Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης - Διλωματική Εργασία του Δικηγόρου Αντίγονου Ξηρομερίτη

ΝΕΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ -  Υπουργική Απόφαση 1847/51107/2016 - ΦΕΚ 1275/Β/4-5-2016  Εφαρμογή του Μέτρου 13 «Ενισχύσεις σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από φυσικά ή άλλα ειδικά μειονεκτήματα» του ΠΑΑ 2014-2020
Διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης - Διλωματική Εργασία του Δικηγόρου Αντίγονου Ξηρομερίτη...


=====

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF ΕΔΩ:::


Title:Διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης
Correction of the attachment report
Authors:Ξηρομερίτης Αντίγονος Σπυρίδωνος
Department: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή, Τμήμα Νομικής
Language:Greek
Publ. Date:2016
Abstract:
Η παρούσα μελέτη έχει ως αντικείμενο την σφαιρική διερεύνηση της ανακοπής διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης του άρθρου 954§4 υποδιαιρείται σε τέσσερα κεφάλαια. Στο εισαγωγικό της κεφάλαιο ερευνάται η ιστορική εξέλιξη των ενδίκων βοηθημάτων με αντικείμενο τη διόρθωση των ατελειών της περιγραφής του κατασχεθέντος ή την εκτίμηση της αξίας του και την τιμή πρώτης προσφοράς αυτού (§1). Εν συνεχεία, στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται η νομική φύση της ανακοπής του άρθρου 954§4 και οι συνέπειες οι οποίες την συνοδεύουν (§2). Στο ίδιο κεφάλαιο επιχειρείται οριοθέτηση του αντικειμένου της ανακοπής και των ορίων της ρυθμιστικής παρέμβασης του δικαστηρίου (§3). Ακολούθως, στο τρίτο κεφάλαιο της μελέτης, με γενικό τίτλο «Διαδικαστικά ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ», το οποίο χωρίζεται σε επτά επί μέρους ενότητες, επιχειρείται η διεξοδική ανάλυση των ζητημάτων που ανακύπτουν από την ανακοπή. Ειδικότερα, στο τρίτο κεφάλαιο της μελέτης αναλύονται οι προϋποθέσεις της ανακοπής (§4), η καθ’ ύλη (§5) και κατά τόπο αρμοδιότητα (§6), η προθεσμία της ανακοπής (§7), οι λόγοι ανακοπής αυτής (§8), η διαδικασία εκδίκασής της (§9) και τα ζητήματα που ανακύπτουν από την απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954§4 (§10). Τέλος, το τέταρτο κεφάλαιο της μελέτης αναλύει τα ειδικότερα ζητήματα της ανακοπής μετά το ν.4335/2015 (§11),και ειδικότερα τις μεταβατικές διατάξεις του νέου νόμου και την μεταβολή του τρόπου εκτίμησης της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος ακινήτου. Στις συμπερασματικές παρατηρήσεις που ακολουθούν, παρουσιάζονται ενδεικτικά τα βασικότερα ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 μετά την πρόσφατη τροποποίηση με το ν. 4335/2015.

The purpose of the present thesis, which consists of 4 chapters, is to investigate comprehensively and thoroughly the opposition of the attachment’s report correction, prescribed in the article 954§4 of the Civil Procedure of the Code. In the beginning, it is attempted to cite the historical evolvement of the legal remedy, aimed to correct the inappropriate description of the attached property or the estimation of the market value and its first offer price (§1), through their filing. In the second chapter, it is analyzed the legal nature and the consequences of the preferred opposition (§2). Furthermore, it is attempted the definition of the opposition’s object and civil court’s intervention limits (§3). In the third chapter, which is separated in seven units, a full detailed analysis of the further issues concerning the opposition, is taken place. Its main title is “ The Procedure matters of the opposition of the article 954§4 ”, Namely, in this chapter, the procedural requirements (§4), the material (§5) and local jurisdiction (§6), the time-limit (§7), the causes of the opposition concerning the filing (§8), the hearing procedure (§9) and the matters arised by the judgment (§10), are analyzed. All things considered, the fourth chapter investigates the notable issues of the opposition after the publishment of the act 4335/2015 (§11), especially its transitional provisions and the change the way the market value and the first offer price are estimated. In the following concluding observations, the foremost matters of the opposition of the article 954§4 after the recent amendment of the act 4335/2015 are presented.
Supervisor:Μακρίδου, Καλλιόπη καθηγήτρια
Keywords:Correction of the attachment report, Αναγκαστική Εκτέλεση, Ανακοπή, Attachment Execution, Opposition, Διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης
Related files:Fulltext: PDF File
Back to search
 Record created 2016-05-20, last modified 2016-05-20
 
ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΤΗΡΙΑΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
Διπλωματική εργασία στο Αστικό Δικονομικό Δίκαιο
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ,ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Αντίγονος Σπ. Ξηρομερίτης ( Α.Ε.Μ. 100566) Επιβλέπουσα Καθηγήτρια: Καθ. Καλλιόπη Μακρίδου
II
I
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η κατασχετήρια έκθεση αποτελεί το νομικό θεμέλιο της εκτελεστικής διαδικασίας του πλειστηριασμού και επ’ αυτής στηρίζεται κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη. Μάλιστα, ο νομοθέτης προέβλεψε τον δικαστικό έλεγχο της κατασχετήριας έκθεσης με την ειδική ανακοπή του άρθρου 954§4. Με το εν λόγω ένδικο βοήθημα προβλέπεται η δυνατότητα διόρθωσης των ελλείψεων ή ελαττωμάτων της έκθεσης κατάσχεσης ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Συνεπώς, η ανακοπή του άρθρου 954§4 δεν αποσκοπεί στην ακύρωση της κατασχέσεως, αλλά απλώς στην διόρθωσή της, ώστε να μην ασκούν οι ιάσιμες παραλείψεις ακυρωτική επίδραση στις πράξεις της εκτέλεσης. Η πρακτική σπουδαιότητα της ανακοπής του άρθρου 954§4 αναδείχθηκε κυρίως κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, διότι αποκλειστικά μέσω αυτής ήταν δυνατή η διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος.
Η παρούσα μελέτη έχει ως αντικείμενο την σφαιρική διερεύνηση της ανακοπής διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης του άρθρου 954§4 υποδιαιρείται σε τέσσερα κεφάλαια. Στο εισαγωγικό της κεφάλαιο ερευνάται η ιστορική εξέλιξη των ενδίκων βοηθημάτων με αντικείμενο τη διόρθωση των ατελειών της περιγραφής του κατασχεθέντος ή την εκτίμηση της αξίας του και την τιμή πρώτης προσφοράς αυτού (§1). Εν συνεχεία, στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται η νομική φύση της ανακοπής του άρθρου 954§4 και οι συνέπειες οι οποίες την συνοδεύουν (§2). Στο ίδιο κεφάλαιο επιχειρείται οριοθέτηση του αντικειμένου της ανακοπής και των ορίων της ρυθμιστικής παρέμβασης του δικαστηρίου (§3). Ακολούθως, στο τρίτο κεφάλαιο της μελέτης, με γενικό τίτλο «Διαδικαστικά ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ», το οποίο χωρίζεται σε επτά επί μέρους ενότητες, επιχειρείται η διεξοδική ανάλυση των ζητημάτων που ανακύπτουν από την ανακοπή. Ειδικότερα, στο τρίτο κεφάλαιο της μελέτης αναλύονται οι προϋποθέσεις της ανακοπής (§4), η καθ’ ύλη (§5) και κατά τόπο αρμοδιότητα (§6), η προθεσμία της ανακοπής (§7), οι λόγοι ανακοπής αυτής (§8), η διαδικασία εκδίκασής της (§9) και τα ζητήματα που ανακύπτουν από την απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954§4 (§10). Τέλος, το τέταρτο κεφάλαιο της μελέτης αναλύει τα ειδικότερα ζητήματα
II
της ανακοπής μετά το ν.4335/2015 (§11),και ειδικότερα τις μεταβατικές διατάξεις του νέου νόμου και την μεταβολή του τρόπου εκτίμησης της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος ακινήτου. Στις συμπερασματικές παρατηρήσεις που ακολουθούν, παρουσιάζονται ενδεικτικά τα βασικότερα ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 μετά την πρόσφατη τροποποίηση με το ν. 4335/2015.

Πίνακας περιεχομένων
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
............................................................................................................ I
Κυριότερες Συντομογραφίες ................................................................................. III
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Η ιστορική αναδρομή της ανακοπής διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης
§1. Ιστορική αναδρομή της ανακοπής του άρθρου 954§4 ...................................... 1
I. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις .............................................................................. 1
II. Η ρύθμιση του ΠολΔ/1834 ........................................................................... 3
III. Η ρύθμιση του ΚΠολΔ/1968 ........................................................................ 5
1. Οι εργασίες της Συντακτικής και Αναθεωρητικής επιτροπής του ΚΠολΔ .. 5
2. Η ρύθμιση του ΚΠολΔ/1968 ........................................................................ 7
Α. Η ανακοπή διόρθωση του άρθρου 1018§4 ΚΠολΔ/1968 ............................. 8
Β. Η αίτηση διόρθωσης του άρθρου 1025§1 ΚΠολΔ/1968 .............................. 9
IV. Η τροποποίηση του ν.δ. 958/1971 στην ανακοπή διόρθωσης .................... 12
V. Η κατάργηση της αίτησης διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού και η αναμόρφωση της ανακοπής διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης με το ν.2298/1995 ........................................................................................................... 14
VI. Η ανακοπή του άρθρου 954§4 μετά την τροποποίηση του ν.4335/2015 ... 16
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Έννοια και νομική φύση της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ και πεδίο εφαρμογής της
§2. Νομική φύση της ανακοπής ............................................................................ 21
I. Εισαγωγικά ..................................................................................................... 21
II. Νομική φύση της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ ............................ 21
1. Ρυθμιστικό μέτρο της αναγκαστικής εκτελέσεως ....................................... 25
2. Δίκη περί την εκτέλεση ............................................................................... 26
3. Η ανακοπή του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ ως ένδικο βοήθημα παροχής «οιονεί οριστικής προστασίας» ......................................................................................... 29
§3. Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής της ανακοπής του άρθρου 954§4 και όρια της ρυθμιστικής παρέμβασης του δικαστηρίου ............................................ 30
I. Αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954§4 ............................................... 30
II. Πεδίο εφαρμογής της ανακοπής του άρθρου 954§4 ................................... 33
VIII
1. Γενικές παρατηρήσεις ................................................................................. 33
2. Κατάσχεση πλοίου ...................................................................................... 34
3. Η εκτελεστική διαδικασία του ν.δ. 17.7/13.8.1923 « περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» ....................................................................................... 36
4. Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) ........................... 38
5. Η εκποίηση της επιχείρησης κατά τον ΠτΚ ............................................... 40
6. Εκούσιος πλειστηριασμός ........................................................................... 41
III. Σχέση της ανακοπής του άρθρου 954§4 με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ .................................................................................................................. 43
1. Υποστηριζόμενες απόψεις .......................................................................... 43
2. Κριτική των υποστηριζόμενων θέσεων ..................................................... 48
3. Προκρινόμενη θέση .................................................................................... 50
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Διαδικαστικά ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ
§4. Οι προϋποθέσεις της ανακοπής του άρθρου 954§4 .................................... 53
I. Αντικειμενικές προϋποθέσεις: Ύπαρξη κατασχέσεως ................................... 53
II. Υποκειμενικές προϋποθέσεις: Νομιμοποίηση ............................................ 54
1. Ενεργητική νομιμοποίηση .......................................................................... 54
Α. Ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης ................................................................ 54
Β. Επισπεύδων δανειστής ................................................................................ 55
Γ. Άλλα πρόσωπα που δικαιολογούν έννομο συμφέρον ................................. 56
2. Παθητική νομιμοποίηση ............................................................................. 57
III. Έννομο συμφέρον ....................................................................................... 58
§5. Καθ’ ύλη αρμοδιότητα ................................................................................ 59
§6. Κατά τόπο αρμοδιότητα .............................................................................. 61
I. Η αποκλειστική δωσιδικία του τόπου της εκτελέσεως ................................... 61
II. Το επιτρεπτό της παρεκτάσεως ................................................................... 62
§7. Προθεσμία ανακοπής .................................................................................. 63
§8. Λόγοι ανακοπής .......................................................................................... 66
§9. Διαδικασία εκδίκασης της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ .............. 70
I. Εφαρμοστέα διαδικασία ................................................................................. 70
IX
II. Άσκηση της ανακοπής ................................................................................ 70
1. Τρόπος άσκησης της ανακοπής- Προδικασία ............................................. 70
2. Περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής .............................................. 73
3. Εκκρεμοδικία .............................................................................................. 74
4. Σώρευση ...................................................................................................... 75
III. Αποδεικτική διαδικασία στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 ......... 76
IV. Η παρέμβαση, η προσεπίκληση και η ανακοίνωση στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 ................................................................................................. 79
1. Πρόσθετη παρέμβαση ................................................................................. 79
Α. Εφαρμογή των γενικών διατάξεων για την παρέμβαση ............................. 79
Β. Η παρέμβαση των δανειστών του καθ’ ου .................................................. 80
2. Προσεπίκληση και ανακοίνωση ................................................................. 82
V. Αίτημα προσωρινής διαταγής ..................................................................... 84
§10. Η απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ ...................... 85
I. Περιεχόμενο της απόφασης ............................................................................ 85
II. Δημοσίευση της απόφασης ......................................................................... 87
III. Ένδικα μέσα ................................................................................................ 88
IV. Δυνατότητα αίτησης ανάκλησης της αποφάσεως ....................................... 90
V.Αποτελέσματα της αποφάσεως στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 .... 92
1. Διαπλαστική ενέργεια της απόφασης ......................................................... 92
2. Η δεσμευτικότητα της απόφασης ............................................................... 92
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ειδικότερα θέματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ
§11. Ειδικά ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 μετά το ν. 4335/2015 ... 95
I. Μεταβατικές διατάξεις του ν. 4335/2015 ....................................................... 95
II. Μεταβολή του τρόπου εκτίμησης της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς του ακινήτου ...................................................................................... 96
§12. Συμπερασματικές παρατηρήσεις ................................................................ 100
ΠΙΝΑΚΑΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ............................................................................. XI
X
1
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Η ιστορική αναδρομή της ανακοπής διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης
§1. Ιστορική αναδρομή της ανακοπής του άρθρου 954§4
I. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις
Ο νομοθέτης με την ανακοπή του άρθρου 954§4 επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία αποτελεί τη βάση της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 954§4, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 4335/2015, προβλέπει ότι «`Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00` το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτά-ται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων».
