακινήτου. Η απόλυτη αυτή εξουσία τού επιτρέπει να νέμεται και να εκμεταλλεύεται την ιδιοκτησία του άμεσα και καθολικά.
Η επικαρπία είναι μια προσωπική δουλεία. Στην επικαρπία ο επικαρπωτής μπορεί να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται την ξένη ιδιοκτησία, η οποία ανήκει στον ψιλό κύριο. Πρέπει όμως να διατηρήσει την ουσία του, δηλαδή να μην αλλοιώνει το σχήμα, τη μορφή, το μέγεθος κ.λπ. του ακινήτου. Δεν ευθύνεται όμως για τη φυσιολογική φθορά του ακινήτου (Α.Κ. 1158). Αν ανευρεθεί όμως θησαυρός στο ακίνητο δεν θα έχει δικαίωμα ο επικαρπωτής επ' αυτού. Ο θησαυρός αυτός (κατά το ήμισυ) ανήκει στον ψιλό κύριο (Α.Κ.1151).
Στην ψιλή κυριότητα ο ψιλός κύριος στερείται (δηλαδή έχει αποψιλωθεί) τα πλεονεκτήματα της επικαρπίας. Ο ψιλός κύριος δεν μπορεί να καρπωθεί, να χρησιμοποιήσει, να εκμεταλλευθεί το ακίνητο. Η δυνατότητες αυτές έρχονται στον ψιλό κύριο όταν θα αποκτήσει και την επικαρπία του ακινήτου (με τον θάνατο του επικαρπωτή ή με τη μεταβίβαση της επικαρπίας με άλλη χαριστική ή επαχθή αιτία). (Αρθρα 1142 και 1143 του Α.Κ.)
Μπορούμε να διαχωρίσουμε την επικαρπία από την πλήρη κυριότητα. Στην περίπτωση αυτή η ψιλή κυριότης παραμένει στον πρώην πλήρη κύριο, ο οποίος, μετά τον διαχωρισμό, θα λέγεται «ψιλός κύριος». Η μεταβίβαση της επικαρπίας γίνεται πάντα με συμβολαιογραφική πράξη.
Είδη επικαρπίας
Διαδοχική Επικαρπία
Είναι η επικαρπία που μεταβιβάζεται από τον ένα στον άλλο με εντολή του μεταβιβάζοντος ή με διαθήκη του θανόντος. Στην περίπτωση αυτή κάθε δικαιούχος υπόκειται σε φόρο, κατά τον χρόνο που η επικαρπία περιέρχεται σε αυτόν. Η επικαρπία αυτή μπορεί να έχει προκαθορισθεί για ορισμένο χρόνο για τον καθένα από τους δικαιούχους, παράδειγμα:
Από το 2005 ώς το 2010 η επικαρπία θα ανήκει στον Α
Από το 2010 ώς το 2015 η επικαρπία θα περιέλθει στον Β
Από το 2015 ώς το 2020 η επικαρπία θα περιέλθει στον Γ
Μετά το 2020 η επικαρπία θα περιέλθει στον ψιλό κύριο
Επικαρπία ορισμένου χρόνου
Είναι η μεταβίβαση της επικαρπίας για ορισμένο χρόνο σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή η αξία της επικαρπίας ευρίσκεται ως ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητος. Το ποσοστό αυτό θα είναι ίσο με το 1/20 για κάθε έτος διαρκείας της επικαρπίας. Μέρος του έτους λογίζεται ως ολόκληρο, ακέραιο, έτος. Η αξία της επικαρπίας ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 8/10 (ή τα 16/20) της αξίας της πλήρους κυριότητος.
Επικαρπία Αορίστου Χρόνου (λέγεται και ισόβια)
Η επικαρπία αορίστου χρόνου μεταβιβάζεται είτε με χαριστική πράξη (δηλαδή με δωρεά ή γονική παροχή). Μεταβιβάζεται όμως και αιτία θανάτου.
Διαδοχική Ισόβιος Επικαρπία
Η επικαρπία αυτή συνιστάται αδιαίρετα υπέρ πολλών προσώπων και εξαρτάται από τη ζωή τους.
Στη διαδοχική επικαρπία κάθε δικαιούχος υπόκειται σε φόρο κατά το χρόνο που η επικαρπία περιέρχεται σε αυτόν. Το ποσοστό για την ανεύρεση της αξίας της επικαρπίας ορίζεται κάθε φορά ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, κατά το χρόνο που περιέρχεται σε αυτόν η επικαρπία. Οταν πεθαίνει κάποιος από τους επικαρπωτές και παύσει η επικαρπία του τότε το ποσοστό για τον υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας που θα μεταβιβασθεί στον επόμενο επικαρπωτή, όπως έχει ορισθεί, καθορίζεται με την ηλικία του μεγαλυτέρου από τους επικαρπωτές. Οταν πεθαίνει ο τελευταίος από τους επικαρπωτές τότε το ποσοστό για τον υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας που θα μεταβιβασθεί στον ψιλό κύριο, ορίζεται με την ηλικία του νεότερου από τους επικαρπωτές.
Ο φόρος θα υπολογίζεται στο ποσό που προκύπτει παραπάνω για κάθε δικαιούχο ανάλογα με τον βαθμό συγγενείας του με τον διαθέτη.
Πώς συνιστάται η επικαρπία
Η επικαρπία συνιστάται επί ολοκλήρου του ακινήτου (ή και κινητού) πράγματος αλλά και στη συγκυριότητα επί της ιδανικής του μερίδος. (Α.Κ. 1142,1143,1144)
Τρόπος σύστασης της επικαρπίας
Η επικαρπία συνιστάται με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, ή με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη.
Ποιος επιβαρύνεται με τα ασφάλιστρα πυρός του ακινήτου
Ο επικαρπωτής συνάπτει τη σύμβαση ασφαλίσεως επ' ονόματί του, αλλά υπέρ τρίτου, δηλαδή υπέρ του ψιλού κυρίου (Α.Κ. 1154), η σύμβαση αυτή θα διαρκέσει και θα καλύψει όλο το χρονικό διάστημα της επικαρπίας.
Ποιος επιβαρύνεται με τα λειτουργικά έξοδα του ακινήτου
Κατά τη διάρκεια της επικαρπίας τα δημόσια βάρη του ακινήτου επιβαρύνεται ο επικαρπωτής: δημοτικοί φόροι, τέλη καθαριότητος, κ.λπ. Εκτακτα έξοδα όπως εισφορά για τη ρυμοτομία, για υπόνομο κ.λπ. επιβαρύνουν τον ψιλό κύριο.
Πώς φορολογείται το εισόδημα από τη μεταβίβαση του δικαιώματος της επικαρπίας για ορισμένο χρόνο
Φορολογείται ο πωλητής φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην περίπτωση που μεταβιβάζει την επικαρπία για ορισμένο χρόνο σε ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα. (Αρθρο 21 Ν. 2238 § 1 περίπτ. ε). Δεν αναφέρεται στον νόμο τι θα γίνει όταν η επικαρπία μεταβιβάζεται σε φυσικό πρόσωπο. Στην περίπτωση που φορολογείται ο μεταβιβάζων την επικαρπία για ορισμένο χρόνο ποια θα είναι η βάση υπολογισμού του φόρου. Για να γίνει αντιληπτό το θέμα αυτό θα δούμε ένα παράδειγμα:
Δεδομένα:
α.
Χρονική διάρκεια της επικαρπίας 5 χρόνια
β. Αξία πλήρους κυριότητος του ακινήτου 150.000 K
γ. Συμφωνημένο αντάλλαγμα 5/20 x 150.000 = 37.500
δ. Πραγματική αξία της επικαρπίας: 8/10 της πλήρους κυριότητος x 150.000 = 120.000 (όπως προσδιορίζεται στον Ν. 2961)
ε. Το συμφωνημένο αντάλλαγμα δεν πρέπει να είναι μικρότερο από το 10% της πραγματικής αξίας της επικαρπίας (37.500 <120 .000="" font="">
Επομένως, το ετήσιο εισόδημα του μεταβιβάζοντος την επικαρπία για ορισμένο χρόνο = 120.000 / 5 = 24.000 Αυτό το εισόδημα θα δηλώνει κάθε χρονιά και επί 5 συνεχή χρόνια.
Η φορολόγηση της επικαρπίας
Η αξία της επικαρπίας ΠΟΥ ΜΕΤΑΒΙΒΑΖΕΤΑΙ ΣΕ ΑΛΛΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΨΙΛΟΥ ΚΥΡΙΟΥ προσδιορίζεται ως ποσοστό επί της αξίας της πλήρους κυριότητος κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.
Αφετηρία για τον υπολογισμό αυτόν είναι η ηλικία του επικαρπωτή. Οσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία του επικαρπωτή, τόσο μικρότερη είναι η αξία της επικαρπίας. Η αξία της επικαρπίας είναι ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητος με βάση την ηλικία του επικαρπωτή. Το ποσοστό αυτό ορίζεται:
Στα 8/10 αν ο επικαρπωτής δεν εχει υπερβεί το 20ό έτος της ηλικίας του.
Στα 7/10 αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 20ό ετος της ηλικίας του.
Στα 6/10 αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 30ό έτος της ηλικίας του.
Στα 5/10 αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 40ό έτος της ηλικίας του.
Στα 4/10 αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 50ό έτος της ηλικίας του.
Στα 3/10 αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του.
Στα 2/10 αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 70ό έτος της ηλικίας του.
Στο 1/10 αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 80ό έτος της ηλικίας του.
Μεταβίβαση επικαρπίας στον ψιλό κύριο με παραίτηση ή με σύμβαση
Εάν ο ψιλός κύριος είχε υπαχθεί σε φόρο για την ψιλή κυριότητα, τότε φορολογείται η αξία της πλήρους κυριότητος. Από την αξία της πλήρους κυριότητος αφαιρείται η αξία του ποσοστού της ψιλής κυριότητος το οποίο είχε υπαχθεί σε φόρο όταν απεκτήθη η ψιλή κυριότης.
Η διάρκεια της επικαρπίας μπορεί να εξαρτάται από τη ζωή τρίτου προσώπου
Στην περίπτωση αυτή για να βρεθεί το ποσοστό και η αξία της επικαρπίας λαμβάνεται υπόψη η μεγαλύτερη ηλικία μεταξύ του επικαρπωτή και του τρίτου προσώπου. Αν ο επικαρπωτής πεθάνει και έχει καταβληθεί φόρος μεγαλύτερος από τον φόρο που θα καταβαλλόταν εάν η επικαρπία ήταν ορισμένου χρόνου, τότε θα γίνει νέα εκκαθάριση. (Ως ορίζεται στο άρθρο 100 του ν. 2961)
Tο ευεργέτημα της επικαρπίας στην αντιπαροχή
Οταν ο επικαρπωτής γονέας πεθάνει, τότε η επικαρπία συναντά και συνενώνεται με την ψιλή κυριότητα. Η μεταβίβαση της επικαρπίας αιτία θανάτου του επικαρπωτή γονέα δεν φορολογείται. Αυτή η απαλλαγή από το φόρο είναι ένα κίνητρο για τη γονική παροχή και διευκολύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς
Ο αιτία θανάτου επικαρπωτής έχει δικαίωμα να παραιτηθεί υπέρ του (αιτία θανάτου) ψιλού κυρίου μέσα σε 6 μήνες από την επαγωγή της κληρονομιάς. Στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη η επιβολή του φόρου. Ο ψιλός κύριος πρέπει να είναι το Δημόσιο, ο Δήμος, η Κοινότητα, Νομικό Πρόσωπο κοινωφελούς χαρακτήρα. (Α.Ν. 2039/1939 άρθρο). Η παραίτηση θα γίνει με μονομερή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου και κοινοποιείται με απόδειξη στον ψιλό κύριο μέσα στην ίδια εξάμηνη προθεσμία.
Η μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας σε άλλο πρόσωπο εκτός του ψιλού κυρίου
Αρχικά το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ' αρ. 323/2000 γνωμοδότησή του διατύπωσε την άποψη ότι είναι δυνατή η μεταβίβαση του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας από τον κύριο του ακινήτου σε τρίτο με οριστικό συμβόλαιο, χωρίς προηγούμενη σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας με οριστικό συμβόλαιο ή ιδιωτικό συμφωνητικό. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να μεταβιβασθεί για οριμένο χρόνο π.χ. για 7 χρόνια. Μετά το πέρας της χρονικής αυτής περιόδου το δικαίωμα της ενάσκησης της επικαρπίας επιστρέφει στον επικαρπωτή αυτοδικαίως.
Τη γνωμοδότηση αυτή έκανε δεκτή ο υφυπουργός Οικονομικών, με την υπ αρ. 1061087/1284/Α0012/ΠΟΛ.1277/23.11.2000 εγκύκλιό του
Στη μεταβίβαση του διαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας, έχουμε αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα. Το ενοχικό δικαίωμα αυτό μπορεί να συμπίπτει με το περιεχόμενο της ίδιας της επικαρπίας, αλλά δεν επηρεάζεται (το ενοχικό δικαίωμα) από την έννοια της επικαρπίας.
Η χρήση και η οίκηση
Οπως φορολογείται η μεταβίβαση της επικαρπίας έτσι φορολογείται και η ΧΡΗΣΗ και η ΟΙΚΗΣΗ. Δεν φορολογείται όμως το ίδιο με τη μεταβίβαση της επικαρπίας και η χρήση από κοινού με τον κύριο ή η συνοίκηση με αυτόν.
Πηγή: Καθημερινή

