ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ - ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ) ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΑΜΟΙΒΗ - ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΟΣΒΕΣΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣΠΟΤΑ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙΑΠΡΑΤΗΡΙΑ ΒΕΝΖΙΝΗΣ-ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΗΤα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων/διανομέων όταν καταγγέλλονται οι συμβάσειςTα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων και διανομέωνΤα δικαιώματα του εμπορικού αντιπροσώπου / αποκλειστικού διανομέα


Διαδικασία αλλαγής επωνύμου  Η αλλαγή του επωνύμου γίνεται με διοικητική πράξη (απόφαση του Δημάρχου του Δήμου στον οποίο είναι εγγεγραμμένος ή υπάγεται ο αιτούμενος). Αρμόδια Υπηρεσία είναι το Τμήμα Δημοτικής και Αστικής Κατάστασης. Η αποδοχή της αίτησης αλλαγής επωνύμου είναι στη διακριτική ευχέρεια της παραπάνω αρχής 
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ) ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
 Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά για μία ορισμένη....
περιοχή στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στην συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής τη μέριμνα, για ορισμένη εδαφική περιοχή, των υποθέσεων του, η οποία συνίσταται στην διαπραγμάτευση και σύναψη συμβάσεων πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Ωστόσο αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο δε εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.
 Στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής θα πρέπει ο διανομέας να προσέξει ώστε να κατοχυρωθούν τα δικαιώματά του όπως πχ η ρήτρα αποκλειστικότητας που του εξασφαλίζει το αποκλειστικό δικαίωμα να πωλεί προϊόντα σε μια περιοχή αλλά και η καταγγελία της σύμβασης  μόνο για σπουδαίο λόγο.
Απαιτείται λοιπόν κατά την σύναψη της σύμβασης αλλά και την λειτουργία αυτής ο διανομέας να έχει σοβαρή και συνεπή νομική υποστήριξη ώστε να είναι σε θέση να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του καθώς η κατ΄ εξακολούθηση αδράνεια στην υποστήριξη αυτών μπορεί να αποτελεί σιωπηρή αποδοχή της παραβίασής τους ήτοι σιωπηρή τροποποίηση της σύμβασης διανομής ή αποδυνάμωση δικαιώματος.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΑΜΟΙΒΗ - ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕ
υποχρεωτική η αμοιβή - προμήθεια στον εμπορικό αντιπρόσωπο γιά κάθε συναλλαγή που έγινε εντός της περιοχής του ακόμα και αν αυτός δεν μεσολάβησε
Πολλές φορές τυχαίνει ο αντιπροσωπευόμενος να ασκεί έμμεσο ανταγωνισμό στον αντιπρόσωπό του ή στον αποκλειστικό διανομέα του προβαίνοντας ο ίδιος σε συναλλαγές και συμφωνίες μέσα στον γεωγραφικό τομέα που του έχει εκχωρήσει αρνούμενος να του καταβάλλει προμήθεια.
Όμως αυτό είναι παράνομο. Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι δικαιούνται προμήθεια και αμοιβή  για κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται στην περιοχή όπου δρα­στηριοποιούνται, ανεξάρτητα εάν έχουν κλείσει οι ίδιοι την συμφωνία με τον πελάτη.