Αρχικά, με τη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 2298/1995 συγχωνεύτηκε η ανακοπή του παλαιού άρθρου 954§4, που προέβλεπε την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης αποκλειστικά ως προς την εκτίμηση της αξίας του κατασχεθέντος και ως προς την τιμή της πρώτης προσφοράς, και η αίτηση διόρθωσης προγράμματος πλειστηριασμού του κατηργημένου πλέον άρθρου 961. Με την τροποποίηση του ν. 2298/1995 προσέλαβε η ανακοπή την προϊσχύουσα μορφή της. Η ενοποίηση των δυο ενδίκων βοηθημάτων, όπως προκύπτει και από την Αιτιολογική Έκθεση1 του νόμου, υπαγορεύτηκε αφενός λόγω της κατάργησης του «προγράμματος πλειστηριασμού» και της αντικατάστασης του από την περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης και αφετέρου από
1 Βλ. αναδημοσίευση της σε Γέσιου-Φαλτσή/Καϊσης/Νίκας, Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικός Νόμος, 1996, σ. 734
2
σταθμίσεις επιτάχυνσης της εκτελεστικής διαδικασίας, καθώς αποφεύγονταν οι παρελκυστικές δυνατότητες που προσέφερε στον καθ’ ου το κατηργημένο ένδικο βοήθημα του άρθρου 9612. Υπό την προϊσχύουσα μορφή της η ενιαία ανακοπή του άρθρου 954§4 επέτρεπε, εκτός από τον δικαστικό έλεγχο της κατασχετήριας έκθεσης, την δυνατότητα στο δικαστήριο να λάβει πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας. Η τροποποίηση του ν. 2298/1995 αποτέλεσε μια από τις πολλές νομοθετικές επεμβάσεις στο πεδίο της αντιμετώπισης των ατελειών της κατασχετήριας έκθεσης, χωρίς, ωστόσο, να συμβάλλει ουσιαστικά στην περιστολή των παρελκυστικών πρακτικών. Γι’ αυτό και ο νομοθέτης προέβη σε εκ νέου αναμόρφωση της ανακοπής του άρθρου 954§4.
Με την πρόσφατη τροποποίηση του ΚΠολΔ με τον ν.4335/2015 προσέλαβε η ρύθμιση της ανακοπής του άρθρου 954§4 την ισχύουσα μορφή της3. Υπό την νέα διατύπωση του άρθρου 954§4, προβλέπεται ότι η ανακοπή πρέπει να ασκηθεί τουλάχιστον είκοσι εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού και πως η απόφαση πρέπει να εκδοθεί και να αναρτηθεί στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν. του Ε.Τ.Α.Α. υποχρεωτικά δέκα ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. Δεδομένου ότι υπό την νέα μορφή της αποκλείεται κάθε περίπτωση ορισμού νέας ημέρας πλειστηριασμού, πρέπει να επιδοκιμαστεί η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, αφού δεν παρέχεται πλέον κανένα περιθώριο παρέλκυσης της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως συνέβαινε υπό την προϊσχύουσα μορφή της. Επιπροσθέτως, η πρόβλεψη της παραχρήμα δημοσίευσης της διορθωτικής απόφασης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεως πλειστηριασμών του Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν. του Ε.Τ.Α.Α. καλύπτει επαρκώς την ανάγκη δημοσιότητας του πλειστηριασμού4. Με βάση τα ανωτέρω, η πρόσφατη νομοθετική επέμβαση στο πεδίο της αντιμετώπισης των ατελειών της κατασχετήριας έκθεσης πρέπει να θεωρηθεί ως επιτυχής, επειδή αφενός διασφαλίζει την κατά το μέτρο
2 Βλ. Μπέης, Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΑθ 13144/1976, Δ 1976.746επ.∙ Μάζης, Αδυναμίες του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης, Δ 1993.877επ.
3 Ωστόσο, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87 23.7.2015), και ιδίως το άρθρο 9§3 προβλέπεται ρητώς ότι «Οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά τις 1.1.2016.»
4 ΑιτΕκθ., διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ. 22 ∙ Πρβλ. Μάζης, Παρέμβαση αναφορικά με τις διατάξεις του Σχεδίου για την αναγκαστική εκτέλεση, ΕΠολΔ 2014.282, κατά τον οποίο είναι εσφαλμένη η νομοθετική επιλογή σχετικά τη δημοσιότητα σε πλειστηριασμό κινητών, και προκρίνει την ανάγκη πρόσθετης δημοσιότητας μέσω του τύπου σχετικά με την διενέργεια του πλειστηριασμού των κινητών.
3
του δυνατού ακριβή περιγραφή και εκτίμηση του κατασχεθέντος πράγματος και αφετέρου αποκλείει κάθε ενδεχόμενη παρέλκυση της εκτελεστικής διαδικασίας
II. Η ρύθμιση του ΠολΔ/1834
Υπό την αρχική μορφή της προϊσχύουσας Πολιτικής Δικονομίας η ατελής ή εσφαλμένη περιγραφή του κατασχεθέντος πράγματος στην κατασχετήρια έκθεση ή στο πρόγραμμα πλειστηριασμού ελεγχόταν αποκλειστικά μετά από άσκηση της ανακοπής κατά της εκτέλεσης των άρθρων 871 και 872 ΠολΔ, η οποία θα είχε ως αίτημα την ακύρωση του πλειστηριασμού. Νομολογιακά5 γινόταν δεκτό ότι η ακυρότητα του πλειστηριασμού απαγγελλόταν αυτεπαγγέλτως ανεξάρτητα από τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης.
Σημαντική τροποποίηση της ΠολΔ/1834 επήλθε με τον ν. ΓΦΝΔ/1910, με την οποία παρασχέθηκε η δυνατότητα στον οφειλέτη ή σε κάθε άλλο δανειστή αυτού η δυνατότητα να διορθώσει τις τυχόν πλημμέλειες του προγράμματος πλειστηριασμού. Έτσι, το άρθρο 894§2 εδ. α’ ΠολΔ/1834 όριζε ότι : «Εάν ο οφειλέτης ή άλλος δανειστής νομίζει ότι ωρίσθη προθεσμία του πλειστηριασμού μακρά, ή ότι το πρόγραμμα έχει ατέλειας ή όρους επιζήμιους δύναται δι’ αιτήσεως του προς τον πρόεδρον των πρωτοδικών του τόπου της εκτελέσεως να ζητήσει τη συντόμευσιν της προθεσμίας εντός των νομίμων ή την διόρθωσιν του προγράμματος. Ο Πρόεδρος δια πράξεως του, εις ουδέν ένδικον μέσον υποκείμενης, ακούσας τον επισπεύδοντα, αποφαίνεται αμέσως, μη δυνάμενος να παραπέμψη της υπόθεσιν εις το δικαστήριον, και δύναται ακυρώνει το πρόγραμμα, να διατάξη την επανάληψιν πασών των εν τω άρθρω τούτω αναφερομένων προκοινοποιήσεων». Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 894§4 ΠολΔ/1834, αρχικά, εφαρμοζόταν επί κατάσχεσης κινητών, αλλά μετά την τροποποίηση του 985§1 ΠολΔ/1834 και την ρητή παραπομπή αυτού εφαρμοζόταν και επί κατάσχεσης ακινήτων.
5 ΑΠ 162/1921, Θ. ΛΒ.596∙ ΑΠ 55/1950, Θ. ΞΑ/238∙ ΑΠ 556/1965, ΝοΒ 1966.505∙ ΑΠ 567/1965, ΝοΒ 1966.513∙ ΕφΑθ 432/1929, Θ. Μ.738∙ Αντίθετα, η θεωρία υποστήριζε ότι ζήτημα ακυρότητας τίθεται μόνο αν οι ελλείψεις ως προς τη περιγραφή μεταφερόταν στο πρόγραμμα πλειστηριασμού, τότε θα επέρχεται ακυρότητα άνευ βλάβης καθόσον το άρθρο 970 ΠολΔ/1834 ρητά απαγγέλλει ακυρότητα.. Αλλά και τότε όχι σε κάθε περίπτωση, αφού ο νόμος απαιτεί την περιγραφή «προς διάγνωσιν της ταυτότητας», και συνεπώς όπου δεν υπάρχει αμφιβολία περί της ταυτότητας δεν συντρέχει και λόγος ανακοπής Βλ. ενδεικτικά Οικονομίδης/Λιβαδάς/Γιδόπουλος Εγχειρίδιον της Πολιτικής Δικονομίας, 7η ,1926, §272 σημ. 4 ∙ Κιτσικόπουλος, Πολιτική Δικονομία, τ. Θ’ , σ. 8828∙ Σύμφωνη νομολογία βλ. ΜΠρΑθ 10924/1960, ΝοΒ 1961.475-476
4
Την αίτηση διόρθωσης του άρθρου 894§4 ΠολΔ/1834 νομιμοποιούνταν να ασκήσουν τόσο ο οφειλέτης, όσο και κάθε άλλος δανειστής, χωρίς να πρέπει να έχει αναγγελθεί στον πλειστηριασμό6. Ο αποκλεισμός του επισπεύδοντος από την αίτηση της ανωτέρω διατάξεως έγκειται στο γεγονός ότι με εντολή αυτού εκδιδόταν το πρόγραμμα και ορίζεται η ημερομηνία και οι όροι του πλειστηριασμού7. Η αίτηση αυτή απευθυνόταν στον Πρόεδρο Πρωτοδικών του τόπου εκτελέσεως8 και είχε ως αίτημα την διόρθωση των ατελειών ή των επιζήμιων όρων του προγράμματος πλειστηριασμού. Ως ατέλειες του προγράμματος πλειστηριασμού νοούνταν εκείνες οι ελλείψεις που αφορούσαν τον καθορισμό του τόπου, του χρόνου και του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, αλλά και τις ατέλειες της περιγραφής των εκπλειστηριαζομένων. Για να γίνει δεκτή η αίτηση του 894§4 ΠολΔ/1834 θα έπρεπε οι ατέλειες του προγράμματος να μπορούσαν να επιφέρουν την ακύρωση του πλειστηριασμού ή να ασκούσαν επίδραση στην κανονική διεξαγωγή του πλειστηριασμού9. Ενώ ως επιζήμιος όρος του προγράμματος πλειστηριασμού θεωρούνταν κάθε όρος σχετικά με τον τρόπο εκποίησης των κατασχεθέντων, όπως λ.χ. η ρήτρα περί άμεσης καταβολής του εκπλειστηριάσματος ή η ρήτρα περί συνολικής εκποιήσεως πολλών κατασχεθέντων ως ομάδα πραγμάτων. Ακόμη, είχε υποστηριχθεί10 ότι μπορούσε να διορθωθεί η τιμή πρώτης προσφοράς κατ’ αναλογία της δυνατότητας διόρθωσης των επιζήμιων όρων του προγράμματος πλειστηριασμού.