Κατάσχεση & Πλειστηριασμός Επικαρπίας

Ερωτήματα:
1. Είναι δυνατή η κατάσχεση επικαρπίας ακινήτου;
2. Επιτρέπεται ο αναγκαστικός πλειστηριασμός επικαρπίας;

Ερώτημα 1ο:
Η επικαρπία ακινήτου αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου. Κατά τη γενική διάταξη της 992§1 Κ.Πολ.Δ. τα εμπράγματα επί ακινήτων δικαιώματα μπορούν να κατασχεθούν, εφαρμοζομένης της διαδικασίας κατάσχεσης ακινήτων (ή κατά το ορθότερον της κυριότητας επ’ αυτών). Εντούτοις, το γεγονός ότι στην 1166 ΑΚ ορίζεται το καταρχήν αμεταβίβαστο της επικαρπίας αποτέλεσε την αιτία στήριξης της απόψεως ότι αυτή είναι και ακατάσχετη. 1
Επιχειρήματα υπέρ του ακατασχέτου της επικαρπίας είναι τα ακόλουθα:
1. Γενικώς τα δικαιώματα που δεν μπορούν να μεταβιβασθούν δεν μπορούν και να κατασχεθούν. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η κατάσχεση συνήθως οδηγεί σε αναγκαστική εκποίηση του κατασχεθέντος, ήτοι σε μεταβίβαση αυτού. Επιτρεπομένης της κατάσχεσης θα ανατρεπόταν και η απαγόρευση μεταβίβασης, η οποία έχει προφανώς τεθεί από το νομοθέτη για κάποια εύλογη αιτία (πρωσοποπαγής χαρακτήρας δικαιώματος, δημόσιο συμφέρον, κ.λπ.). 2 Πάντως, πιστός στη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας διάθεσης των ιδιωτικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας των συμβάσεων ο νομοθέτης επέτρεψε στους συμβαλλομένους κατά τη σύσταση επικαρπίας να συμφωνήσουν ότι αυτή θα μπορεί να μεταβιβασθεί [1166§2 ΑΚ].
2. Ορίζοντας ο νομοθέτης ότι η επικαρπία δεν μεταβιβάζεται, απαγόρευσε και τη σύσταση οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος επ’ αυτής. Ωστόσο, ρητώς επέτρεψε την εγγραφή υποθήκης επί επικαρπίας ακινήτου [1259 ΑΚ] και, επομένως, την αναγκαστική εκποίησή της. Το γεγονός ότι ορίσθηκε σαφώς και με ειδική διάταξη η εγγραφή υποθήκης (και άρα δυνατότητα αναγκαστικής εκποίησης στην περίπτωση αυτή) φανερώνει την επιθυμία του νομοθέτη να εισαγάγει μία και μοναδική εξαίρεση στη γενική απαγόρευση μεταβίβασης. Αν επιθυμούσε την κάμψη του κανόνα και σε άλλες περιπτώσεις, θα ακολουθούσε την ίδια τακτική διατύπωσης σαφών εξαιρέσεων.
Ωστόσο, η ανωτέρω άποψη έχει βρεθεί αντιμέτωπη με ισχυρό αντίλογο. Η θεωρία κατά κόρον 3 και η νομολογία 4 όλο και περισσότερο τάσσονται υπέρ της δυνατότητας κατάσχεσης και, κατ’ επέκταση, αναγκαστικής εκποίησης της επικαρπίας. Στη θέση αυτή φθάνουν βάσει των ακόλουθων επιχειρημάτων:
1. Ψιλή κυριότητα και επικαρπία είναι αυτοτελή δικαιώματα.
2. «Καμία διάταξη δεν θεσπίζει το ακατάσχετο του δικαιώματος [της επικαρπίας] όπως επί μισθού (664§3 ΑΚ) ή ισοβίου προσόδου (843§2)», ΕΑ 7899/1993, Ελλ Δνη 1997, 1893.
3. Η απαγόρευση μεταβίβασης της επικαρπίας αποτελεί κανόνα ενδοτικού δικαίου, που σκοπεί στην προστασία του ψιλού κυρίου. 5 Είναι, λοιπόν, δυνατόν να συμφωνηθεί ότι η επικαρπία μπορεί να μεταβιβασθεί. Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται ανάγκη προστασίας του ψιλού κυρίου από μία ενδεχόμενη αλλαγή του προσώπου του επικαρπωτού, αφού ο ίδιος ο ψιλός κύριος επιτρέποντας τη μεταβίβαση έδειξε πως δεν προσβλέπει σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Ατονεί, συνεπώς, το προστατευόμενο από την 1166 εδ. 2 ΑΚ στοιχείο της εμπιστοσύνης στη σχέση μεταξύ ψιλού κυρίου και επικαρπωτού. Κατ’ επέκταση δεν συντρέχει και λόγος απαγόρευσης της κατάσχεσης. Υποστηρίζεται, λοιπόν, ότι η επικαρπία μπορεί να κατασχεθεί τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου μπορεί και να μεταβιβασθεί. 6

4. Η 1259 ΑΚ επιτρέπει την εγγραφή υποθήκης επί επικαρπίας. Ως ελέχθη, αυτό συνεπάγεται και τη δυνατότητα αναγκαστικής εκποίησης. Αν, όμως, η επικαρπία μπορεί να εκπλειστηριασθεί από τον ενυπόθηκο δανειστή, ποιος ο λόγος να μην μπορεί να εκπλειστηριασθεί και από τους λοιπούς δανειστές του επικαρπωτού; 7 Και στις δύο περιπτώσεις οι συνέπειες για τον ψιλό κύριο, υπέρ του οποίου έχει θεσπισθεί το αμεταβίβαστο, είναι ίδιες, καθώς το εμπράγματο δικαίωμα μεταβιβάζεται σε κάποιον τρίτο. Η αντίθετη άποψη εισάγει διάκριση μεταξύ των διαφόρων δανειστών του επικαρπωτού με μοναδικό κριτήριο το αν διαθέτουν τελεσίδικο απόφαση προς εγγραφή υποθήκης. 8
5. Ο εισηγητής του Η’ βιβλίου του Κ.Πολ.Δ «Περί Αναγκαστικής Εκτελέσεως (Εμμ. Μιχελάκης) υποστήριζε ότι «η υπό του ουσιαστικού δικαίου ρύθμισις της επικαρπίας και παραχωρήσεως είναι τοιαύτη, ώστε δεν αντίκειται προς αυτήν το δυνατόν της επιβολής κατασχέσεως προς ικανοποίησιν χρηματικών απαιτήσεων». 9 Η δεχόμενη τη δυνατότητα κατάσχεσης άποψη φαίνεται παγιωμένη στη σκέψη της Αναθεωρητικής Επιτροπής του Κ.Πολ.Δ. κατά την αντίκρουση της θέσης τριών μελών της ότι η κατάσχεση των προσωπικών δουλειών πρέπει να γίνεται όχι κατά τη διαδικασία κατάσχεσης ακινήτων, αλλά κατά τη διαδικασία κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων των 1022επ. Κ.Πολ.Δ. ή με την επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης (1034επ. Κ.Πολ.Δ.). 10

Μία τρίτη, «συμβιβαστική» άποψη υποστηρίζει τη δυνατότητα κατάσχεσης της επικαρπίας είτε αυτή έχει συμφωνηθεί μεταβιβαστή είτε όχι. Μόνο που στη δεύτερη περίπτωση αντικείμενο κατάσχεσης και αναγκαστικής εκποίησης είναι μόνο η άσκηση της επικαρπίας. 11
Ουσιαστικά, δηλαδή, αναχωρώντας από το αμεταβίβαστο της επικαρπίας και μην επιθυμώντας να το διασπάσει, δέχεται η άποψη αυτή τη δυνατότητα αποχωρισμού από αυτήν της οικονομικής της αξίας, των εξουσιών δηλαδή χρήσης και κάρπωσης, δίχως, όμως, να απεκδύει τον επικαρπωτή από το εμπράγματο δικαίωμά του. Ο τελευταίος παραμένει δικαιούχος της επικαρπίας, μη δυνάμενος πλεόν να την ασκεί. Ο δε υπερθεματιστής γίνεται δικαιούχος του άρτι δημιουργηθέντος ενοχικού δικαιώματος της ασκήσεως της επικαρπίας.
Δημιουργώνται, όμως, τα ακόλουθα προβλήματα:
1. Ο επισπεύδων δανειστής προσβλέπει σε ικανοποίηση εκ του ισχυρότατου εμπραγμάτου δικαιώματος του οφειλέτη-επικαρπωτού, καταλήγει, όμως, στα χέρια του το κατά πολύ ασθενέστερο ενοχικό δικαίωμα της άσκηση της επικαρπίας.
2. Η θεωρία αυτή προσδίδει στην κατάσχεση χαρακτήρα δημιουργικό, αφού με την πραγματοποίησή της γεννάται ένα νέο δικαίωμα, εκείνο της άσκησης της επικαρπίας. Η κατάσχεση, όμως, οδηγεί μόνο σε μεταβίβαση ήδη υπαρχόντων δικαιωμάτων, και πουθενά στο νόμο δεν ορίζεται ή υπονοείται ότι μπορεί να αποτελέσει και αιτία παραγωγής νέων δικαιωμάτων. 12
3. Ο αποκτών την άσκηση μόνον της επικαρπίας υπερθεματιστής είναι ευάλωτος έναντι ενδεχόμενης δόλιας συμπεριφοράς του επικαρπωτού. Ο τελευταίος παραμένει δικαιούχος του εμπραγμάτου δικαιώματος και φέρει τις σχετικές υποχρεώσεις έναντι του ψιλού κυρίου (υποχρέωση ασφάλειας, επιμελούς χρήσης). 13 Πιθανή διένεξη μεταξύ ψιλού κυρίου και επικαρπωτού θα έχει δυσμενείς συνέπειες και σε βάρος του υπερθεματιστού (το δικαίωμα του οποίου πηγάζει από εκείνο της επικαρπίας). 14