Αυτή η νομοθετική πρόβλεψη είναι απόροια απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου με αφορ­μή προδικαστικά ερωτήματα που απέστειλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Και όχι μόνο αυτό αλλά εαν μια επιχείρηση που είναι πελάτης έχει θυγατρικές εταιρείες ή αν ένας πελάτης διευθύνει ποικίλες επιχειρήσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η θυ­γατρική ή η επιχείρηση η οποία προέβη στην παραγγελία, ανε­ξαρτήτως σε ποια παραδόθη­καν εμπορεύματα ή προσφέρ­θηκαν οι υπηρεσίες.
Συγκεκριμένα το Ευρωπαικό Δικαστήριο έκρινε ότι : “Όταν η επιχείρηση ασκεί επαγγελματική δραστηριότη­τα σε διάφορους τόπους ή όταν ο αντιπρόσωπος ασκεί τη δραστηριότητά του σε πολλές περιοχές, πρέπει να λαμβάνε­ται υπόψη ο τόπος όπου έλα­βαν ή έπρεπε κατά το σύνη­θες να λάβουν χώρα οι δια­πραγματεύσεις με τον αντιπρόσωπο, ο τόπος όπου παρα­δόθηκε το εμπόρευμα, καθώς και ο τόπος όπου βρίσκεται η επιχείρηση η οποία έκανε την παραγγελία” .
Κατά συνέπεια στις ως άνω περιπτώσεις ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαούται να απαιτήσει την αναλογούσα προμήθεια και αν αυτή δεν του αποδωθεί να προσφύγει στο Δικαστήριο.
ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΟΣΒΕΣΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ     
Σύμφωνα με απόφαση του Αρείου Πάγου, του 2010 διαφυγόν κέρδος είναι που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Όταν επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων, λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε, με πιθανότητα, από την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα, το αιτούμενο ποσό, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, γιατί ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν δαπάνης που εξοικονομήθηκε, μπορεί να γίνει, βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και το πρώτον από το Εφετείο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης (Ολομ. Α.Π 22/1995).
Εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ` ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Ενω η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Και ενώ, κατ` αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.
Ο διανομέας δικαιούται το διαφυγόν του κέρδος για τον μέχρι της λήξης της προθεσμίας αυτής χρόνο, όχι, όμως και τις πάγιες αναγκαίες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, κατά την κρίση του, για την εκτέλεση της σύμβασης διανομής, ως θετική ζημία, γιατί αυτές τις έλαβε υπόψη του προκειμένου να τις αποσβέσει για τον υπολογισμό της προμήθειας και του ύψους της και εντεύθεν δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά η Α.Κ 722 περί υποχρέωσης του εντολέα απόδοσης δαπανών στον εντολοδόχο και ακόμη γιατί οι δαπάνες αυτές δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου παράβαση της εκ του νόμου υποχρέωσής του τήρησης της ορισμένης αυτής νόμιμης προθεσμίας. Άλλο βέβαια, είναι, το ζήτημα του δικαιώματος του διανομέως αποζημίωσής του για αναπόσβεστες επενδύσεις (δαπάνες)
ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ     
Σύμβαση πρακτορείας γιά την παροχή υπηρεσιών ταχυμεταφορών και παραδόσεων αντικειμένων με αντικαταβολή. ( courrier ). Αλληλόχρεος λογαριασμός στην σύμβαση υπηρεσιών ταχυμεταφορών.