Η αίτηση του άρθρου 894§4 ΠολΔ/1834 υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Προέδρου Πρωτοδικών του τόπου εκτέλεσης και η αρμοδιότητα του ήταν αποκλειστική11. Η αίτηση εκδικαζόταν με τη διαδικασία των άρθρων 634-638
6 Βλ. Οικονομίδης/Λιβαδάς/ Γιδόπουλος, §272 σ. 319 σημ.12∙ Αποστολόπουλος, Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, 6η, §530 σ. 721 Κιτσικόπουλος, Πολιτική Δικονομία, τ. Η΄, 1959, σ. 7910 σημ. 1
7 Βλ. Οικονομίδης/Λιβαδάς/ Γιδόπουλος, §272 σ. 319 σημ.12∙ Αποστολόπουλος, Πρόεδρος, §530, σ. 721 σημ.3 Κιτσικόπουλος, ΠολΔικ, τ. Η΄, 1959, σ.7910 σημ. 1
8 Βλ. Glasson/Tissier/Morel/Ράμμος, Σύστημα Πολιτική Δικονομίας, τ. Ε’, 1935, σ. 284∙ Οικονομίδης/Λιβαδάς/Γιδόπουλος §272 σ. 319 σημ. 12∙ Κιτσικόπουλος, ΠολΔικ, τ. Η΄, 1959,σ. 7911 σημ. 5
9 Βλ. Αποστολόπουλος, Πρόεδρος,§ 528, σ. 720
10 Βλ. Κιτσικόπουλος., ΠολΔικ, τ. Η΄, 1959, σ.7910 σημ.3 Αντίθετη γνώμη βλ. Αποστολόπουλο, Πρόεδρος , §528, σ. 720 σημ. 2, όπου σημειώνει ότι η τιμή πρώτης προσφοράς που ορίζεται από τον επισπεύδοντα στο πρόγραμμα πλειστηριασμού δεν δύναται να αυξηθεί με απόφαση του Προέδρου.
11 Βλ. Glasson/Tissier/Morel/Ράμμος, σ. 284∙ Οικονομίδης/Λιβαδάς/Γιδόπουλος §272 σ. 319 σημ.12∙ Αποστολόπουλος, Πρόεδρος, §531, σ. 721 Κιτσικόπουλος, ΠολΔικ, τ. Η΄, 1959, σ. 7911 σημ. 4
5
ΠολΔ/183412, αλλά έπρεπε υποχρεωτικά να κληθεί ο επισπεύδων στην συζήτηση της αίτησης, χωρίς, όμως, να ήταν απαραίτητο να παρασταθεί σ’ αυτήν13.
Η απόφαση του Προέδρου επί της αιτήσεως δεν είχε προσωρινή ισχύ, αλλά οριστική και δεν υπόκειτο σε ένδικα μέσα14. Ο Πρόεδρος, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αιτήσεως, διόρθωνε τις ατέλειες ή τους επιζήμιους όρους του προγράμματος. Πιο συγκεκριμένα, ο Πρόεδρος είχε την δυνατότητα να ακυρώσει το πρόγραμμα και να διατάξει την έκδοση νέου προγράμματος πλειστηριασμού που να συμφωνεί με την εκδοθείσα απόφαση15. Απόρροια της έκδοσης νέου προγράμματος ήταν η υποχρέωση επανάληψης του συνόλου των κοινοποιήσεων που προβλεπόταν από την προϊσχύουσα Πολιτική Δικονομία.
Η αίτηση διόρθωσης του άρθρου 894§4 ΠολΔ/1834 είχε περιορισμένη πρακτική εφαρμογή, καθώς ο οφειλέτης και ο κάθε τρίτος δανειστής, που δεν ζήτησε την διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού, είχε ταυτοχρόνως την δυνατότητα να επιδιώξει την ακύρωση αυτού λόγω παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 894 και 968 επ. ΠολΔ/183416.
III. Η ρύθμιση του ΚΠολΔ/1968
1. Οι εργασίες της Συντακτικής και Αναθεωρητικής επιτροπής του ΚΠολΔ
Ο καθηγητής Μιχελάκης, ως Εισηγητής των διατάξεων για την κατάσχεση κινητών στο αρχικό Σχέδιο που παρουσίασε ενώπιον της Επιτροπής προέβλεπε στο άρθρο 61§2 του Σχεδίου ένδικο βοήθημα αντίστοιχο με αυτό του άρθρου 894§2 ΠολΔ/1834. Ειδικότερα, το άρθρο 61§2 του Σχεδίου όριζε ότι δύναται ο οφειλέτης ή κάθε τρίτος που είχε έννομο συμφέρον με αίτησή του να επιδιώξει είτε την αύξηση της εκτίμησης και της τιμής πρώτης προσφοράς είτε την διόρθωση του προγράμματος
12 Βλ. Αποστολόπουλος, Πρόεδρος, §531, σ. 721
13 Βλ. Glasson/Tissier/Morel/Ράμμος, σ. 284∙ Αποστολόπουλος, Πρόεδρος, §530, σ. 721 Κιτσικόπουλος, ΠολΔικ, τ. Η΄, 1959, σ. 7912 σημ. 8
14 Βλ. Glasson/Tissier/Morel/Ράμμος, σ. 284∙ Αποστολόπουλος, Πρόεδρος, §531, σ. 721 Κιτσικόπουλος, ΠολΔικ, τ. Η΄, 1959, σ. 7911 σημ. 7
15 Βλ. Glasson/Tissier/Morel/Ράμμος, σ. 284
16 Βλ. Αποστολόπουλος, Πρόεδρος, §531, σ. 721-722 Κιτσικόπουλος, ΠολΔικ, τ. Η΄, 1959, σ. 7913
6
πλειστηριασμού και την επανάληψη των γνωστοποιήσεων του άρθρου 60 του Σχεδίου17. Ακόμη, το αρχικό σχέδιο του άρθρου 61§2 του Σχεδίου προέβλεπε την δυνατότητα επιβολής συμπληρωματικών δημοσιεύσεων από το δικαστήριο ή τον ορισμό ημέρας του πλειστηριασμού. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι η αναγνώριση της δυνατότητας στον οφειλέτη να επιδιώξει την αύξηση της τιμής της πρώτης προσφοράς έγινε αποκλειστικά λόγω της ανεπιεικούς πρόβλεψης του ίδιου άρθρου του Σχεδίου που όριζε ως ελάχιστο όριο της πρώτης προσφοράς το 1/3 της αξίας του πράγματος18.
Η Επιτροπή, όμως, δεν υιοθέτησε την εισήγηση του Μιχελάκη που προέβλεπε στο άρθρο 61§2 του Σχεδίου ενιαίο ένδικο βοήθημα για την διόρθωση της εκτίμησης της αξίας του κατασχεθέντος και την διόρθωση των ατελειών του προγράμματος πλειστηριασμού. Έτσι, η Επιτροπή έκρινε ότι η τιμή της πρώτης προσφοράς για λόγους ταχείας προόδου της εκτελεστικής διαδικασίας θα πρέπει να σταθεροποιείται εξ αρχής και να μην υπόκειται σε μεταγενέστερες διακυμάνσεις19. Εν συνεχεία, η Επιτροπή τόνισε ότι πρέπει να επιτραπεί η άσκηση της ανακοπής κατά της τιμής πρώτης προσφοράς και έκρινε ότι αυτή θα έπρεπε να εκδικάζεται με την ταχεία διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας20. Ακόμη, για λόγους επιτάχυνσης της διαδικασίας αποφασίσθηκε από την Επιτροπή να μην επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης επί της
17 ΣχΠολΔ VII, σ. 27
18 ΣχΠολΔ VII, σ. 27, όπου αναδεικνύει ο Εισηγητής τις εγγενής δυσκολίες καθορισμού του ελαχίστου ορίου τιμής πρώτης προσφοράς, και γι’ αυτό καταλήγει στην εξής θέση: «Ότι η τιμή πρώτης προσφοράς πρέπει να είναι τουλάχιστον το εν τρίτον της αξίας του πράγματος. Εφ’ όσον το Σχέδιον αποβλέπει εις την συντόμευσιν της χρονικής διάρκειας των εκτελέσεων δια του όσον το δυνατό περιορισμού των αναστολών της εκτελέσεως επιβάλλεται όπως λάβει μέτρα προστασίας των οφειλετών , ώστε να μη πλειστηριάζεται η περιουσία αυτών αντί ελαχίστου τιμήματος. Προς τούτου ορίζεται το εν τρίτον της αξίας του πράγματος ως ελάχιστον όριον τιμής πρώτης προσφοράς. Δεν παραβλέπεται, ότι και το όριον τούτο δεν είναι απολύτως ικανοποιητικόν. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος, αν καθορισθεί υψηλότερον όριον, να μη δύναται να διεξαχθεί πλειστηριασμός. Προς αποσόβησιν του κινδύνου τούτου ετέθη το εν τρίτον της αξίας ως ελάχιστον όριον τιμής πρώτης προσφοράς. Προς προστασία δε του οφειλέτου δια τας περιπτώσεις καθ’ ας δύναται να επιτευχθεί μείζον πλειστηρίασμα ορίζεται εν §2 ότι τη αιτήσει του οφειλέτου ή και παντός έχοντος έννομον συμφέρον, ως και του δανειστού το κατά το άρθρο 32 αρμόδιον δικαστήριον δύναται να ορίση μείζονα τιμήν πρώτης προσφοράς».
19 ΣχΠολΔ VII, σ. 150 και 159
20 ΣχΠολΔ VII, σ. 151: «Οι κ.κ. Ράμμος και Οικονομόπουλος λέγουν ότι πρέπει να επιτραπεί μεν η αμφισβήτησις της γενόμενης εκτιμήσεως, να επιδιώκεται όμως η ταχεία περαίωσις του ζητήματος τούτου εφαρμοζόμενης της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας. Ο κ. Σακκέτας συμφωνών προς τον κ. Μιχελάκη φρονεί ότι το πρώτον τούτο στάδιον της εκτιμήσεως πρέπει να χωρισθεί και να περατούται αμέσως διότι διερωτάται τι θα γίνει αν ανατραπεί η εκτίμησης υπό του Εφετείου. Κατόπιν των ανωτέρω αποφασίζεται να επιτραπεί μεν η προσβολή της ως άνω εκτιμήσεως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου εκτελέσεως οιόν είναι το του άρθρου 32 εισηγήσεως κ. Μιχελάκη κατά σύντομον όμως διαδικασίας και να μην επιτρέπωνται κατά της αποφάσεως ένδικα μέσα».
7
ανακοπής21. Η Επιτροπή στο άρθρο 54§4 του Σχεδίου προέκρινε την εξής διατύπωση : «Κατά της εν §§1 και 2 εκτιμήσεως και του ορισμού πρώτης προσφοράς δικαιούται πας έχων έννομον συμφέρον να ασκήσει ανακοπήν κατά τα διατάξεις των άρθρων 32 και 40. Το δικαστήριο δύναται να καθορίση μείζονα τιμήν πρώτης προσφοράς». Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, κρίθηκε απαραίτητος ο διαχωρισμός της ανακοπής κατά της εκτίμησης της αξίας του κατασχεθέντος και της τιμής πρώτης προσφοράς από την αίτηση διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού του άρθρου 61§2 του Σχεδίου22, διότι σύμφωνα με την Επιτροπή η αξία του κατασχεθέντος θα πρέπει να προσδιορίζεται κατά τρόπο οριστικό έως την κατάρτιση του προγράμματος του πλειστηριασμού.