Περισσότερο βάσιμη είναι η συγγενής άποψη ότι η εκτέλεση σε βάρος επικαρπίας δεν χωρεί κατά τη διαδικασία κατάσχεσης και αναγκαστικού πλειστηριασμού πραγμάτων, αλλά κατά την διαδικασία κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων (1022επ. Κ.Πολ.Δ.) και τη θέση του δικαιώματος υπό αναγκαστική διαχείριση. 15 Η άποψη αυτή θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η οικονομική αξία της επικαρπίας έγκειται στις σε αυτή περιεχόμενες εξουσίες χρήσης και κάρπωσης του πράγματος. Με την αναγκαστική διαχείριση οι εξουσίες αυτές ασκούνται πλέον προς ικανοποίηση της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή. Η θέση αυτή οδηγεί σε ικανοποίηση του δανειστή του επικαρπωτού παρακάμπτοντας το σκόπελο της απαγόρευσης μεταβιβάσεως. Αν, μάλιστα, δεχθούμε ότι αντικείμενο της αναγκαστικής διαχείρισης είναι το ίδιο το εμπράγματο δικαίωμα και όχι απλά το ενοχικό της ασκήσεως της επικαρπίας, αποφεύγεται η ανεξήγητη νομικά δημιουργία νέου δικαιώματος εκ μόνης της κατασχέσεως. Αν και αρκετά πειστική η άποψη αυτή φαίνεται πως απεκρούσθη κατά τις νομοπαρασκευαστικές συζητήσεις επί του Κ.Πολ.Δ., παρά τη στήριξή της από τρία μέλη της επιτροπής. 16
Ανακεφαλαιώνοντας:
Ι. Η επικαρπία ακινήτου μπορεί να κατασχεθεί οπωσδήποτε από όποιον έχει εγγράψει υποθήκη επ’ αυτής (1259 ΑΚ).
ΙΙ. Δυνατή πρέπει να κριθεί και η κατάσχεση επικαρπίας της οποίας η μεταβίβαση επετράπη με σχετική συμφωνία κατά τη σύστασή της.
ΙΙΙ. Τείνει να κρατήσει η άποψη ότι και η αμεταβίβαστη επικαρπία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης από οποιονδήποτε δανειστή του επικαρπωτού.

Ερώτημα 2ο:
Η απάντηση στο ερώτημα του αν είναι δυνατός ο αναγκαστικός πλειστηριασμός επικαρπίας ακινήτου εξαρτάται από την απάντηση που θα δοθεί στο αν είναι δυνατή η κατάσχεση του δικαιώματος αυτού. Όπου είναι επιτρεπτή η κατάσχεση θα είναι επιτρεπτή και η αναγκαστική εκποίηση. Ο δε υπερθεματιστής αποκτά την επικαρπία ως είχε όταν βρισκόταν στα χέρια του καθ’ ου η κατάσχεση επικαρπωτού [1005 Κ.Πολ.Δ., ΕΠειρ. 1175/1990 Δνη 1992/412]. Αποκτά, δηλαδή, το εμπράγματο δικαίωμα και όχι μόνο τη δυνατότητα άσκησής του [περί ης κατωτέρω]. Επίσης, αποκτά την επικαρπία για όσο χρονικό διάστημα θα μπορούσε αυτή να διατηρηθεί στο πρόσωπο του αρχικού επικαρπωτού. 17