Σύμφωνα με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση, δυνάμει της οποίας, δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα, τουλάχιστον, είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν ούτε να διαθέτουν μεμονωμένα τις απαιτήσεις που προκύπτουν απο τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, που γίνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα ή, οριστικώς, με καταγγελία ενός από τα μέρη, η οποία μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, έτσι ώστε το τυχόν κατάλοιπο να αποτελέσει, πλέον, τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση. Στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού μπορεί να υπαχθεί κάθε συναλλακτική σχέση ανάμεσα στους συμβαλλόμενους, που άγει στην πραγματοποίηση  αμοιβαίων παροχών.
Γιά την εκκαθάριση των οικονομικών δοσοληψιών των διαδίκων, κατόπιν συμφωνίας της ενάγουσας με τον πράκτορα, ετηρούντο δύο αλληλόχρεοι λογαριασμοί, ένας για τις υπηρεσίες των αντικαταβολών και ένας για τις υπηρεσίες των ταχυμεταφορών, υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και λοιπών οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων. Οι παραπάνω λογαριασμοί έκλειναν σε μηνιαία βάση και η ενάγουσα έστελνε στον πράκτορα αντίγραφο της κίνησης των λογαριασμών, μέσα δε σε προθεσμία πέντε ημερών, ο πράκτορας είχε το δικαίωμα να προβάλει αντιρρήσεις, ενώ, αν η παραπάνω προθεσμία παρήρχετο, χωρίς να προβληθούν αντιρρήσεις, εθεοορείτο ότι συναπτόταν σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, μεταξύ της ενάγουσας και του πράκτορα, σχετικά με τα κατάλοιπα των παραπάνω αναφερόμενων αλληλόχρεων λογαριασμών.
Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο απέρριψε αγωγής εταιρίας που ανέλαβε γιά λογαριασμό άλλλης εταιρίας , την παροχή υπηρεσίων ταχυμεταφορών και παραδόσεων αντικειμένων με αντικαταβολή, αμειβόμενη με προμήθεια επί των παρεχόμενων υπηρεσιών ως αόριστη επειδή τα κονδύλια αποζημίωσης που ζητούσε δεν ήταν αναλυτικά αναφερόμενα.
Το Δικαστήριο απέρριψε όμως και την αγωγή του πράκτορα με την οποία ζητούσε το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού που δεν είχε εξοφλήσει η συνεργαζόμενη εταιρία θεωρώντας ότι και αυτή η αγωγή ήταν αόριστη.

ΝΑΥΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ    
Στη Ναυτική σύμβαση πρακτορείας εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί αποζημίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου και άρα οφείλεται αποζημίωση πελατείας στην περίπτωση λύσης.

Με πρόσφατη απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου του  2013 κρίθηκε ότι:

Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική μ` αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρ. 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ` εαυτή της ναυτικής πρακτορείας. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε ναυτικός πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σχετικές με τη θαλάσσια αποστολή, σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή και αναλόγως σε μόνιμη ή πρόσκαιρη βάση, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος. Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του ναυτικού πράκτορα μπορούν να αφορούν έναν ή περισσότερους εφοπλιστές ή πλοιοκτήτες, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργεί είτε στο όνομά τους είτε στο δικό του όνομα.
Αντίστοιχα η σχέση του ναυτικού πράκτορα μ` αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (άρθρ. 90 ΕμπΝ). Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των λοιπών πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.

Συνεπώς εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ` αυτή οι διατάξεις κατ` αρχήν του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ. Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007 ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Επομένως οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας.

ΠΟΤΑ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙΑ

Επί συμβάσεως αποκλειστικής διανομής η ανάθεση σε άλλον της  ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητος με αυτή του διανομέα μπορεί, να συνιστά αδικοπραξία , εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες με σκοπό το σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμεταλλεύσεως της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διανομέας για την καθιέρωση των προϊόντων που αντιπροσωπεύει στην αγορά.
Στην συγκεκριμένη υπόθεση επρόκειτο γιά αποκλειστικό διανομέα ποτών, εξαρτημάτων για κρασιά, κάβων, ψυγείων και ροφημάτων.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η καταγγελία μίας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής μπορεί να αποτελεί συγχρόνως και αδικοπραξία που να παρέχει στο συμβαλλόμενο μέρος το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, αν, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της καταγγελίας και ιδία του τρόπου δηλώσεως αυτής και του περιεχομένου της, σε συνάρτηση με τον εμπεριεχόμενο σ` αυτή σκοπό του καταγγέλλοντος, υπέστη παράνομη προσβολή στο όνομα, την πίστη, τη φήμη του κλπ. (ΕφΠειρ 83/2009 ΔΕΕ 2009.479).
Επί συμβάσεως αποκλειστικής διανομής η υπό του εντολέως καταγγελία της σύμβασης και η ανάθεση σε άλλον της   ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητος με αυτή του διανομέα μπορεί, να συνιστά παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης (ΑΚ 919), εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες, αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό το σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμεταλλεύσεως της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διανομέας για την καθιέρωση των προϊόντων που αντιπροσωπεύει στην αγορά. Στην περίπτωση αυτή, όπως αναφέρθηκε, γεννάται υποχρέωση προς αποζημίωση και κατά το άρθρο 919 ΑΚ (ΕφΑΘ 676/2009 ΕΕμπΔ 2010.583).
Επίσης το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της αποκλειστικότητας στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή διανομής και επίσης ότι ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα.

ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΒΕΝΖΙΝΗΣ-ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΗ
Νόμιμη η καταγγελία σύμβασης αποκλειστικής διανομής (πετρελαιοειδών καυσίμων) από τον πρατηριούχο λόγω των ακριβών τιμών πώλησης των καυσίμων από την εταιρία σε αυτον.
Η συγκεκριμένη υπόθεση που έκρινε το Εφετείο αφορούσε σύμβαση ορισμένου χρόνου, που συνάπτει εταιρία πωλήσεως πετρελαιοειδών και λοιπών συναφών προϊόντων καυσίμων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 15, 17, 18, 20 του π.δ. 1224/1981, όπως ισχύει (β.δ. 405/1970, για τα εκτός σχεδίου πόλεως πρατήρια) και τον ν. 1571/1985, με την οποία η πρώτη αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα προμηθεύει στον δεύτερο, ως μεταπωλητή, είναι ως προς την κύρια μορφή της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε σχετικά ΄με σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΕΕΠ Γ.Μ. και Σια» και του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, ορισμένου χρόνου, με διάρκεια από 5.2.1998 έως 31.12.2005, με την οποία η άνω εταιρία εμπορίας πετρελαιοειδών ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει τον τελευταίο, ο οποίος διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων στη Φτελιά Δράμας, με προϊόντα της εμπορίας της.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο για σύμβαση αποκλειστικής διανομής, εφόσον ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με τους όρους αυτής (ήτοι της κυρίας συμβάσεως και των παραρτημάτων της), είχε την υποχρέωση να προμηθεύεται, να διατηρεί προς μεταπώληση, έχοντας πάντοτε επαρκή αποθέματα στο πρατήριο του, και να εμπορεύεταιι υγρά καύσιμα (βενζίνες, πετρέλαιο), λιπαντικά και άλλα συναφή προϊόντα αποκλειστικά από την εταιρία «Μ.» και όχι από τρίτους. Η μεταπώληση των προϊόντων της προμηθεύτριας εταιρίας θα γινόταν από τον εφεσίβλητο σε πελάτες του, στο όνομα και για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, δηλαδή θα ενεργούσε αυτός ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας.
Για την ευόδωση των σκοπών της σύμβασης αυτής, την προώθηση των πωλήσεων του εφεσίβλητου και την απρόσκοπτη λειτουργία του πρατηρίου του, η άνω εταιρία ήταν υποχρεωμένη να εφοδιάζει εγκαίρως και ανελλιπώς το πρατήριο του με καύσιμα και λιπαντικά προελεύσεως της, καθώς και να του παραδώσει, υπό μορφή χρησιδανείου, τα κινητά πράγματα που απαιτούντο για τον τεχνικό εξοπλισμό του πρατηρίου, όπως το σήμα της (εταιρίας), τρεις μονές ηλεκτρονικές αντλίες, μία μονή μηχανική αντλία, το σήμα τιμών κ.λπ., ενώ επίσης θα έπρεπε αυτή να διαμορφώσει και εξωραΐσει το πρατήριο του εφεσίβλητου.
 Ο τελευταίος συνεργάσθηκε απρόσκοπτα με την άνω εταιρία έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2000, έχοντας αποκτήσει ένα σταθερό κύκλο πελατών, στους οποίους κατάφερε να προωθήσει τα καύσιμα και λιπαντικά της, για το λόγο ότι αυτά ήταν καλής ποιότητας και φθηνότερα σε κάποιο βαθμό από τα αντίστοιχα προϊόντα άλλων εταιριών. Ωστόσο, ο εφεσίβλητος δεν είχε λάβει από την εταιρία «Μ.» κάποιο οικονομικό ή άλλης φύσεως αντάλλαγμα (όπως συνέβαινε με άλλες εταιρίες), πλην μιας εμπορευματικής πίστωσης 4.000.000 δραχμών με την έναρξη της συνεργασίας τους, ενώ η προμηθεύτρια του δεν προέβη στη συμφωνηθείσα εγκατάσταση σύγχρονου εξοπλισμού στο πρατήριο, καθόσον τοποθέτησε μόνο τρεις αντλίες παλαιάς τεχνολογίας, χωρίς να προβεί σε εγκατάσταση στεγάστρων και γενικά σε ευπρεπισμό του πρατηρίου του.
    Την 1.12.2000 η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, εδρεύουσα στην Αθήνα, ανώνυμη εταιρία με την νέα επωνυμία «... ΑΒΕΕ Πετρελαιοειδών», συγχωνεύθηκε δι` απορροφήσεως με την εταιρία «Μ.» και έτσι, ως καθολική διάδοχος της τελευταίας, υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως σε όλα γενικώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων, υπεισήλθε δε και στην επίδικη σύμβαση που είχε καταρτίσει η δικαικοπάροχός της με τον εφεσίβλητο, σύμφωνα και με το 17ο