Η Αναθεωρητική Επιτροπή δεν ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την ανακοπή κατά της εκτίμησης της αξίας του κατασχεθέντος και την αίτηση διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού, αλλά περιορίστηκε στην απόρριψη της πρότασης23 για διαγραφή της παραπομπής του άρθρου 1083 στο άρθρο 1065 και της πρότασης για παροχή στο δικαστήριο της δυνατότητας αύξησης της τιμής εκτίμησης, εκτός από την τιμής πρώτης προσφοράς24.
2. Η ρύθμιση του ΚΠολΔ/1968
Η αρχική εκδοχή του ΚΠολΔ υιοθέτησε τον διαχωρισμό της Συντακτικής Επιτροπής και γι’ αυτό προέβλεψε δυο αυτοτελή ένδικα βοηθήματα εκ των οποίων το μεν έβαλλε κατά της εκτίμησης και της τιμής πρώτης προσφοράς και το δε παρείχε την δυνατότητα διόρθωσης διαφόρων ατελειών της περιγραφής του κατασχεθέντος στο πρόγραμμα πλειστηριασμού. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 1018§4 προβλεπόταν η ανακοπής κατά της εκτίμησης και της τιμής πρώτης προσφοράς και είχε ως εξής «Κατά της εν §§1 και 2 εκτιμήσεως και του ορισμού τιμής πρώτης προσφοράς δικαιούται πας
21 ΣχΠολΔ VII, σ. 151
22 ΣχΠολΔ VII, σ. 160
23 ΠρΑναθΕπ, σ. 438: « Επί της §4 ο κ. Μητσόπουλος προτείνει, όπως διαγραφεί η παραπομπή εις το άρθρον 1065, καθ’ όσον δεν υφίσταται εν προκειμένου περίπτωσις αναστολής, αλλά μόνον ανακοπής. Η Επιτροπή εμμένει εις την διατύπωσιν του Σχεδίου, μεταρρυθμίζει δ’ επ’ ευκαιρία φραστικώς την εν λόγω παραπομπήν ως εξής, χάριν κυριολεξίας : «εφαρμοζόμενων και των διατάξεων του άρθρου 1065».
24 ΠρΑναθΕπ, σ. 438: « Παρατήρησις του κ. Βαμβέτσου, καθ’ ην να δύναται το δικαστήριον να καθορίζη όχι μόνον μείζονα τιμήν πρώτης προσφοράς, αλλά και μείζονα τιμήν εκτιμήσεως δεν γίνεται δεκτή υπό της Επιτροπής».
8
έχων έννομον συμφέρον να ασκήσει ανακοπήν κατά τας διατάξεις του άρθρου 995, εφαρμοζόμενων και των διατάξεων του άρθρου 1000. Το δικαστήριον δύναται να καθορίσει μείζονα τιμήν πρώτης προσφοράς, η δε απόφασις αυτού δεν υπόκειται εις ένδικα μέσα». Ενώ στο άρθρο 1025§1 προβλεπόταν το ένδικο βοήθημα της αίτησης διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού, που σύμφωνα με το οποίο «Τη αίτησει του καθ’ ου ή του υπέρ ου η εκτέλεσις ή και παντός έχοντος έννομον συμφέρον, το κατά το άρθρον 995 αρμόδιον δικαστήριον δύναται να διατάξει την διόρθωσιν του προγράμματος του πλειστηριασμού και την επανάληψιν των εν άρθρων 1024 γνωστοποιήσεων, επιβάλλον και συμπληρωματικές δημοσιεύσεις εις εφημερίδας, ορίζον δε άμα και την ημέρας του πλειστηριασμού».
Ο ΚΠολΔ, εν αντιθέσει με την προϊσχύουσα Πολιτική Δικονομία, προέβλεπε δυο διακριτά ένδικα βοηθήματα και γι’ αυτό πρέπει να γίνει μια, έστω και συνοπτική, εξέταση των ενδίκων βοηθημάτων των άρθρων 1018§4 και 1025§1 ΚΠολΔ/1968.
Α. Η ανακοπή διόρθωση του άρθρου 1018§4 ΚΠολΔ/1968
Η ανακοπή διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης του άρθρου 1018§4 ΚΠολΔ/1968 αποτελούσε ειδική μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 995 ΚΠολΔ/1968, γεγονός που άλλωστε προέκυπτε και από τη διατύπωση της διάταξης25. Η ανακοπή του άρθρου 1018§4 ΚΠολΔ/1968 εφαρμοζόταν και επί κατασχέσεως ακινήτων λόγω της παραπομπής του άρθρου 1057§2 ΚΠολΔ/1968. Αντικείμενο της εν λόγω ανακοπής δεν ήταν το κύρος της πράξεως κατασχέσεως, αλλά αποκλειστικά η διόρθωση σφαλμάτων σχετικά με το καθορισμό της τιμής εκτίμησης και τιμής πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος πράγματος26. Ως προς την άσκηση της εν λόγω ανακοπής νομιμοποιούνταν ο καθ’ ου, ο επισπεύδων27 και οιοσδήποτε τρίτος δανειστής που είχε έννομο συμφέρον. Το δικαστήριο είχε την εξουσία να ελέγξει το ποσό της εκτιμήσεως του κλητήρα ή του πραγματογνώμονα, αλλά την τιμή πρώτης προσφοράς. Σε περίπτωση που το δικαστήριο καθόριζε μεγαλύτερη τιμή εκτιμήσεως, τότε έπρεπε να αυξηθεί και η
25 ΠρΑναθΕπ, σ. 438
26 Βλ. Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις II, εκδ. 1η ,§282 σ.554-555 Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ.438
27 Εν αντιθέσει, υπό το σύστημα της ΠολΔ/1834 αποκλειόταν η δυνατότητα διόρθωσης από τον επισπεύδοντα δανειστή, βλ. πιο πάνω §1 ΙΙ
9
τιμή πρώτης προσφοράς, διότι αυτή θα έπρεπε να ανερχόταν τουλάχιστον στο ήμισυ της εκτιμηθείσας αξίας του κατασχεθέντος28. Όμως, το δικαστήριο μπορούσε να αυξήσει την τιμή πρώτης προσφοράς, καθώς ετίθετο περιορισμός μόνο ως προς την ελάχιστη τιμή αυτής και γι’ αυτό μπορούσε να καθορίστει τιμή ακόμη και μεγαλύτερη από το ήμισυ της εκτιμηθείσας αξίας του κατασχεθέντος29.
Η ανακοπή του άρθρου 1018§4/ΚΠολΔ1968 υπαγόταν στην τακτική διαδικασία και η ανοιχθείσα δίκη αποτελούσε «δίκη περί την εκτέλεση»30. Η απόφαση επί της ανακοπής δεν υπόκειτο σε ένδικα μέσα. Η απόδειξη της αληθούς αξίας του κατασχεθέντος μπορούσε να γίνει με κάθε αποδεικτικό μέσο, δηλαδή ακόμα και με μάρτυρες31. Επίσης, ο ανακόπτων μπορούσε με αίτηση του να επιδιώξει της αναστολή32 της αναγκαστικής εκτελέσεως έως ότου αποφανθεί το δικαστήριο επί της ανακοπής του άρθρου 1018§4 ΚΠολΔ/1968.
Β. Η αίτηση διόρθωσης του άρθρου 1025§1 ΚΠολΔ/1968
Η διάταξη του άρθρου 1025§1 ΚΠολΔ/1968 εισήγαγε το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως διορθώσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, και το οποίο εξ αρχής εντασσόταν στα ρυθμιστικά μέτρα περί την εκτέλεση33. Ειδικότερα, η αίτηση διόρθωσης προγράμματος πλειστηριασμού αποτελούσε υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, και η οποία για λόγους ταχύτητας εκδίδονταν κατά την διαδικασία των άρθρων 786 επ.
28 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.1η, §282 σ.555
29 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.1η, §282 σ.555, επισημαίνει πως δεν μπορούσε να διατάξει το δικαστήριο μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς σε τιμή κατώτερη του μισού της εκτιμήσεως. Εξαιρεί ,όμως, την περίπτωση που το δικαστήριο δεχόταν ότι η αξία του κατασχεθέντος ήταν μικρότερη, τότε θα μπορούσε το δικαστήριο να μειώσει την τιμή πρώτης προσφοράς. ∙ Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 438
30 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ. 1η , §282 σ. 555
31 ΜΠρΗρ 362/1970, Δ 1970.251 Από θεωρία, βλ. Μπρίνια, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.1η,§282 σ.555∙ Μπέη, Αι διαδικασίαι ΙΙ, σ. 439
32 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ. 1η , §282 σ.555∙ Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 438-439
33 Βλ. Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 411 επ., σύμφωνα με τον οποίον «δύναται το δικαστήριον επί αιτήσει του ενδιαφερομένου διαδίκου να ρυθμίζει διαπλαστικώς ορισμένα ζητήματα, εις τα οποία προσκόπτει η πορεία της εκτελεστικής διαδικασίας, ενδεχομένως δε και εν αντιδικία χωρίς όμως η επίλυσης των ζητημάτων τούτων να συνιστά διάγνωσιν της υπάρξεως ή ανυπαρξίας ορισμένων δικαιωμάτων ή γενικότερον ορισμένης εννόμου σχέσεως είτε του ουσιαστικού είτε του δικονομικού δικαίου, ως ιδία του κύρους της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως. Η επίλυσις των περί ων ο λόγος ζητημάτων έχει χαρακτήρα εκδόσεως διαταγής, δι’ ης το πρώτον καθορίζεται, τι δέον εφεξής γενέσθαι. Η διαταγή αυτή συνιστά ρυθμιστικό μέτρο, το οποίο λαμβάνεται εξ αφορμής ή κατά την εξέλιξιν της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως.»
10
ΚΠολΔ/1968 κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1023§3 ΚΠολΔ/1968 και με συμπληρωματική εφαρμογή των ειδικών κανόνων που διέπουν τις δίκες περί την εκτέλεση34. Πάντως με την αίτηση διόρθωσης του άρθρου 1025§1 ΚΠολΔ/1968 το δικαστήριο δεν προέβαινε σε ακύρωση του προγράμματος αλλά σε διόρθωσή του, και με την απόφαση του επί της αιτήσεως επιδίωκε αφενός την μεγαλύτερη συμμετοχή πλειοδοτών στον πλειστηριασμό και αφετέρου την αποφυγή ακύρωσής του. Εκ των ανωτέρω ευκόλως συνάγεται ότι η αίτηση διόρθωσης έπρεπε να ασκούνταν και να εκδικαζόταν υποχρεωτικά πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού, διότι διαφορετικά ήταν άνευ αντικειμένου35.
Η κατ’ άρθρο 1025§1 ΚΠολΔ/1968 αίτηση διόρθωσης προγράμματος πλειστηριασμού, παρά την ένταξη της στο κεφάλαιο περί κατάσχεσης κινητών, εφαρμοζόταν και επί ακινήτων, πλοίων και αεροσκαφών, όπως ρητά προέβλεπε το άρθρο 1063§4 ΚΠολΔ/1968.
Περαιτέρω, ως καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού προβλεπόταν το μονομελές πρωτοδικείο, εκτός εάν η εκτέλεση επισπευδόταν με βάση απόφαση του ειρηνοδικείου. Κατά τόπο αρμόδιο είναι πάντοτε το δικαστήριο του τόπου εκτελέσεως36.
Σύμφωνα με το άρθρο 1025§1 ΚΠολΔ/1968 νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην άσκηση της αίτησης διόρθωσης ο καθ’ ου η εκτέλεση, ο επισπεύδων δανειστής. ο κάθε τρίτος δανειστής που έχει έννομο συμφέρον, αλλά και τρίτος που δεν έχει την ιδιότητα του δανειστή.37
Με την αίτηση διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού μπορούσε να ζητηθεί αυτοτελώς η σύντμηση του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού μόνο εάν η
34 ΜΠρΑθ 3462/1970, Δ 1.575 ΕιρΑθ 1664/1970, ΝοΒ 19.672 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ,εκδ.1η, §326 σ. 636 Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 427
35 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ,εκδ.1η, §325 σ. 634
36 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.1η, §326 σ.635-636
37 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ,εκδ.1η, §326 σελ. 636, εύστοχα αναφέρει ότι «προκειμένου περί προγράμματος πλειστηριασμού ακινήτου, ο συγκεντρώνων τας προϋποθέσεις του άρθρου 614 Α.Κ. μισθωτής δικαιούται να απευθυνθεί εις το δικαστήριον και να ζητήσει την διόρθωσιν του προγράμματος δια της εν αυτώ μνείας της μισθώσεως, η οποία θα δεσμεύει και τον υπερθεματιστήν».