Nίκος Καλαμίτσης

Ερωτήματα:
1. Είναι δυνατή η κατάσχεση επικαρπίας ακινήτου;
2. Επιτρέπεται ο αναγκαστικός πλειστηριασμός επικαρπίας;
Ερώτημα 1ο:
Η επικαρπία ακινήτου αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου. Κατά τη γενική διάταξη της 992§1 Κ.Πολ.Δ. τα εμπράγματα επί ακινήτων δικαιώματα μπορούν να κατασχεθούν, εφαρμοζομένης της διαδικασίας κατάσχεσης ακινήτων (ή κατά το ορθότερον της κυριότητας επ’ αυτών). Εντούτοις, το γεγονός ότι στην 1166 ΑΚ ορίζεται το καταρχήν αμεταβίβαστο της επικαρπίας αποτέλεσε την αιτία στήριξης της απόψεως ότι αυτή είναι και ακατάσχετη. 18
Επιχειρήματα υπέρ του ακατασχέτου της επικαρπίας είναι τα ακόλουθα:
1. Γενικώς τα δικαιώματα που δεν μπορούν να μεταβιβασθούν δεν μπορούν και να κατασχεθούν. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η κατάσχεση συνήθως οδηγεί σε αναγκαστική εκποίηση του κατασχεθέντος, ήτοι σε μεταβίβαση αυτού. Επιτρεπομένης της κατάσχεσης θα ανατρεπόταν και η απαγόρευση μεταβίβασης, η οποία έχει προφανώς τεθεί από το νομοθέτη για κάποια εύλογη αιτία (πρωσοποπαγής χαρακτήρας δικαιώματος, δημόσιο συμφέρον, κ.λπ.). 19 Πάντως, πιστός στη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας διάθεσης των ιδιωτικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας των συμβάσεων ο νομοθέτης επέτρεψε στους συμβαλλομένους κατά τη σύσταση επικαρπίας να συμφωνήσουν ότι αυτή θα μπορεί να μεταβιβασθεί [1166§2 ΑΚ].
2. Ορίζοντας ο νομοθέτης ότι η επικαρπία δεν μεταβιβάζεται, απαγόρευσε και τη σύσταση οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος επ’ αυτής. Ωστόσο, ρητώς επέτρεψε την εγγραφή υποθήκης επί επικαρπίας ακινήτου [1259 ΑΚ] και, επομένως, την αναγκαστική εκποίησή της. Το γεγονός ότι ορίσθηκε σαφώς και με ειδική διάταξη η εγγραφή υποθήκης (και άρα δυνατότητα αναγκαστικής εκποίησης στην περίπτωση αυτή) φανερώνει την επιθυμία του νομοθέτη να εισαγάγει μία και μοναδική εξαίρεση στη γενική απαγόρευση μεταβίβασης. Αν επιθυμούσε την κάμψη του κανόνα και σε άλλες περιπτώσεις, θα ακολουθούσε την ίδια τακτική διατύπωσης σαφών εξαιρέσεων.
Ωστόσο, η ανωτέρω άποψη έχει βρεθεί αντιμέτωπη με ισχυρό αντίλογο. Η θεωρία κατά κόρον 20 και η νομολογία 21 όλο και περισσότερο τάσσονται υπέρ της δυνατότητας κατάσχεσης και, κατ’ επέκταση, αναγκαστικής εκποίησης της επικαρπίας. Στη θέση αυτή φθάνουν βάσει των ακόλουθων επιχειρημάτων:
1. Ψιλή κυριότητα και επικαρπία είναι αυτοτελή δικαιώματα.
2. «Καμία διάταξη δεν θεσπίζει το ακατάσχετο του δικαιώματος [της επικαρπίας] όπως επί μισθού (664§3 ΑΚ) ή ισοβίου προσόδου (843§2)», ΕΑ 7899/1993, Ελλ Δνη 1997, 1893.
3. Η απαγόρευση μεταβίβασης της επικαρπίας αποτελεί κανόνα ενδοτικού δικαίου, που σκοπεί στην προστασία του ψιλού κυρίου. 22 Είναι, λοιπόν, δυνατόν να συμφωνηθεί ότι η επικαρπία μπορεί να μεταβιβασθεί. Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται ανάγκη προστασίας του ψιλού κυρίου από μία ενδεχόμενη αλλαγή του προσώπου του επικαρπωτού, αφού ο ίδιος ο ψιλός κύριος επιτρέποντας τη μεταβίβαση έδειξε πως δεν προσβλέπει σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Ατονεί, συνεπώς, το προστατευόμενο από την 1166 εδ. 2 ΑΚ στοιχείο της εμπιστοσύνης στη σχέση μεταξύ ψιλού κυρίου και επικαρπωτού. Κατ’ επέκταση δεν συντρέχει και λόγος απαγόρευσης της κατάσχεσης. Υποστηρίζεται, λοιπόν, ότι η επικαρπία μπορεί να κατασχεθεί τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου μπορεί και να μεταβιβασθεί. 23
4. Η 1259 ΑΚ επιτρέπει την εγγραφή υποθήκης επί επικαρπίας. Ως ελέχθη, αυτό συνεπάγεται και τη δυνατότητα αναγκαστικής εκποίησης. Αν, όμως, η επικαρπία μπορεί να εκπλειστηριασθεί από τον ενυπόθηκο δανειστή, ποιος ο λόγος να μην μπορεί να εκπλειστηριασθεί και από τους λοιπούς δανειστές του επικαρπωτού; 24 Και στις δύο περιπτώσεις οι συνέπειες για τον ψιλό κύριο, υπέρ του οποίου έχει θεσπισθεί το αμεταβίβαστο, είναι ίδιες, καθώς το εμπράγματο δικαίωμα μεταβιβάζεται σε κάποιον τρίτο. Η αντίθετη άποψη εισάγει διάκριση μεταξύ των διαφόρων δανειστών του επικαρπωτού με μοναδικό κριτήριο το αν διαθέτουν τελεσίδικο απόφαση προς εγγραφή υποθήκης. 25
5. Ο εισηγητής του Η’ βιβλίου του Κ.Πολ.Δ «Περί Αναγκαστικής Εκτελέσεως (Εμμ. Μιχελάκης) υποστήριζε ότι «η υπό του ουσιαστικού δικαίου ρύθμισις της επικαρπίας και παραχωρήσεως είναι τοιαύτη, ώστε δεν αντίκειται προς αυτήν το δυνατόν της επιβολής κατασχέσεως προς ικανοποίησιν χρηματικών απαιτήσεων». 26 Η δεχόμενη τη δυνατότητα κατάσχεσης άποψη φαίνεται παγιωμένη στη σκέψη της Αναθεωρητικής Επιτροπής του Κ.Πολ.Δ. κατά την αντίκρουση της θέσης τριών μελών της ότι η κατάσχεση των προσωπικών δουλειών πρέπει να γίνεται όχι κατά τη διαδικασία κατάσχεσης ακινήτων, αλλά κατά τη διαδικασία κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων των 1022επ. Κ.Πολ.Δ. ή με την επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης (1034επ. Κ.Πολ.Δ.). 27