άρθρο της άνω κυρίας συμβάσεως. Oμως, όσον αφορά τη συνεργασία με τη νέα προμηθεύτρια του, η κατάσταση για τον εφεσίβλητο δυσχεράνθηκε ακόμη περισσότερο και τα ήδη υφιστάμενα προβλήματα που αντιμετώπιζε με την εταιρία «Μ.» διογκώθηκαν. Σταδιακά, οι τιμές πωλήσεως των καυσίμων από την εκκαλούσα αυξάνονταν, ενώ περί τα μέσα του έτους 2001 τα αποθέματα των λιπαντικών «Μ.», που ο εφεσίβλητος διατηρούσε στο πρατήριο του λόγω των άνω συμβατικών του υποχρεώσεων, και τα οποία επί σειρά ετών διέθετε στην πελατεία του, άρχισαν
να εξαντλούνται με συνέπεια την απώλεια πελατών, καθόσον η εκκαλούσα προωθούσε πλέον προς πώληση τα δικά της προϊόντα, τα οποία ήταν ακριβότερα από τα είδη της εταιρίας «Μ.». Παράλληλα, η εκκαλούσα συχνά καθυστερούσε να εφοδιάζει το πρατήριο του εκκαλούντος με καύσιμα λόγω διακοπής της συνεργασίας της με παλαιούς οδηγούς ΔΧ οχημάτων, ενώ άλλες φορές παρέδιδε σε αυτόν μικρότερες ποσότητες από αυτές που είχε παραγγείλει, με συνέπεια να
αδυνατεί ο εφεσίβλητος να ανταποκριθεί πλήρως στις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι πελατών του και, μάλιστα, σε περιόδους αυξημένης ζήτησης προϊόντων πετρελαίου,.... Κυρίως, όμως, ο εφεσίβλητος απώλεσε σημαντικό αριθμό πελατών του που ήταν κατα βάση αγρότες, εξαιτίας των υψηλών τιμών χρέωσης των καυσίμων από την εκκαλούσα, δεδομένου ότι έφθασε στο σημείο να πωλεί καύσιμα κατά 27 δραχμές ακριβότερα από τρία γειτονικά ανταγωνιστικά του πρατήρια, τα οποία συνεργάζονταν με πολυεθνικές εταιρίες (ΒΡ, SHELL, DRACOIL). Ο εφεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε πολλές φορές προς τους εκπρόσωπος και αρμοδίους υπαλλήλους της εκκαλούσας για τη δυσμενή θέση στην οποία περιήλθε λόγω των άνω προβλημάτων και, ιδίως, της τιμολογιακής πρακτικής της, αναμένοντας επί μακρόν μία καλύτερη αντιμετώπιση από την πλευρά της αντιδίκου του. Η εκκαλούσα προέβη μεν, κατά τους τελευταίους μήνες της συνεργασίας τους, σε εκπτώσεις προς αυτόν, ωστόσο και αυτές ουσιαστικά ισοσκελίζονταν από τις ιδιαίτερα υψηλές (αρχικές) τιμές πωλήσεως, με αποτέλεσμα να μη δύναται και πάλι ο εφεσίβλητος να καταστεί ανταγωνιστικός στην περιοχή του.
   Περαιτέρω, ο τελευταίος ζητούσε από την εκκαλούσα να προβεί στις συμφωνηθείσες εργασίες εξωραϊσμού του πρατηρίου του, τις οποίες, όπως έχει εκτεθεί, ούτε η εταιρία «Μ.» διενήργησε. Όμως, η εκκαλούσα, δια των αρμοδίων οργάνων της, δεν επέδειξε ενδιαφέρον και δεν ανταποκρίθηκε στις επανειλημμένες διαμαρτυρίες του, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της, οι
οποίοι πάντως δεν επιβεβαιώθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο,.... Η εκκαλούσα, εν τέλει, όταν πληροφορήθηκε την διαπραγματευόμενη, τον Οκτώβριο του 2001, και μετά την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως συνεργασία του τελευταίου με άλλη εταιρία πετρελαιοειδών (KM OIL), προσφέρθηκε τότε να συνάψει νέα σύμβαση μαζί του, μικρότερης διάρκειας και με καλύτερους
οικονομικούς όρους γι` αυτόν (εφεσίβλητο), υποσχόμενη ότι θα προέβαινε και σε εργασίες ευπρεπισμού του πρατηρίου του.... Κατόπιν αυτών, μετά πάροδο οκτώ περίπου μηνών ματαίας αναμονής εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων από την πλευρά της εκκαλούσας, ο εφεσίβλητος, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε περιέλθει σε κακή οικονομική κατάσταση, διατηρώντας για τους ανωτέρω λόγους ένα απαξιωμένο πρατήριο,..., και του οποίου (πρατηρίου) τη βιωσιμότητα δεν μπορούσε να εξασφαλίσει, προέβη με την από 9.10.2001 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 18.10.2001, στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης.... Με βάση τα προεκτεθέντα, η ασκηθείσα από τον εφεσίβλητο καταγγελία πριν από τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου της συμβάσεως έλαβε χώρα για σπουδαίο λόγο, εφόσον δεν ήταν ανεκτή γι` αυτόν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της (ΑΠ 1466/1992 ΕλλΔνη 35. 405), όπως βασίμως επικαλέσθηκε ο τελευταίος, ήταν δε έγκυρη η καταγγελία (άρθρο 725 παρ. 1 ΑΚ) και επέφερε τη λύση της επίδικης συμβάσεως.... Κατόπιν των ανωτέρω, τα αυτά που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται από τις ανωτέρω σκέψεις (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.
ΠΗΓΗ: http://www.δικηγοροσεμπορων.gr/