11
ορισθείσα ημέρα προσδιοριζόταν σε χρόνο απώτερο του δέοντος38. Αντίθετα, δεν αποτελούσε αντικείμενο της εν λόγω αίτησης η μετάθεση της ημέρας σε απώτερο χρόνο39, διότι αυτό ήταν δυνατό αποκλειστικά με την αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού του άρθρου 1064 ΚΠολΔ/1968.
Ακόμη, με την αίτηση διόρθωσης του άρθρου 1025§1 ΚΠολΔ/1968 μπορούσε να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβειών του προγράμματος ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος και η διαγραφή των επιζήμιων όρων αυτού40. Επίσης, μπορούσε να ζητηθεί η αλλαγή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού σε περίπτωση που συνέτρεχε σπουδαίος λόγος στο πρόσωπο του.
Τέλος, γινόταν δεκτό ότι και η διενέργεια συμπληρωματικών δημοσιεύσεων του προγράμματος αποτελούσε αντικείμενο της αίτησης διόρθωσης41. Σε αυτήν την περίπτωση, το δικαστήριο είχε την εξουσία να επιβάλλει συμπληρωματικές δημοσιεύσεις για να διασφαλίσει τη βέλτιστη δυνατή ενίσχυση του ενδιαφέροντος των πλειοδοτών ακόμα και εάν με αυτή την απόφαση αναπόφευκτα έπρεπε να μετατεθεί η ημέρα του πλειστηριασμού, ώστε να πραγματοποιηθούν οι διαταχθείσες δημοσιεύσεις.
Η απόφαση επί της αιτήσεως διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού αποτελούσε ρυθμιστικό μέτρο της εκτέλεσης και ένεκα αυτού του χαρακτηρισμού δεν μπορούσε ο αιτών να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μέχρι το πέρας της σχετικής δίκης42. Γινόταν όμως δεκτό ότι στις περιπτώσεις που το ελάττωμα του προγράμματος ήταν ιδιαιτέρως σοβαρό, τότε θα έπρεπε να ασκηθεί η ανακοπή του
38 ΜΠρΑθ 3462/1970, Δ 1.575 ΕιρΑθ 1664/1970, ΝοΒ 11971.671 Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ,εκδ.1η, §327 σ. 637
39 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ,εκδ.1η, §327 σ. 637, επισημαίνει, όμως, πως εάν το χρονικό διάστημα έως την διενέργεια του πλειστηριασμού δεν επαρκεί για την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1024 ή 1063, τότε επιβάλλεται η μετάθεση του χρόνου διενέργεια του πλειστηριασμού σε απώτερη ημερομηνία. ∙ Μπρίνιας, σημείωμα σε ΕιρΑθ 1664/1970, ΝοΒ 1971.673, τονίζει ότι ο καθορισμός απώτερης ημερομηνίας διενέργειας του πλειστηριασμού δεν υπάγεται στην ρύθμιση του άρθρου 1025, καθόσον τέτοια αίτηση ισοδυναμεί με αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού.
40 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.1η. §327 σ. 637 Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 426, ως επιζήμιους όρους αναφέρει ενδεικτικά τον όρο «περί του τρόπου καταβολής του πλειστηριάσματος και περί του ύψους της υπό των πλειοδοτών προσφερθησομένης εγγυήσεως».
41 Βλ. Μπέης Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 427
42 Βλ. Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 428
12
άρθρου 995 ΚΠολΔ/1968, όπου σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε και να ζητήσει την αναστολή της εκτελέσεως μέχρι της έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής43.
IV. Η τροποποίηση του ν.δ. 958/1971 στην ανακοπή διόρθωσης
Με την τροποποίηση του ΚΠολΔ/1968 με το ν.δ. 958/1971 διατηρήθηκαν τα δυο διακριτά ένδικα βοηθήματα των άρθρων 1018§4 και 1025§1 ΚΠολΔ/1968 και επαναριθμήθηκαν αντίστοιχα ως 954§4 και 961§1. Η τροποποίηση του ΚΠολΔ επηρέασε σημαντικά αμφότερα τα ένδικα βοηθήματα, τα οποία και εντάχθηκαν στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Σύμφωνα με την διατύπωση του άρθρου 954§4 προβλεπόταν ότι « Κατά της εν §§1 και 2 εκτιμήσεως και του ορισμού τιμής πρώτης προσφοράς δικαιούται πας έχων έννομον συμφέρον να ασκήσει ανακοπή δικαζόμενη κατά τας διατάξεις των άρθρων 686 επ. υπό του κατά το άρθρο 933 δικαστηρίου, δυνάμενου να καθορίσει μείζονα τιμή πρώτης προσφοράς». Όπως άλλωστε προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του ν.δ. 958/197144, η τροποποίηση αυτή αποσκοπούσε στην ταχεία εκδίκαση της ανακοπής και την περιστολή των ασκούμενων προς παρέλκυση της αναγκαστικής εκτελέσεως ανακοπών, καθώς επιτρεπόταν η παράλληλη άσκηση ανακοπής του άρθρου 1018§4 και αίτησης αναστολής45. Μάλιστα, από την διατύπωση της ανακοπής διόρθωσης συνάγεται εναργώς η νομοθετική βούληση για παραπομπή στο άρθρο 933 αποκλειστικά για την οριοθέτηση της αρμοδιότητας του δικαστήριο. Αντίστοιχες σταθμίσεις46 συνέβαλλαν και στην τροποποίηση του άρθρου 961§1, που προέβλεπε ότι «Τη αιτήσει του καθ’ ου ή του υπέρ ου η εκτέλεσις ή και παντός έχοντος έννομον συμφέρον το κατά το άρθρο 933 αρμόδιον δικαστήριον, δικάζον κατά την διαδικασίαν των άρθρων 686 επ. δυνάμει να διατάξει την διόρθωσιν του προγράμματος του πλειστηριασμού και την επανάληψιν των εν
43 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.1η, §325 σ. 635∙ Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 428
44 Βλ. αναδημοσίευση της σε Γέσιου-Φαλτσή/Καϊσης/Νίκας, Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικός Νόμος, 1996, σ. 734
45 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ. 2η, §282 σ.758∙ Καμπουράκη, Παρατηρήσεις σε ΜΠρΘεσ 2112/1972, Αρμ 1973.63
46 Εισηγητική έκθεση ν.δ. 958/1971 σε Γέσιου-Φαλτσή/Καϊσης/Νίκας, ΚΠολΔ, σ. 735, όπου στον άρθρο 1025 αναφέρει ότι «συνεπληρώθη η παρ.1προς καθορισμόν εκδικάσεως των εν αυτή αιτήσεων κατά την ταχείαν διαδικασίαν των άρθρων 730επ. και προς ακριβή προσδιορισμόν του χρόνου ενάρξεως των εν αυτή προθεσμιών».
13
άρθρω 960 γνωστοποιήσεων, επιβάλλον και συμπληρωματικάς δημοσιεύσεις εις εφημερίδας, ορίζον δε άμα την ημέρα του πλειστηριασμού. Αι εν άρθρω 960§§1 και 2 προθεσμίαι άρχονται από της καταθέσεως της αποφάσεως εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον».
Από την Αιτιολογική Έκθεση του ν.δ. 958/1971 προκύπτει ότι η νομοθετική παρέμβαση απέβλεψε στην υπαγωγή των άρθρων 954§4 και 961§1 στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποκλειστικά για την ταχεία εκδίκαση αυτών47. Ζήτημα γεννάται όμως από τη διατύπωση του άρθρου 954§4 που αρκείται σε παραπομπή στο άρθρο 933 αποκλειστικά για την οριοθέτηση της αρμοδιότητας του δικαστηρίου της ανακοπής, καθώς η προϊσχύουσα ρύθμιση δεχόταν ότι η ανακοπή διόρθωσης αποτελούσε ειδικότερη μορφή της γενικής ανακοπής κατά της εκτέλεσης48. Μετά την τροποποίηση του ν.δ. 958/1971 αποκλείστηκε ρητά η δυνατή χορήγησης αναστολής του άρθρου 938, όπως συνέβαινε υπό το καθεστώς του ΚΠολΔ/1968, αλλά, ωστόσο, υποστηρίχθηκε49 ότι ήταν δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 691§2, η οποία υποκαθιστούσε τη δυνατότητα αναστολής και εμπόδιζε την εκτέλεση μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της ανακοπής.
Αναμφισβήτητα η υπαγωγή του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής του άρθρου 954§4 στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είχε ως αποτέλεσμα την περιστολή της παρελκύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως με την άσκηση της εν λόγω ανακοπής. Αυτό όμως δεν αποθάρρυνε τους κακόπιστους οφειλέτες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την αίτηση διόρθωσης του άρθρου 961§1 ως μέσο παρελκύσεως της διαδικασίας και
47 Βλ. ΜΠρΠειρ 2880/1997, με σύμφωνες παρατηρήσεις Γ. Μωράτη, ΝΔ 1977.324-325∙ Ράμμος, Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, τ.3, 1982, §405 σ.1496∙ Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης ΙΙ, 1983, σελ. 119 §54  Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.2η , §282 σ.758 και §326 σ.850, ειδικότερα η εκδίκαση της ανακοπής του άρθρου 954§4 με την διαδικασία των άρθρων 686επ. επιδίωκε την περιστολή των παρελκύσεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία ήταν δυνατόν να ανασταλεί με την παράλληλη άσκηση αιτήσεως αναστολής. Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, εκδ. 4η, 1985 σ.529,530 ∙ Καμπουράκη, Αρμ 1973.64
48 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, 1983, §54 σ. 118-119, υποστηρίζει ότι «η ανακοπή του άρθρου 954§4 δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τις ανακοπές του άρθρου 933 ( που προσβάλλουν το κύρος των πράξεων εκτελέσεως), ούτε και να στηρίξει την αίτηση αναστολής του άρθρου 938».∙ Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.2η , §281 σ.758∙ Τζίφρας, ΑσφΜ, 4η , σ.529∙ Καμπουράκη, Αρμ 1973/64, δεχόμενη ότι η ανακοπή αυτή αποτελεί αίτηση περί λήψης ρυθμιστικού μέτρου της εκτελέσεως, καθότι δεν προσβάλλεται το κύρος της κατασχέσεως ∙ Πρβλ. αντιθ. γνώμη σε Καλύβα, Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΗλ 5/1997, Δ 1977.826, σύμφωνα με αυτήν «η ανακοπή του άρθρου 954§4 έχει ακυρωτικό αίτημα, ανοίγει δηλαδή διαγνωστική δίκης, προς ακύρωση των έννομων συνεπειών της εκτέλεσης»
49 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ. ΙΙ, 1983, §54 σ.119 Τζίφρας, ΑσφΜ, 4η , σ.529∙ Καμπουράκη, Αρμ 1973.64
14
αναβολής του πλειστηριασμού50. Έτσι, σύνηθες στην πράξη ήταν η άσκηση της αιτήσεως τις παραμονές του πλειστηριασμού προκειμένου ο αιτών να αιφνιδιάσει τον επισπεύδοντα και να υφαρπάξει μια ευνοϊκή απόφαση από το δικαστήριο, ώστε εμμέσως να διαταχθεί η αναστολή του πλειστηριασμού51. Για την αντιμετώπιση των μεθοδευμένων αιτήσεων που κατατίθεντο την τελευταία στιγμή προστέθηκε το εδ. β’ στο άρθρο 961§1 με το άρθρο 23§1 του ν. 1478/1984, το οποίο προέβλεπε ότι «η αίτηση είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερον τρεις εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.».
V. Η κατάργηση της αίτησης διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού και η αναμόρφωση της ανακοπής διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης με το ν.2298/1995
Η μεταρρύθμιση του ν. 2298/199552 επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με σκοπό την επιτάχυνση της διαδικασίας και την αντιμετώπιση μεθοδεύσεων κακόπιστων οφειλετών, οι οποίοι μέσω αυτών παρελκύουν ή και δυσχεραίνουν την ικανοποίηση των πιστωτών τους. Ειδικότερα, με τον ν. 2298/1995 καταργήθηκε το πρόγραμμα πλειστηριασμού και η αίτηση διόρθωσης του άρθρου 961§1 και αναμορφώθηκε ριζικά η ανακοπή διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης του άρθρου 954§4.