Μία τρίτη, «συμβιβαστική» άποψη υποστηρίζει τη δυνατότητα κατάσχεσης της επικαρπίας είτε αυτή έχει συμφωνηθεί μεταβιβαστή είτε όχι. Μόνο που στη δεύτερη περίπτωση αντικείμενο κατάσχεσης και αναγκαστικής εκποίησης είναι μόνο η άσκηση της επικαρπίας. 28
Ουσιαστικά, δηλαδή, αναχωρώντας από το αμεταβίβαστο της επικαρπίας και μην επιθυμώντας να το διασπάσει, δέχεται η άποψη αυτή τη δυνατότητα αποχωρισμού από αυτήν της οικονομικής της αξίας, των εξουσιών δηλαδή χρήσης και κάρπωσης, δίχως, όμως, να απεκδύει τον επικαρπωτή από το εμπράγματο δικαίωμά του. Ο τελευταίος παραμένει δικαιούχος της επικαρπίας, μη δυνάμενος πλεόν να την ασκεί. Ο δε υπερθεματιστής γίνεται δικαιούχος του άρτι δημιουργηθέντος ενοχικού δικαιώματος της ασκήσεως της επικαρπίας.
Δημιουργώνται, όμως, τα ακόλουθα προβλήματα:
1. Ο επισπεύδων δανειστής προσβλέπει σε ικανοποίηση εκ του ισχυρότατου εμπραγμάτου δικαιώματος του οφειλέτη-επικαρπωτού, καταλήγει, όμως, στα χέρια του το κατά πολύ ασθενέστερο ενοχικό δικαίωμα της άσκηση της επικαρπίας.
2. Η θεωρία αυτή προσδίδει στην κατάσχεση χαρακτήρα δημιουργικό, αφού με την πραγματοποίησή της γεννάται ένα νέο δικαίωμα, εκείνο της άσκησης της επικαρπίας. Η κατάσχεση, όμως, οδηγεί μόνο σε μεταβίβαση ήδη υπαρχόντων δικαιωμάτων, και πουθενά στο νόμο δεν ορίζεται ή υπονοείται ότι μπορεί να αποτελέσει και αιτία παραγωγής νέων δικαιωμάτων. 29
3. Ο αποκτών την άσκηση μόνον της επικαρπίας υπερθεματιστής είναι ευάλωτος έναντι ενδεχόμενης δόλιας συμπεριφοράς του επικαρπωτού. Ο τελευταίος παραμένει δικαιούχος του εμπραγμάτου δικαιώματος και φέρει τις σχετικές υποχρεώσεις έναντι του ψιλού κυρίου (υποχρέωση ασφάλειας, επιμελούς χρήσης). 30 Πιθανή διένεξη μεταξύ ψιλού κυρίου και επικαρπωτού θα έχει δυσμενείς συνέπειες και σε βάρος του υπερθεματιστού (το δικαίωμα του οποίου πηγάζει από εκείνο της επικαρπίας). 31
Περισσότερο βάσιμη είναι η συγγενής άποψη ότι η εκτέλεση σε βάρος επικαρπίας δεν χωρεί κατά τη διαδικασία κατάσχεσης και αναγκαστικού πλειστηριασμού πραγμάτων, αλλά κατά την διαδικασία κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων (1022επ. Κ.Πολ.Δ.) και τη θέση του δικαιώματος υπό αναγκαστική διαχείριση. 32 Η άποψη αυτή θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η οικονομική αξία της επικαρπίας έγκειται στις σε αυτή περιεχόμενες εξουσίες χρήσης και κάρπωσης του πράγματος. Με την αναγκαστική διαχείριση οι εξουσίες αυτές ασκούνται πλέον προς ικανοποίηση της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή. Η θέση αυτή οδηγεί σε ικανοποίηση του δανειστή του επικαρπωτού παρακάμπτοντας το σκόπελο της απαγόρευσης μεταβιβάσεως. Αν, μάλιστα, δεχθούμε ότι αντικείμενο της αναγκαστικής διαχείρισης είναι το ίδιο το εμπράγματο δικαίωμα και όχι απλά το ενοχικό της ασκήσεως της επικαρπίας, αποφεύγεται η ανεξήγητη νομικά δημιουργία νέου δικαιώματος εκ μόνης της κατασχέσεως. Αν και αρκετά πειστική η άποψη αυτή φαίνεται πως απεκρούσθη κατά τις νομοπαρασκευαστικές συζητήσεις επί του Κ.Πολ.Δ., παρά τη στήριξή της από τρία μέλη της επιτροπής. 33
Ανακεφαλαιώνοντας:
Ι. Η επικαρπία ακινήτου μπορεί να κατασχεθεί οπωσδήποτε από όποιον έχει εγγράψει υποθήκη επ’ αυτής (1259 ΑΚ).
ΙΙ. Δυνατή πρέπει να κριθεί και η κατάσχεση επικαρπίας της οποίας η μεταβίβαση επετράπη με σχετική συμφωνία κατά τη σύστασή της.
ΙΙΙ. Τείνει να κρατήσει η άποψη ότι και η αμεταβίβαστη επικαρπία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης από οποιονδήποτε δανειστή του επικαρπωτού.
Ερώτημα 2ο:
Η απάντηση στο ερώτημα του αν είναι δυνατός ο αναγκαστικός πλειστηριασμός επικαρπίας ακινήτου εξαρτάται από την απάντηση που θα δοθεί στο αν είναι δυνατή η κατάσχεση του δικαιώματος αυτού. Όπου είναι επιτρεπτή η κατάσχεση θα είναι επιτρεπτή και η αναγκαστική εκποίηση. Ο δε υπερθεματιστής αποκτά την επικαρπία ως είχε όταν βρισκόταν στα χέρια του καθ’ ου η κατάσχεση επικαρπωτού [1005 Κ.Πολ.Δ., ΕΠειρ. 1175/1990 Δνη 1992/412]. Αποκτά, δηλαδή, το εμπράγματο δικαίωμα και όχι μόνο τη δυνατότητα άσκησής του [περί ης κατωτέρω]. Επίσης, αποκτά την επικαρπία για όσο χρονικό διάστημα θα μπορούσε αυτή να διατηρηθεί στο πρόσωπο του αρχικού επικαρπωτού. 34
Nίκος Καλαμίτσης last updated 17.07.2013
_____________________________
  1. Βλ. Βαθρακοκοίλη Βασιλείου, Αναλυτική Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα, Γ’ Έκδοση, Αθήνα 1994, τ. 2, σ. 1668, [όμως ο ίδιος στο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα 1997, τ. 6, σ. 161επ., εκθέτει την αντίθετη άποψη), Ρούσσο σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1985, τ. 6, σ. 126, και ΠρΑθ. 14507/81 ΝοΒ 29, 1583, Γνμ ΕισΠρΜεσολ. 1/1974 Δνη 1975/531. Οι θιασώτες της άποψης αυτή δέχονται πάντως ότι το ενοχικό δικαίωμα της άσκησης της επικαρπίας μπορεί να κατασχεθεί (ως και τα περισσότερα ενοχικά δικαιώματα). [για την κατάσχεση του δικαιώματος άσκησης της επικαρπίας και τη διάκριση της από την κατάσχεση της ίδιας της επικαρπίας βλ. Μπρίνια Ιωάννη, Κατάσχεσις Επικαρπίας και Ψιλής Κυριότητος, στον Τόμο Προς Τιμήν Γ. Θ. Ράμμου, σ. 737επ., όπου και αποκρούεται η άποψη ότι ο υπερθεματιστής σε πλειστηριασμό της επικαρπίας αποκτά μόνο το ενοχικό δικαίωμα άσκησης αυτής και όχι το εμπράγματο της ίδιας επικαρπίας.] Τέλος, οι περισσότεροι συγγραφείς, αλλά και η νομολογία δέχονται ότι κατάσχεση της επικαρπίας χωρεί όταν με τη συστατική πράξη αυτής έχει συμφωνηθεί η δυνατότητα μεταβίβασης. Βλ. ΜΠΑθ. 20415/1997 ΝοΒ 2000, 64.