Τα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων/διανομέων όταν καταγγέλλονται οι συμβάσεις


1. Είναι συνηθισμένο στο εμπόριο να γίνεται η διάθεση των προϊόντων από τον κατασκευαστή στον τελικό καταναλωτή με τη βοήθεια των εμπορικών αντιπροσώπων ή των διανομέων (αποκλειστικών ή μη). Οι οίκοι του εξωτερικού αντί να ιδρύσουν θυγατρικές εταιρείες στην Ελλάδα, επωμιζόμενες σημαντικά έξοδα επενδύσεων επιλέγουν να ορίσουν στην Ελλάδα έναν (αποκλειστικό) εμπορικό αντιπρόσωπο ή σε άλλες περιπτώσεις έναν (αποκλειστικό) διανομέα.
Αυτός με τη σειρά του προκειμένου να προωθήσει τα εμπορεύματα σε όλη την Ελλάδα ορίζει κατά τόπους αντιπροσώπους ή διανομείς ανά περιοχή, πολλές φορές αποκλειστικούς. Έτσι δημιουργούνται τα λεγόμενα συστήματα διανομής (αποκλειστικής διανομής, επιλεκτικής διανομής με ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια). Τελευταία διαφημίζεται και η επιτυχημένη μέθοδος Franchising (δικαιόχρησης) για τη διανομή αγαθών ή για την παροχή υπηρεσιών.
2. Κατά την ανάπτυξη των δικτύων διανομής διάθεσης των προϊόντων χρησιμοποιούνται ομοιόμορφες συμβάσεις που υπογράφονται από όλα τα μέλη του δικτύου. Οι συμβάσεις αυτές πολλές φορές χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή/αποκλειστικό εισαγωγέα ως μέσο καταδυνάστευσης των αντισυμβαλλόμενων του (εμπορικών αντιπροσώπων, διανομέων, δικαιοχρηστών). Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές, όπως δείχνει η πείρα, διαλαμβάνουν πάρα πολλές καταχρηστικές και άκυρες ρήτρες. Και όχι μόνο αυτό. Διαλαμβάνουν και ρήτρες οι οποίες αντίκεινται στο δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού (κοινοτικού και ελληνικού).
3. Σε περίπτωση καταγγελίας των συμβάσεων οι εμπορικοί αντιπρόσωποι/διανομείς αντί να προσφύγουν και να επιζητήσουν μια έγκυρη συμβουλή για τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, απογοητεύονται παρασυρόμενοι, πολλές φορές, από τις καταχρηστικές και άκυρες ρήτρες που διαλαμβάνουν οι συμβάσεις και έτσι αδρανούν και εγκαταλείπουν κάθε προσπάθεια για αποκατάσταση της αδικίας που συμβαίνει εις βάρος τους.
4. Με το παρόν άρθρο επιθυμούμε αφενός να διαφωτίσουμε τους εμπορικούς αντιπροσώπους /μέλη συστημάτων διανομής για τα δικαιώματά τους και αφετέρου να δώσουμε μερικές συμβουλές για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων αυτών. Ξεκινάμε με τέσσερις απλές συμβουλές.
5. Τέσσερις συμβουλές:
Συμβουλή 1η. Πριν υπογραφεί οποιαδήποτε σύμβαση αλλά και μεταγενέστερα σε περίπτωση τροποποίησης, πρέπει να επιζητείται η συμβουλή δικηγόρου ειδικού και ασχολούμενου με τα ζητήματα διανομής εμπορευμάτων/υπηρεσιών για τον έλεγχο των συμβάσεων.