50 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ. 2η , §325 σ.847-848∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ. ΙΙ, 1983, §59 σ.208∙ Μπέης, Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΑθ 13144/1976, Δ 1976.746επ.∙ Μάζης, Αδυναμίες του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης, Δ 1993.877επ.
51 ΜΠρΘεσ 1892/1983,με σύμφωνες παρατηρήσεις του Χαράλαμπου Παπαδάκη, ΕλλΔνη 1983.1104, και η οποία δέχεται ότι «η αίτηση αυτή που στηρίζεται στις διατάξεις του ΚΠολΔ 961, 998§4 είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί κατά την διάταξη ΚΠολΔ 116 γιατί ο αιτών χρησιμοποιεί την δικονομική αυτή δυνατότητα( διόρθωση του προγράμματος του πλειστηριασμού) καταχρηστικά και επιδιώκει μόνον την παρέλκυση της αναγκαστικής εκτέλεσης». ∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ. ΙΙ, 1983, §59 σ. 209∙ Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ. 2η , §325 σ.847-848∙ Μπέης, Παρατηρήσεις σε ΜΠρΑθ 13144/1976, Δ 1976.746
52 Βλ. αναδημοσίευση της σε Γέσιου-Φαλτσή/Καϊσης/Νίκας, Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικός Νόμος, 1996, σ. 769, όπου αναφέρει ότι «Σπουδαίο μέτρο επιτάχυνσης της εκτελεστικής διαδικασίας και περιορισμού της σχετικής δαπάνης είναι η κατάργηση του "προγράμματος πλειστηριασμού", το οποίο αντικαθίσταται με "περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης". Αυτή, εμπλουτιζόμενη ώστε να έχει όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα (παρ. 11 υπό β' και 23), επιδίδεται στον καθ' ου η εκτέλεση. Σε αυτήν περιέχεται η εκτίμηση και η τιμή πρώτης προσφοράς, καθώς και η περιγραφή του κατασχεθέντος, άρα αυτή και μόνο υπόκειται στην ειδική και αποκλειστική ανακοπή του άρθρου 954 παρ.4 (παρ. 7). Αυτή δημοσιεύεται και επιδίδεται στα ίδια πρόσωπα στα οποία επιδιδόταν το πρόγραμμα (παρ. 11 και 23)».∙ Γιαννούλης, Σκέψεις γύρω από την τροποποίηση του ν.2298/1995 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Δ 1995/891
15
Έτσι, λοιπόν, για λόγους επιτάχυνσης της εκτελεστικής διαδικασίας και περιορισμό της σχετικής δαπάνης καταργήθηκε το πρόγραμμα πλειστηριασμού, το οποίο όμως επί της ουσίας αντικαταστάθηκε από την «περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης», με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνεται ούτε το ολιγοδάπανο ούτε η επιτάχυνση της εκτελεστικής διαδικασίας53.
Αντίθετα, η κατάργηση του ενδίκου βοηθήματος της αίτησης διόρθωσης του άρθρου 961§1 σε συνδυασμό με την ριζική αναμόρφωση της ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτέλεσε μια ουσιαστική και επιτυχής νομοθετική παρέμβαση54. Πιο συγκεκριμένα, η αίτηση διόρθωσης χρησιμοποιούνταν αρκετά συχνά ως μέσο παρελκύσεως της διαδικασίας και αναβολής του πλειστηριασμού, καθώς το εν λόγω ένδικο βοήθημα υποβαλλόταν επίτηδες τις παραμονές του πλειστηριασμού, προκειμένου να αιφνιδιάσει τον επισπεύδοντα και να «εκβιάσει» μια ευνοϊκή και μεθοδευμένη απόφαση αναστολής υπέρ του αιτούντος, αφού ο χρόνος ως τον πλειστηριασμό δεν επαρκούσε για την διόρθωση του προγράμματος. Μετά την τροποποίηση αυτή, η αναμορφωθείσα ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί τον αποκλειστικό τρόπο διόρθωσης κάθε έλλειψης ή ελαττώματος της κατασχετήριας έκθεσης, και η όποια παρέμεινε έως και σήμερα αναλλοίωτη ως προς το αντικείμενό της. Σύμφωνα, λοιπόν, με την διατύπωση του άρθρου 954§4 γίνεται δεκτό ότι με αυτήν επιτρέπεται η διόρθωση κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης, της εκτίμησης της αξίας του κατασχεμένου και της τιμής πρώτης προσφοράς55.
Πρέπει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι η εξουσία του δικαστηρίου να καθορίζει την τιμή πρώτης προσφοράς επί κατασχέσεων ακινήτων περιορίστηκε από την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 995§1 με το ν.3714/2008, σύμφωνα με την οποία η τιμή πρώτης προσφοράς δεν μπορούσε να υπολειπόταν της αντικειμενικής αξίας56, όπως αυτή
53 Βλ. Νικολόπουλος, Οι τροποποιήσεις του Δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως με το ν.2298/1995, σ.24∙ Μάζης, Η κατάργηση του προγράμματος, η αναμόρφωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και του αναπλειστηριασμού και άλλες ουσιώδεις τροποποιήσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης με το ν. 2298/1995, Δ 1996.955
54 Βλ. Μάζη, Δ 1996.956-957
55 Βλ. Μάζης, Δ 1996.957∙ Γιαννούλης, Δ 1995.891
56 Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στη θεωρία και νομολογία, δεν είχε καταργηθεί το άρθρο 954§2 εδ. γ, και συνεπώς σε περίπτωση που τα 2/3 της εκτιμηθείσας από τον δικαστικό επιμελητή αξίας του ακινήτου ήταν μεγαλύτερη από την αντικειμενική αξία του ακινήτου, τότε οριζόταν ως τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 2/3 της εκτιμηθείσας αξίας. Βλ ενδεικτικά Νικολόπουλος, Αναγκαστική Εκτέλεση, εκδ.2η , 2012,
16
προέκυπτε από τα άρθρο 41 του ν.1249/1982. Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου δεν αφορούσε και την κατάσχεση κινητών, όπου μπορούσε να καθοριστεί τιμή πρώτης προσφοράς μεγαλύτερη ή μικρότερη, χωρίς όμως να παραβιάζεται το ελάχιστο όριο του άρθρου 954§2 εδ. γ’. Έτσι, το δικαστήριο μπορούσε να καθορίσει μικρότερη τιμή πρώτης προσφοράς σε περίπτωση που προέβαινε σε ταυτόχρονη μείωση της εκτίμησης της αξίας του πράγματος.
VI. Η ανακοπή του άρθρου 954§4 μετά την τροποποίηση του ν.4335/2015
Με την εκτενή τροποποίηση του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης με το ν. 4335/2015 νομοθετική βούληση αποτέλεσε η περαιτέρω επιτάχυνση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης57. Η τροποποίηση αυτή επηρέασε και το ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρθρου 954§4. Κατ’ αρχάς, διευρύνθηκε η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής σε είκοσι εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού και ταυτόχρονα προβλέφθηκε υποχρεωτική έκδοση και ανάρτηση της απόφασης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν. του Ε.Τ.Α.Α. τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την διενέργεια του πλειστηριασμού. Επίσης, απαλείφθηκε η διατύπωση που επέτρεπε τον ορισμό νέας ημέρας πλειστηριασμού, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος δεν επαρκούσε για την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, καθώς η δημοσιότητα της απόφασης που διορθώνει την κατασχετήρια καλύπτεται απολύτως με την ανάρτηση στην ιστοσελίδα Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν. του Ε.Τ.Α.Α.
Με την πρόσφατη τροποποίηση του ΚΠολΔ με τον ν.4335/201558 η ρύθμιση της ανακοπής του άρθρου 954§4 προσέλαβε την ισχύουσα μορφή της. Υπό την ισχύουσα διατύπωση του άρθρου 954§4 προβλέπεται ότι με αυτήν επιτρέπεται η διόρθωση κάθε
σ.316 σημ.89∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή κατά αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου κατά τον ΚΠολΔ, 2009,§308 σ. 414∙ Αρβανιτάκης, Παρατηρήσεις σε ΜΠρΓιαννιτσ 417/2008 και ΜΠρΚερκ 2537/2008, ΕΠολΔ 2008.872∙ Κολλιόπουλος, ο νέος νόμος 3714/2008 «Προστασία δανειοληπτών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 231/7.11.2008). Ερμηνευτική προσέγγιση και προβληματισμοί, ΕΠολΔ 2008/916∙ Από νομολογία βλ. ΜΠρΚερκ 2537/2008, ΕΠολΔ 2008.871∙ ΜΠρΑρτ 54/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΤριπ 193/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 6862/2012, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 22/2012, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαμ 45/2014, ΝΟΜΟΣ
57 ΑιτΕκθ., διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ. 21 επ.
58 Ειδικότερα, όμως, στο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87 23.7.2015), σύμφωνα με ειδική ρύθμιση στις μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 9§3) ορίζεται ρητώς ότι «Οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά τις 1.1.2016»
17
είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης και η οποία πρέπει να ασκηθεί τουλάχιστον είκοσι εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού. Πλέον, η απόφαση επί της ανακοπής πρέπει να εκδοθεί και να αναρτηθεί στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν. του Ε.Τ.Α.Α. υποχρεωτικά δέκα ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό59. Δεδομένου ότι υπό την νέα μορφή της αποκλείεται κάθε περίπτωση ορισμού νέας ημέρας πλειστηριασμού, πρέπει να επιδοκιμαστεί η νομοθετική παρέμβαση, αφού δεν υφίσταται πλέον κανένα περιθώριο παρελκύσεως της εκτελεστικής διαδικασίας. Επιπροσθέτως, η παραχρήμα ανάρτηση της διορθωτικής απόφασης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεως πλειστηριασμών του Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν. του Ε.Τ.Α.Α. καλύπτει επαρκώς την ανάγκη δημοσιότητας του πλειστηριασμού60. Με βάση τα ανωτέρω, η πρόσφατη νομοθετική επέμβαση στο πεδίο της αντιμετώπισης των ατελειών της κατασχετήριας έκθεσης πρέπει να θεωρηθεί ως επιτυχής, επειδή αφενός διασφαλίζει την κατά το μέτρο του δυνατού ακριβή περιγραφή και εκτίμηση του κατασχεθέντος πράγματος και αφετέρου αποκλείει κάθε ενδεχόμενο παρέλκυσης της εκτελεστικής διαδικασίας.
Όμως, για την πληρότητα της εξέτασης της τροποποίησης της ανακοπής του άρθρου 954§4, σκόπιμη κρίνεται και η εξέταση των νέων διατάξεων των άρθρων 955 και 995 σχετικά με την δημοσιότητα του πλειστηριασμού. Με τις νέες αυτές διατάξεις προβλέπεται ότι η απαιτούμενη δημοσιότητα του πλειστηριασμού καλύπτεται αποκλειστικά δια της καταχωρήσεως αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης στην ιστοσελίδα του Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν. του Ε.Τ.Α.Α.61. Αντιθέτως, υπό το προϊσχύον62 νομοθετικό καθεστώς προβλεπόταν η δημοσίευση αποσπάσματος της περίληψης της
59 Εν αντιθέσει με την προϊσχύουσα ρύθμιση που προέβλεπε την κατάθεση της αποφάσεως στον υπάλληλο του πλειστηριασμού με επιμέλεια των διαδίκων, υπό την νέα μορφή της ανακοπής προβλέπεται άμεση ανάρτηση της απόφασης στην ιστοσελίδα του Δ.Δ.Δ. του Τ.ΑΝ. του Ε.Τ.Α.Α. με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου. Με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί επαρκώς η έγκαιρη γνωστοποίηση στους ενδιαφερόμενους υπερθεματιστές της διόρθωσης,
60 ΑιτΕκθ. ν.4335/2015, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ. 22
61 ΑιτΕκθ. ν.4335/2015, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ. 22 ∙ Πρβλ. Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ. 343-344 σημ. 246, ο οποίος εύστοχα είχε επισημάνει ότι «η δημιουργία ιστοσελίδας πλειστηριασμών και η ηλεκτρονική δημοσίευση σ’ αυτήν του αποσπάσματος θα διασφάλιζε τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα του πλειστηριασμού, ώστε να προσέλθουν περισσότεροι υποψήφιοι πλειοδότες και να επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα»
62 Με την τροποποίηση του ν.4335/2015 καταργήθηκαν τα άρθρα 960, που αφορούσε την δημοσιότητα του πλειστηριασμού κινητού, και 999, που αφορούσε την δημοσιότητα του πλειστηριασμού ακινήτου.