  2. Ειδικά στην περίπτωση της επικαρπίας η αιτία του ακατασχέτου αυτής είναι ο προσωποπαγής χαρακτήρας της. Το εμπράγματο αυτό δικαίωμα συνίσταται στον αποχωρισμό από την κυριότητα ευρύτατων εξουσιών. Πρόκειται, δηλαδή, για σημαντικό περιορισμό του δικαιώματος του κυρίου επί του πράγματος. Ο τελευταίος επιλέγει συνήθως να παραχωρήσει σε κάποιον άλλο την επικαρπία βάσει ορισμένης ιδιαίτερης σχέσης εύνοιας και εμπιστοσύνης που τους συνδέει. Προκειμένου να μην πληγεί η εμπιστοσύνη αυτή και να μην καταστεί ο περιορισμός της κυριότητος «βάναυσος» για τον ψιλό κύριο, εισήχθη η απαγόρεση μεταβιβάσεως της επικαρπίας από τον επικαρπωτή. Δυνατή είναι μόνο η μεταβίβαση της άσκησης της επικαρπίας για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω. Βλ. Βαβούσκου Κωνσταντίνου, Εγχειρίδιον Εμπραγμάτου Δικαίου, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, δ’ έκδοση, Θεσσαλονίκη-Αθήνα 1972, σ. 268επ.
  3. Βλ. Βαθρακοκοίλη Βασιλείου, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα 1997, τ. 6, σ. 161επ, Νικολόπουλου Γιώργου, Αναγαστική Εκτέλεση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 2002, σ.188, Γέσιου-Φαλτση Πελαγία, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη/ Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας,, 2001, τ. 2 , σ. 244επ., Μπρίνιας Ι., ο.π. υπ. 2, σ. 736επ., Βαβούσκου Κ., ο.π. υπ. 3, σ. 269.
  4. Βλ. ΕΑ 7899/1993 ΕλλΔνη 1997, 1893, ΕΑ 7567/1991 Δνη 1993, 641, ΕΠειρ. 1175/1990 Δνη 1992, σ. 412. ΕΚερκ. 64/2001 NOMOS 307465, ΔΕΠειρ. 1392/1999 Δδίκη 1999/1193.
  5. Βλ. ΔΕΠειρ. 1392/1999 Δδίκη 1999/1193
  6. Θα μπορούσε κάποιος να προχωρήσει παραπέρα, εκφράζοντας την άποψη ότι και μόνο το γεγονός ότι η 1166 ΑΚ δεν είναι διάταξη αναγκαστικού δικαίου, φανερώνει την πρόθεση του νομοθέτη να απαγορεύσει τη δίχως τη συγκατάθεση του ψιλού κυρίου μεταβίβαση της επικαρπίας μόνο εκεί όπου δεν συντρέχει αποχρών λόγος μεταβίβασης. Τέτοιος λόγος, όμως συντρέχει επί αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος δανειστή του επικαρπωτού
  7. Βλ. ΕΑ 7899/1993, Ελλ Δνη 1997, 1893, ΕΠειρ. 1175/1990 Δνη 1992, σ. 412, Γέσιου-Φαλτσή Π., ο.π. υπ. 4, σ. 245.
  8. Βλ. Μπρίνια Ι, ο.π. υπ. 2, σ. 741
  9. Βλ. Μπρίνια Ιωάννη, Αναγκαστική Εκτέλεσις, β’ έκδοση, Αθήνα 1982, τ. 4, σ. 1514, Γέσιου-Φαλτσή Π., ο.π. υπ. 4, σ. 245επ. σημ. 18.
  10. Βλ. Μπρίνια Ι., ο.π. υπ. 10, σ. 1514, Γέσιου-Φαλτσή Π., ο.π. υπ. 4, σ. 245επ. σημ. 18. 
  11. EA 8358/1991 NoB 1992, 287, και Κεραμέως- Κονδύλη- Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκα & Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα & Δίκαιο και Οικονομία/Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Κομοτηνή 2000, τ. 2, σ. 1930.
  12. Βλ. Μπρίνια Ι., ο.π. υπ. 2, σ. 739.
  13. Βλ. ο.π., σ. 739.
  14. Περαιτέρω, δόλια παραίτηση του επικαρπωτού θα οδηγούσε σε απόσβεση της επικαρπίας και άρα του δικαιώματος άσκησής της. Ακόμη και αν μία τέτοια παραίτηση κρινόταν άκυρη έναντι του κατασχόντος δανειστή (βλ. 997 Κ.Πολ.Δ.) ή γινόταν δεκτό πως ο ασκών πλεόν την επικαρπία υπερθεματιστής προστατεύεται από τις 1164, και 614επ. ΑΚ, οι προκαλούμενη αναστάτωση θα τους  επιβάρυνε αδικαιολογήτως (βλ. κατωτέρω)
  15. Βλ. ΕΑ 8358/1991 ΝοΒ 199, 287 και Κεραμέως- Κονδύλη- Νίκα, ο.π. υπ.12, τ. 2, σ. 1930.
  16. Βλ. Μπρίνια, ο.π. υπ. 10, σ. 737 υπ. 27, όπου παραθέτει τα υποστηριχθέντα από τους Αλ Βαμβέτσο, Γ. Μητσόπουλο και Θ. Λιβαθηνό: «η επικαρπία, [. . . ] είναι ακριβώς το δικαίωμα όπερ, ως εκ της φύσεώς του, δεν είναι δεκτικόν αποδοτικώς εν πλειστηριασμώ εκποιήσεως, μεταβληθησομένης εις καθαρόν παίγνιον (αφού ουδείς δύναται να γνωρίζει την διάρκειαν της ζωής του επικαρπωτού) και μόνον δι’ αναγκαστικής διαχειρίσεως δύναται να αγάγη εις ικανοποίησιν του δανειστού, χωρίς παράλογον ζημίαν του καθ’ ου η εκτέλεσις».
  17. Βλ. ΑΠ 280/2011 ΕφΑΔ 2011, 887 και ΧρΙΔ 2011, 590 και Δνη 2011, 763 – ΕφΑθ 820/2009 Δνη 2009/1476 και ΕφΑΔ 2010, 113. Όλα αυτά με την επιφύλαξη της αποδοχής της άποψης περί κατάσχεσης κατά τις 1022επ. Κ.Πολ.Δ..