Συμβουλή 2η. Σε περίπτωση καταγγελίας προστρέχουμε αμέσως στον ειδικό μας δικηγόρο για να μας δώσει συμβουλή για τις περαιτέρω ενέργειες. Η άμεση καταφυγή στον δικηγόρο ωφελεί τα μέγιστα για την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης. Τούτο απαιτεί η ανάγκη ανάπτυξης κατάλληλης στρατηγικής.

Συμβουλή 3η. Οποιαδήποτε αλληλογραφία έκτοτε καλό είναι να γίνεται αφού πρώτα ενημερωθεί ο δικηγόρος σας
Συμβουλή 4η. Για κάθε περαιτέρω κίνηση να επιδιώκετε την προηγούμενη συναίνεση (συμβουλή) του δικηγόρου σας.

6. Εύλογα τώρα τίθεται το ζήτημα για τα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων και των μελών των δικτύων διανομής σύμφωνα με τα παραπάνω. Πρώτα-πρώτα πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι το ζήτημα ποια δικαιώματα έχει ο αντιπρόσωπος/ διανομέας /franchisee στην περίπτωσή του, μπορεί να απαντηθεί μόνο μετά από έλεγχο και εκτίμηση των ειδικών και ιδιαίτερων συνθηκών κάθε ατομικής περίπτωσης. Συνεπώς οι παρακάτω γενικές επισημάνσεις ισχύουν με την επιφύλαξη αυτή.
7. Σε κάθε περίπτωση καταγγελίας οι αποζημιώσεις μπορούν να αφορούν διαφυγόντα κέρδη, αναπόσβεστες δαπάνες επένδυσης, αποζημίωση πελατείας, ηθική βλάβη. Ποιες από αυτές τις αξιώσεις είναι σε κάθε ατομική περίπτωση δικαστικά επιδιώξιμες εξαρτάται από το είδος της καταγγελίας και από τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από το δικηγόρο. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι σε περίπτωση καταγγελίας μπορεί να λάβει κανείς ως αποζημίωση ποσό που αντιστοιχεί μέχρι έξι φορές επί των ετήσιων κερδών. Κατά περίπτωση μπορούν να επιδικαστούν και μεγαλύτερα ποσά.
8. Από την παραπάνω σύντομη αναφορά προκύπτει ότι οι αντιπρόσωποι/διανομείς/ δικαιοχρήστες διακυβεύουν σημαντικά ποσά γι’ αυτό και δεν συγχωρείται καμία ολιγωρία ή αδράνεια για τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους. Πρέπει να έχουν κατά νου ότι αυτοί είναι οι οποίοι καθιέρωσαν τα (άγνωστα πολλές φορές) προϊόντα κάποιων οίκων του εξωτερικού στην ελληνική αγορά και δικαιούνται και αυτοί ένα εύλογο μερίδιο από τα κέρδη που αποκομίζουν οι προμηθευτές από τη διάθεση των προϊόντων αυτών.
Τα όποια συναισθήματα πικρίας και απογοήτευσης από άκαιρες καταγγελίες πρέπει να παραμεριστούν για χάρη τη δικαίωση των κόπων και θυσιών που κατέβαλαν για την καθιέρωση των προϊόντων στην αγορά. Είναι λάθος συνεπώς η προσέγγιση της απραξίας στην αντιμετώπιση τέτοιων καίριων και ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη και επιβίωση των επιχειρήσεων των αντιπροσώπων/διανομέων/ franchisee ζητημάτων. Οι κατασκευαστές/προμηθευτές από τη μεριά τους κοιτάζουν το συμφέρον τους. Η άλλη πλευρά θα δεχθεί μοιρολατρικά την αδικία εις βάρος της και πολλές φορές την καταστροφή της;

Tα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων και διανομέων

Λόγω της πολυπλοκότητας των διαφόρων ζητημάτων που τίθενται τόσο κατά τη σύναψη και κατά τη διάρκεια λειτουργίας όσο και κατά τη λύση των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας διανομής και franchising, απαραίτητη είναι η προσφυγή σε έμπειρο και εξειδικευμένο δικηγόρο. Έτσι πρέπει
* κατά τη διαπραγμάτευση και πριν την υπογραφή της σύμβασης να ελεχθεί από έμπειρο και εξειδικευμένο δικηγόρο το προτεινόμενο σχέδιο της σύμβασης για να αποφευχθούν παγίδες και επαχθείς ρήτρες για τα συμφέροντα των εμπορικών αντιπροσώπων–διανομέων-franchisee,
* κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης να υπάρχει στενή επαφή με έμπειρο και εξειδικευμένο δικηγόρο και να ζητείται η συμβουλή του  σε όποια ζητήματα αναφύονται, τα οποία είναι δυνατόν υπό περιστάσεις να οδηγήσουν και στην απώλεια των δικαιωμάτων του εμπορικού αντιπροσώπου – αποκλειστικού διανομέα-franchisee,
* με τα «πρώτα σύννεφα» στις σχέσεις προμηθευτή  και διαμεσολαβητικού προσώπου παρίσταται αναγκαία η προσφυγή σε έμπειρο και εξειδικευμένο δικηγόρο  για την κατάστρωση στρατηγικής για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του.

Τα δικαιώματα του εμπορικού αντιπροσώπου / αποκλειστικού διανομέα είναι:
1. Δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας.
2. Δικαίωμα ανόρθωσης κάθε περαιτέρω ζημίας (θετικής και αποθετικής).
3. Δικαίωμα αποκατάστασης ηθικής βλάβης, εφόσον η λύση της σύμβασης επέρχεται υπό συνθήκες και περιστάσεις που συνιστούν αδικοπραξία.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Σε ρήτρες διαιτησίας και ρήτρες που καθιστούν αρμόδια αλλοδαπά δικαστήρια. Γιατί η ενάσκηση δικαιωμάτων σε αλλοδαπά δικαστήρια, αφενός ενέχει κινδύνους και αφετέρου απαιτεί αυξημένα έξοδα

Σχόλια