18
κατασχετήριας έκθεσης και σε καθημερινή εφημερίδα του τόπου πλειστηριασμού, ώστε να λάβουν γνώση μέσω του τύπου γνώση του επικείμενου πλειστηριασμού οι ενδιαφερόμενοι πλειοδότες και οι λοιποί δανειστές του καθ’ ου η εκτέλεση. Μάλιστα, η εν λόγω διαφοροποίηση δικαιολογείται απολύτως από την σαφή νομοθετική επιλογή για βελτίωση και απλοποίηση του συστήματος της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά και ταχύτερη διεξαγωγή της εκτελεστικής διαδικασίας. Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί63 ότι με την κατάργηση της δια του τύπου δημοσιότητας ενδέχεται να μην πληροφορηθούν τον επικείμενο πλειστηριασμό αρκετοί ενδιαφερόμενοι πλειοδότες που δεν έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το επιχείρημα, όμως, αυτό δεν παρουσιάζεται ιδιαιτέρως πειστικό, καθώς και η προϊσχύουσα ρύθμιση που προέβλεπε την δημοσίευση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης μερικές μέρες πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού σε φύλλο της εφημερίδας του τόπου του πλειστηριασμού, παρά το γεγονός ότι είχαν πρόσβαση σ’ αυτήν το σύνολο των ενδιαφερόμενων πλειοδοτών του τόπου που εκδίδεται, απέκλειε την γνώση του πλειστηριασμού σε ένα αρκετό ευρύ κύκλο πιθανών ενδιαφερομένων πλειοδοτών που δεν είχαν πρόσβαση στην τοπική καθημερινή εφημερίδα. Με την νέα ρύθμιση, αντιθέτως, οι δημοσιεύσεις, που θα αναρτώνται στην ιστοσελίδα πλειστηριασμών του Τ.Α.Ν. του Ε.Τ.Α.Α., θα είναι προσβάσιμες σε όλους τους χρήστες του διαδικτύου μέσω της ανωτέρω ιστοσελίδας και οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες αυτής θα προσφέρονται δωρεάν64. Ειδικότερα, οι ενδιαφερόμενοι χρήστες θα μπορούν μέσω φίλτρων επιλογής να αναζητούν τα αποσπάσματα περιλήψεων όλων των επικείμενων πλειστηριασμών με συγκεκριμένα κριτήρια, ώστε να λάβουν γνώση όλων των επικείμενων πλειστηριασμών που τους ενδιαφέρουν και θα διενεργηθούν ανά την επικράτεια. Μάλιστα, η δημοσίευση του αποσπάσματος στην ιστοσελίδα μέχρι την δέκατη ημέρα από την κατάσχεση σε συνδυασμό με την νέα διάταξη του άρθρου 954§2 εδ. ε’, που προβλέπει ότι η ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7)
63 Βλ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του ΣχΝΚΠολΔ 2014 ως προς το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ΕΠολΔ 2014.269∙ Μάζης, Ο ίδιος, Παρέμβαση αναφορικά με τις διατάξεις του Σχεδίου για την αναγκαστική εκτέλεση, ΕΠολΔ 2014.282-283, και ιδίως υποσημ. 23, όπου χαρακτηριστικά αναφέρει ότι λόγω της παράλειψη της δια του τύπου δημοσιότητας του πλειστηριασμού τρακτέρ καθίσταται αμφίβολο εάν σε αυτόν τον πλειστηριασμό θα εμφανισθεί πλειοδότης.
64 Σύμφωνα με το άρθρο 3§4 του π.δ. 67/2015 (ΦΕΚ Α’ 110 17/09/2015), που ρυθμίζει την διαδικασία ηλεκτρονικής δημοσίευσης αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης και περιλήψεων πράξεων και δηλώσεων στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Ενιαίου Ταμείου Απασχολουμένων – Τομέα Ασφάλισης Νομικών ( ΕΤΑΑ-ΤΑΝ)
19
μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης, διασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα του πλειστηριασμού, καθώς οι δημοσιεύσεις παραμένουν ανηρτημένες για αρκετούς μήνες στην ιστοσελίδα, ώστε να προσέλθουν περισσότεροι υποψήφιοι πλειοδότες και να επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα. Αντίστοιχα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και η ανάρτηση της γνωστοποίησης της δήλωσης συνέχισης και της ημέρας του νέου πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα του Δ.Δ.Δ. του Τ.ΑΝ. του Ε.Τ.Α.Α. καλύπτει την απαιτούμενη δημοσιότητα του νέου πλειστηριασμού, αφού μέσω αυτής διασφαλίζεται επαρκώς η γνωστοποίηση της νέας ημέρας πλειστηριασμού στους ενδιαφερόμενους υπερθεματιστές. Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι οι εξετασθείσες τροποποιήσεις συμβάλλουν σημαντικά τόσο στην απλούστευση της διαδικασίας του πλειστηριασμού όσο και στην μείωση των απαιτούμενων δαπανών της εκτελεστικής διαδικασίας.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι με τον ν. 4335/2015 τροποποιήθηκε το άρθρο 993§2, το οποίο, πλέον, προβλέπει ότι για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία65. Αντίστοιχα, η τιμή πρώτης προσφοράς για το ακίνητο που εκπλειστηριάζεται, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 995§1 εδ. δ66, ορίζεται η εμπορική αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης και όχι η αντικειμενική αξία, όπως προέβλεπε η προϊσχύουσα ρύθμιση.
65 Στο άρθρο 12 των μεταβατικών διατάξεων του ν.4335/2015, προβλέπεται ότι «η διάταξη του άρθρου 993 παράγραφος 2 εδάφιο γ’ θα τεθεί σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερα από κοινή πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο θα εκδοθεί το αργότερο μέχρι 1.6.2016 και θα καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας αυτή και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, αν για το ακίνητο που κατάσχεται προβλέπεται αντικειμενική αξία για τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης, η εκτίμηση δεν μπορεί να υπολείπεται της αξίας αυτής, όπως ισχύει κατά το χρόνο της κατάσχεσης». ∙ Βλ. αναλυτικά πιο κάτω §12 ΙΙ
66 Στο άρθρο 13 των μεταβατικών διατάξεων του ν.4335/2015, προβλέπεται ότι « η διάταξη του άρθρου 995 παράγραφος 1 εδάφιο δ’ θα τεθεί σε εφαρμογή με το ανωτέρω στην παράγραφο 12 προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερα από κοινή πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του ν.1249/1982 (Α’ 43), όπως εκάστοτε ισχύουν και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδιδομένων κανονιστικών αποφάσεων».
20
21
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Έννοια και νομική φύση της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ και πεδίο εφαρμογής της
§2. Νομική φύση της ανακοπής
I. Εισαγωγικά
Στο κεφάλαιο αυτό πρόκειται να εξετασθεί η νομική φύση της ανακοπής του άρθρου 954§4 και το πεδίο εφαρμογής της. Ήδη από την προηγηθείσα ιστορική αναδρομή της ανακοπής του άρθρου 954§4 καθίσταται προφανές ότι πρόκειται για μια ιδιόμορφη ανακοπή, η οποία έχει υποστεί αρκετές τροποποιήσεις καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του ΚΠολΔ. Για την πληρέστερη κατανόηση της ανακοπής του άρθρου 954§4 κρίνεται σκόπιμη η παράθεση των υποστηριζόμενων απόψεων περί την νομική φύση της ανακοπής και η οριοθέτησή της σε σχέση με την ανακοπή του άρθρου 933.
II. Νομική φύση της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ
Η ανακοπή του άρθρου 954§4, και υπό τη νέα μορφή της, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την ανακοπή του άρθρου 933, και αυτό διότι με αυτή την ανακοπή δεν προσβάλλεται το κύρος της εκθέσεως κατασχέσεως67. Ειδικότερα, η ανακοπή αυτή δεν ασκεί ακυρωτική, αλλά απλώς διορθωτική λειτουργία68, που αποσκοπεί στη διόρθωση ελλείψεων ή ελαττωμάτων της έκθεσης κατάσχεσης Συνεπώς, ακόμα και εάν ευδοκιμήσει η ανωτέρω ανακοπή δεν ακυρώνεται η κατάσχεση, αλλά διορθώνεται η κατασχετήρια έκθεση.
Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα γνώμη η ανακοπή του άρθρου 954§4 χαρακτηρίζεται είτε ως ρυθμιστικό μέτρο της εκτελεστικής διαδικασίας69 είτε ως
67 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ,2001, §54 σ.211∙ Νίκας, Αναγκαστική Εκτέλεση ΙΙ, 2012 σ.188 σημ.53
68 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.211∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, σ.188 σημ.53∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος , 2005, σ. 2032 σημ.38∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.13, σ. 669∙ Χαμηλοθώρης, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2010, σ.519 σημ. 2186∙ Απαλαγάκη (-Μπαλογιάννη), Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας 2β, 2008, σ.539 σημ.82∙ Ευθυμίου, Η δυνατότητα δικαστικής αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει λόγω άσκησης της ανακοπής του άρθρου 954§4 (με αφορμή τη ΜΠρΡοδ 80/2014), ΕΠολΔ 2014.308∙ Υπό την προηγούμενη ρύθμιση βλ. Βλαστός, ενημ. σημείωμα σε ΜΠρΧαλκ 96/1973, Δ 1973.585∙ Τσαμπάζη/ Ταρασίδου, Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΞανθ 181/1990, Δ 1994/1100
69 ΕφΑθ 9935/2002, Δνη 2005.530∙ ΕφΑθ 4156/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 2799/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΠειρ 1495/2006, Δ 2006.581∙ ΜΠρΡοδ 943/2007, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 14016/2011, ΕΠολΔ 2011.659∙ ΜΠρΧαν 281/2013, ΝΟΜΟΣ∙ Από θεωρία βλ. Γέσιου-Φαλτσή, Οι θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της αναγκαστικής εκτελέσεως-Ειδικότερα: Η αρχή διαθέσεως, Δ 1987.653,
22
ιδιώνυμη ανακοπή70 που προσομοιάζει με αίτηση λήψης ρυθμιστικού μέτρου. Υπό την πρώτη ερμηνευτική εκδοχή, η ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί ρυθμιστικό μέτρο που αποσκοπεί στην διόρθωση κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης, ή επανακαθορισμό της εκτίμησης και της τιμής πρώτης προσφοράς του κατασχεμένου, ώστε να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο περιορισμός των κινδύνων ακυρώσεώς του και κυρίως η επίτευξη του μεγαλύτερου κατά το δυνατόν πλειστηριάσματος71. Κατά την παραλλαγή της ανωτέρω εκδοχής, η ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί ιδιώνυμη ανακοπή που προσομοιάζει με αίτηση για λήψη ρυθμιστικού μέτρου της εκτέλεσης. Για την θεμελίωση της θέσης αυτής βάση αποτέλεσε η διάκριση της ειδικής διορθωτικής ανακοπής από την ανακοπή του 933. Έτσι, υποστηρίχθηκε72 ότι η διορθωτική ανακοπή δεν δύναται να εξομοιωθεί με εκείνη την ανακοπή του 933, αφού, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, δεν προσβάλλει ούτε το κύρος των πράξεων της εκτελέσεως, ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατασχέσεως, αλλά απλώς διορθώνει την κατασχετήρια έκθεση73. Σύμφωνα όμως με την νομολογία74 του Αρείου
και ιδίως υποσημ. 72∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.162∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, 2000, άρθρ.954 αριθμ.6, σ.1843∙ Διαμαντόπουλος, σ. 413 σημ.306∙ Μάζης, Δ 1996.957∙ Μπαλογιάννη, Παρατηρήσεις υπό 76/2001, Δ 2001.471
70 Από νομολογία βλ. ΜΠρΤρικ 513/2002, Αρμ 2003.253∙ ΜΠρΔραμ 305/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΒολ 2398/2004, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 1812/2004, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626∙ ΜΠρΘεσσ 48223/2007, Αρμ 2008.1085∙ ΜΠρΑθ 3489/2009, ΕΠολΔ 2009.360∙ ΜΠρΡοδ 2358/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 10811/2014, με σχολ. Α. Άνθιμου, Αρμ 2015.99∙ ΜΠρΛαμ 45/2014, ΝΟΜΟΣ∙ ΕιρΚατ 256/2013, με σχολ. Α. Άνθιμου Αρμ 2015.101∙ Από θεωρία βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.212∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.188 σημ.53∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, 2012,άρθρο 954 αριθμ.13, σ. 668∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ, σ.521 σημ. 2191∙ Πρβλ. Απαλαγάκη, Η εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων στις ιδιωτικού δικαίου διαφορές που δεν συνιστούν ασφαλιστικό μέτρο, Δ 2003.656, η οποίο κατ’ αποτέλεσμα καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα, καθώς ως ρυθμιστικά μέτρα αναφέρει τις ρυθμίσεις των άρθρων 912§2, 918§5,929§3, 938§3, 994 και 1019 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, σημειώνει ότι το ένδικο βοήθημα του άρθρου 954§4 «εμφανίζει με αυτά μόνο μια επιφανειακή ομοιότητα», επειδή αφορούν όλες τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Συμπεραίνει, λοιπόν, ότι, παρά την κοινή τους λειτουργική αποστολή, δεν είναι ισότιμα ρυθμιστικά μέτρα».