  18. Βλ. Βαθρακοκοίλη Βασιλείου, Αναλυτική Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα, Γ’ Έκδοση, Αθήνα 1994, τ. 2, σ. 1668, [όμως ο ίδιος στο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα 1997, τ. 6, σ. 161επ., εκθέτει την αντίθετη άποψη), Ρούσσο σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1985, τ. 6, σ. 126, και ΠρΑθ. 14507/81 ΝοΒ 29, 1583, Γνμ ΕισΠρΜεσολ. 1/1974 Δνη 1975/531. Οι θιασώτες της άποψης αυτή δέχονται πάντως ότι το ενοχικό δικαίωμα της άσκησης της επικαρπίας μπορεί να κατασχεθεί (ως και τα περισσότερα ενοχικά δικαιώματα). [για την κατάσχεση του δικαιώματος άσκησης της επικαρπίας και τη διάκριση της από την κατάσχεση της ίδιας της επικαρπίας βλ. Μπρίνια Ιωάννη, Κατάσχεσις Επικαρπίας και Ψιλής Κυριότητος, στον Τόμο Προς Τιμήν Γ. Θ. Ράμμου, σ. 737επ., όπου και αποκρούεται η άποψη ότι ο υπερθεματιστής σε πλειστηριασμό της επικαρπίας αποκτά μόνο το ενοχικό δικαίωμα άσκησης αυτής και όχι το εμπράγματο της ίδιας επικαρπίας.] Τέλος, οι περισσότεροι συγγραφείς, αλλά και η νομολογία δέχονται ότι κατάσχεση της επικαρπίας χωρεί όταν με τη συστατική πράξη αυτής έχει συμφωνηθεί η δυνατότητα μεταβίβασης. Βλ. ΜΠΑθ. 20415/1997 ΝοΒ 2000, 64.
  19. Ειδικά στην περίπτωση της επικαρπίας η αιτία του ακατασχέτου αυτής είναι ο προσωποπαγής χαρακτήρας της. Το εμπράγματο αυτό δικαίωμα συνίσταται στον αποχωρισμό από την κυριότητα ευρύτατων εξουσιών. Πρόκειται, δηλαδή, για σημαντικό περιορισμό του δικαιώματος του κυρίου επί του πράγματος. Ο τελευταίος επιλέγει συνήθως να παραχωρήσει σε κάποιον άλλο την επικαρπία βάσει ορισμένης ιδιαίτερης σχέσης εύνοιας και εμπιστοσύνης που τους συνδέει. Προκειμένου να μην πληγεί η εμπιστοσύνη αυτή και να μην καταστεί ο περιορισμός της κυριότητος «βάναυσος» για τον ψιλό κύριο, εισήχθη η απαγόρεση μεταβιβάσεως της επικαρπίας από τον επικαρπωτή. Δυνατή είναι μόνο η μεταβίβαση της άσκησης της επικαρπίας για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω. Βλ. Βαβούσκου Κωνσταντίνου, Εγχειρίδιον Εμπραγμάτου Δικαίου, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, δ’ έκδοση, Θεσσαλονίκη-Αθήνα 1972, σ. 268επ.
  20. Βλ. Βαθρακοκοίλη Βασιλείου, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα 1997, τ. 6, σ. 161επ, Νικολόπουλου Γιώργου, Αναγαστική Εκτέλεση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 2002, σ.188, Γέσιου-Φαλτση Πελαγία, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη/ Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας,, 2001, τ. 2 , σ. 244επ., Μπρίνιας Ι., ο.π. υπ. 2, σ. 736επ., Βαβούσκου Κ., ο.π. υπ. 3, σ. 269.
  21. Βλ. ΕΑ 7899/1993 ΕλλΔνη 1997, 1893, ΕΑ 7567/1991 Δνη 1993, 641, ΕΠειρ. 1175/1990 Δνη 1992, σ. 412. ΕΚερκ. 64/2001 NOMOS 307465, ΔΕΠειρ. 1392/1999 Δδίκη 1999/1193.
  22. Βλ. ΔΕΠειρ. 1392/1999 Δδίκη 1999/1193
  23. Θα μπορούσε κάποιος να προχωρήσει παραπέρα, εκφράζοντας την άποψη ότι και μόνο το γεγονός ότι η 1166 ΑΚ δεν είναι διάταξη αναγκαστικού δικαίου, φανερώνει την πρόθεση του νομοθέτη να απαγορεύσει τη δίχως τη συγκατάθεση του ψιλού κυρίου μεταβίβαση της επικαρπίας μόνο εκεί όπου δεν συντρέχει αποχρών λόγος μεταβίβασης. Τέτοιος λόγος, όμως συντρέχει επί αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος δανειστή του επικαρπωτού
  24. Βλ. ΕΑ 7899/1993, Ελλ Δνη 1997, 1893, ΕΠειρ. 1175/1990 Δνη 1992, σ. 412, Γέσιου-Φαλτσή Π., ο.π. υπ. 4, σ. 245.
  25. Βλ. Μπρίνια Ι, ο.π. υπ. 2, σ. 741
  26. Βλ. Μπρίνια Ιωάννη, Αναγκαστική Εκτέλεσις, β’ έκδοση, Αθήνα 1982, τ. 4, σ. 1514, Γέσιου-Φαλτσή Π., ο.π. υπ. 4, σ. 245επ. σημ. 18.
  27. Βλ. Μπρίνια Ι., ο.π. υπ. 10, σ. 1514, Γέσιου-Φαλτσή Π., ο.π. υπ. 4, σ. 245επ. σημ. 18. 
  28. EA 8358/1991 NoB 1992, 287, και Κεραμέως- Κονδύλη- Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκα & Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα & Δίκαιο και Οικονομία/Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Κομοτηνή 2000, τ. 2, σ. 1930.
  29. Βλ. Μπρίνια Ι., ο.π. υπ. 2, σ. 739.
  30. Βλ. ο.π., σ. 739.
  31. Περαιτέρω, δόλια παραίτηση του επικαρπωτού θα οδηγούσε σε απόσβεση της επικαρπίας και άρα του δικαιώματος άσκησής της. Ακόμη και αν μία τέτοια παραίτηση κρινόταν άκυρη έναντι του κατασχόντος δανειστή (βλ. 997 Κ.Πολ.Δ.) ή γινόταν δεκτό πως ο ασκών πλεόν την επικαρπία υπερθεματιστής προστατεύεται από τις 1164, και 614επ. ΑΚ, οι προκαλούμενη αναστάτωση θα τους  επιβάρυνε αδικαιολογήτως (βλ. κατωτέρω)
  32. Βλ. ΕΑ 8358/1991 ΝοΒ 199, 287 και Κεραμέως- Κονδύλη- Νίκα, ο.π. υπ.12, τ. 2, σ. 1930.
  33. Βλ. Μπρίνια, ο.π. υπ. 10, σ. 737 υπ. 27, όπου παραθέτει τα υποστηριχθέντα από τους Αλ Βαμβέτσο, Γ. Μητσόπουλο και Θ. Λιβαθηνό: «η επικαρπία, [. . . ] είναι ακριβώς το δικαίωμα όπερ, ως εκ της φύσεώς του, δεν είναι δεκτικόν αποδοτικώς εν πλειστηριασμώ εκποιήσεως, μεταβληθησομένης εις καθαρόν παίγνιον (αφού ουδείς δύναται να γνωρίζει την διάρκειαν της ζωής του επικαρπωτού) και μόνον δι’ αναγκαστικής διαχειρίσεως δύναται να αγάγη εις ικανοποίησιν του δανειστού, χωρίς παράλογον ζημίαν του καθ’ ου η εκτέλεσις».
  34. Βλ. ΑΠ 280/2011 ΕφΑΔ 2011, 887 και ΧρΙΔ 2011, 590 και Δνη 2011, 763 – ΕφΑθ 820/2009 Δνη 2009/1476 και ΕφΑΔ 2010, 113. Όλα αυτά με την επιφύλαξη της αποδοχής της άποψης περί κατάσχεσης κατά τις 1022επ. Κ.Πολ.Δ..

ΑΡΙΘΜΟΣ : …………….
ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΝΑΣΚΗΣΕΩΣ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ



Στ…………………… σήμερα,  στις ……… του μηνός ……………….. του έτους δύο χιλιάδες ……..  ημέρα ………………..,  στο γραφείο μου στην οδό …………………… σε μένα τ…..  συμβολαιογράφο και κάτοικο  ………………… , που εδρεύω ενταύθα, εμφανίστηκαν οι μη εξαιρούμενοι  από το νόμο : αφ’ ενός ο  ..............................................................................................................................................................................................................................................................................................................και αφετέρου ………………………………………………………………………………… ……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………...……………………………
οι οποίοι ζήτησαν να συνταχθεί το παρόν και δήλωσαν, συμφώνησαν και αποδέχθηκαν τα ακόλουθα :

Ο αφ ενός συμβαλλόμενος ……………………………………. δήλωσε ότι έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα διαμέρισμα του …… (  )  πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας που ανεγέρθηκε σε οικόπεδο που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου ………………….. και στην οδό ……………………..αρ. …… , το οποίο έχει εμβαδόν μέτρα τετραγωνικά …………………………………(   τ.μ. ) .
Στη συνέχεια ο αφ’ ενός συμβαλλόμενος ………………………………. δήλωσε  ότι το ενοχικό δικαίωμα ενασκήσεως της επικαρπίας του παραπάνω περιγραφόμενου διαμερίσματος, μεταβιβάζει και παραδίνει προς την αφ’ ετέρου συμβαλλόμενη ……………………………… για χρονικό διάστημα ……….. (   )  ετών το οποίο αρχίζει από σήμερα ……………………………………………………......
και λήγει στις …………………………………………………………………………………
με όλα τα γενικά τα έπ’ αυτού δικαιώματα του και τις συναφείς αγωγές και ενστάσεις του ακόμη και εκείνες της προστασίας της νομής και της απόδοσης της χρήσης μισθωμένου ακινήτου, υποσχόμενος και εγγυώμενος την πιο πάνω οριζόντια ιδιοκτησία ελεύθερη και απαλλαγμένη από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, εκκίνηση από τρίτο πρόσωπο, απαίτηση από κληρονομιά ή άλλη αιτία, διεκδίκηση, κατάσχεση, μεσεγγύηση, φόρους, τέλη και εισφορές, δουλεία, ρυμοτομία, απαλλοτρίωση, προσκύρωση, ορθογωνισμό και αποζημίωση από τις αιτίες αυτές, αμφισβήτηση, διαφορά και κάθε άλλο νομικό ελάττωμα.
Δήλωσε ακόμη ο αφ’ ενός συμβαλλόμενος ότι αποξενώνεται από κάθε τίτλο και δικαίωμα σχετικό με την ενάσκηση του δικαιώματος της επικαρπίας στην πιο πάνω περιγραφόμενη ιδιοκτησία για χρονικό διάστημα …….. (   ) ετών και η προς την οποία η μεταβίβαση δικαιούται για το παραπάνω χρονικό διάστημα να έχει την άμεση χρήση, εκμετάλλευση και κάρπωση αυτής και να απολαμβάνει όλα τα εξ’ αυτής πάσης φύσεως ωφελήματα .
Η αφ’ ετέρου συμβαλλόμενη ……………………………………………………… δήλωσε ότι αποδέχεται την προς αυτήν μεταβίβαση και παραχώρηση του δικαιώματος της ενασκήσεως της επικαρπίας της παραπάνω περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας και για χρονικό διάστημα …… (  ) ετών από σήμερα και ότι αποδέχεται όλα τα παραπάνω .
Σε βεβαίωση όλων των παραπάνω συντάχθηκε το παρόν εις διπλούν και υπογράφεται από τους συμβαλλόμενους , έλαβε δε καθένας απ’ αυτούς από ένα πρωτότυπο .

ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ



 

Σχόλια