71 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.212∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ. 189 σημ. 55∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ. 2032 σημ.38∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.2, σ. 1842∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.304∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, 2012,άρθρο 954 αριθμ.13, σ. 668
72 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.211∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, σ.188 σημ.53∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.13, σ. 669
73 ΑΠ 1497/2003, ΧρΙΔ 2004.239∙ ΑΠ 1687/2005, ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1754/2011, ΕΠολΔ 2012.242∙ ΜΠρΜεσολ 702/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΤριπ 193/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 300/2012, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΧιου 268/2013, ΝΟΜΟΣ
74 ΑΠ 546/1988, ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 697/1994, ΕλλΔνη 1996.68∙ ΑΠ 1983/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1167/2012, ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1655/2013, ΝΟΜΟΣ
23
Πάγου, η ανακοπή του άρθρου 954§4 δεν εντάσσεται ούτε στα ρυθμιστικά της εκτελέσεως ασφαλιστικά μέτρα που εξομοιώνονται διαδικαστικά με τα γνήσια ασφαλιστικά μέτρα. Γι’ αυτό και υπό αυτή την εκδοχή υποστηρίζεται75 ότι η ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί μεν ρυθμιστικό μέτρο της αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο, όμως, δεν αποτελεί γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο και ως εκ τούτου εφαρμόζονται σ’ αυτήν αποκλειστικά οι διατάξεις που συμβιβάζονται με την φύση της δικαζόμενης υπόθεσης. Ως μόνο κοινό γνώρισμα της διορθωτικής ανακοπής και των ρυθμιστικών μέτρων που εξομοιώνονται με τα γνήσια ασφαλιστικά μέτρα εμφανίζεται η διασφάλιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, χωρίς ,ωστόσο, να είναι αρκετό για να την καταστήσει ισότιμο ρυθμιστικό μέτρο76.
Σύμφωνα με μια εκ διαμέτρου αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση77 η ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της ανακοπής του άρθρου 933 και ο χαρακτηρισμός της ως τέτοιας κρίνεται συνεπέστερος προς τη διαχρονική εξέλιξη της. Κατά την εκδοχή αυτή, ο χαρακτήρας αυτός της εν λόγω ανακοπής, που προβλεπόταν ήδη υπό την αρχική μορφή της ρύθμισης του άρθρου 1018§4 ΚΠολΔ/196878 , δεν έχει μεταβληθεί από τις διαδοχικές νομοθετικές επεμβάσεις. Ειδικότερα, υποστηρίζεται79 ότι ο χαρακτηρισμός της ανακοπής του άρθρου 954§4 ως «ειδικής και αποκλειστικής» στην αιτιολογική Έκθεση του ν.2298/1995 συνηγορεί υπέρ αυτής της εκδοχής, καθώς προϋποθέτει νοηματικά την αντιδιαστολή προς άλλο γενικότερο ένδικο βοήθημα, που εν προκειμένω ως τέτοιο νοείται η ανακοπή του άρθρου 933. Εντούτοις η εν λόγω ανακοπή δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την ανακοπή του άρθρου 93380, διότι δεν προσβάλλει το
75 Βλ. Κράνης, Λειτουργικές δομές των ασφαλιστικών μέτρων, Δ 2003.685∙ Απαλαγάκη, Δ 2003.656∙ Μπέης, Ανακοπή προς διόρθωση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία επισπεύδεται αναγκαστικός πλειστηριασμός πλοίου, επιβαρυμένου με υποθήκη σε συνάλλαγμα (Γνμδ), Δ 1996.682
76 Βλ. Απαλαγάκη, Δ 2003.656
77 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης και της τιμής πρώτης προσφοράς στον πλειστηριασμό, 2013, σ. 36-37
78 Βλ. αναλυτικότερα και ανωτέρω §1 ΙΙΙ 2Β
79 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.32-33
80 Σύμφωνα με την πάγια στην νομολογία διατύπωση «από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, από την οποία γίνεται παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 933 μόνο για τον προσδιορισμό της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου για την εκδίκασης της ανακοπής, συνάγεται ότι δεν πρόκειται για την ανακοπή του άρθρου 933», πιο συγκεκριμένα βλ. ΜΠρΤρικ 513/2002, Αρμ 2003.253∙ ΜΠρΒολ 2398/2004, ΑρχΝ 2005.185∙ ΜΠρΛαρ 1812/2004, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626∙ ΜΠρΘεσσ 48223/2007, Αρμ 2008.1085∙ ΜΠρΑθ 3489/2009, ΕΠολΔ 2009.360∙ ΜΠρΡοδ 2358/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαμ 45/2014, ΝΟΜΟΣ
24
κύρος των πράξεων εκτελέσεως, ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατασχέσεως, αλλά ,αντιθέτως, έχει διορθωτικό χαρακτήρα που αποβλέπει ειδικώς στην διόρθωση ελλείψεων ή ελαττωμάτων της έκθεσης κατάσχεσης81. Ενώ και ο χαρακτηρισμός της διορθωτικής ανακοπής ως αποκλειστικής οφείλεται στο γεγονός ότι οποιαδήποτε ατέλεια ή παράλειψη της κατασχετήριας έκθεσης, που επιδέχεται ίαση με απλή διόρθωση, προβάλλεται αποκλειστικά μέσω αυτής82.
Ορθότερη κρίνεται η πρώτη εκδοχή, την οποία υιοθετεί παγίως η νομολογία83. Έτσι, η ανακοπή του άρθρου 954§4 χαρακτηρίζεται ως ρυθμιστικό μέτρο της αναγκαστικής διαδικασίας, το οποίο λαμβάνεται προς εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την απρόσκοπτη διενέργεια του πλειστηριασμού, τον περιορισμό των κινδύνων ακυρώσεώς του και ιδίως την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού πλειστηριάσματος84. Η διορθωτική ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά δεν αποτελεί γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο, και αυτό διότι, ενώ τα τελευταία αποτελούν παρεπόμενο της διαγνωστικής δίκης, τα ρυθμιστικά μέτρα επιδιώκουν την διαπλαστική
81 Βλ. πιο αναλυτικά ανωτέρω υποσημ. 65 και 70 ∙ Πρβλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ. 31-32 και 37, ο οποίος τονίζει ότι η απουσία ακυρωτικού αιτήματος στην ανακοπή του άρθρου 954§4 δεν δικαιολογεί τον αποκλεισμό του χαρακτηρισμού αυτής ως ειδικότερης εκδήλωσης της ανακοπής του άρθρου 933. Μάλιστα, αντλεί επιχείρημα υπέρ αυτής εκδοχής από την δυνατότητα ορισμού νέας ημέρας πλειστηριασμού που παρέσχε η προϊσχύουσα ρύθμιση της ανακοπής του άρθρου 954§4. Σύμφωνα με αυτόν, στην περίπτωση αυτή «η ανακοπή του άρθρου 954§4 αναπτύσσει συχνά, έστω και de facto ακυρωτική ενέργεια, ακόμη και αν η ακύρωση αυτή δεν αποτελεί το αίτημα της ανοιγόμενης μέσω αυτής δίκης». Μετά την πρόσφατη τροποποίηση της ανακοπής του άρθρου 954§4 επιβεβαιώνεται απολύτως ότι πρόθεση του νομοθέτη δεν είναι η «έστω και de facto ακυρωτική ενέργεια» της ανακοπής, αλλά μόνο η διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης ως προς τις ιάσιμες ατέλειες ή ελλείψεις της. Υπό αυτά τα δεδομένα, η ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί αίτηση περί λήψεως ρυθμιστικού μέτρου της εκτελέσεως, αφού με αυτή δεν προβάλλονται αντιρρήσεις κατά του κύρους της κατασχέσεως, που οδηγούν σε ακύρωσή της, αλλά αντιθέτως με αυτήν επιδιώκεται απλώς η διόρθωση των ιάσιμων ελλείψεων ή παραλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης, ώστε να καταστεί εφικτή η επίτευξη του κατά το δυνατόν μεγαλύτερου πλειστηριάσματος.
82 Βλ. Μάζης, Δ 1996.957
83 ΕφΑθ 9935/2002, Δνη 2005.530∙ ΕφΑθ 4156/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΤρικ 513/2002, Αρμ 2003.253∙ ΜΠρΔραμ 305/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 2799/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΒολ 2398/2004, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 1812/2004, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626 ∙ ΜΠρΠειρ 1495/2006, Δ 2006.581∙ ΜΠρΘεσσ 48223/2007, Αρμ 2008.1085∙ ΜΠρΡοδ 943/2007, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 3489/2009, ΕΠολΔ 2009.360∙ ΜΠρΘεσσ 14016/2011, ΕΠολΔ 2011.659∙ ΜΠρΧαν 281/2013, ΝΟΜΟΣ
84 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ. 210 σημ. 69∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.189 σημ. 55∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.2, σ. 1842∙ Δεληκωστόπουλος/ Σινανιώτης, Αναστολή της δεσμευτικότητας που έχει η διαπλαστική απόφαση, με την οποία ακυρώνεται ο πλειστηριασμός (Γνμδ), Δ 1978/457∙ Πρβλ. υπό την αρχική μορφή της ανακοπής του άρθρου 954§4 Μωράτη, Παρατηρήσεις σε ΜΠρΠειρ 2880/1977, ΝΔ 1977.324-325
25
ρύθμιση της περαιτέρω πορείας της αναγκαστικής εκτελέσεως85. Γι’ αυτό και κρίνεται86 απολύτως δικαιολογημένη η εφαρμογή αποκλειστικά όσων διατάξεων συμβαδίζουν με το νομοθετικό σκοπό της εν λόγω ανακοπής.
1. Ρυθμιστικό μέτρο της αναγκαστικής εκτελέσεως
Στην διαδικασία της έμμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως, όπου η επισπευδόμενη εκτελεστική διαδικασία είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκη, παραλείψεις και παρατυπίες κάνουν πολύ συχνά την εμφάνιση τους87. Για τον λόγο αυτό προβλέφθηκε η ανακοπή του άρθρου 954§4, η οποία συμβάλλει δραστικά στην επιτάχυνση της εκτελεστικής διαδικασίας, καθώς αποβλέπει ειδικώς στην διόρθωση ελλείψεων ή ελαττωμάτων της εκθέσεως κατασχέσεως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Ενόψει των ανωτέρω συνάγεται ότι η υπό εξέταση ανακοπή δεν έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του κύρους των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά αντιθέτως πρόκειται για ρυθμιστικό μέτρο της εκτελεστικής διαδικασίας που τείνει στην ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, το οποίο λαμβάνεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων88.
Στα ρυθμιστικά μέτρα της αναγκαστικής εκτελέσεως η νομολογία περιλαμβάνει περισσότερες διατάξεις, οι οποίες όμως έχουν ως κοινό γνώρισμα ότι αφορούν την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, χωρίς αυτό να καθιστά όλα τα ρυθμιστικά μέτρα ισότιμα89. Η μία κατηγορία ρυθμιστικών μέτρων εξομοιώνεται πλήρως με τα γνήσια ασφαλιστικά μέτρα, και με τα οποία παρέχεται προσωρινή δικαστική προστασία. Ενώ η άλλη κατηγορία ρυθμιστικών μέτρων δεν αποτελούν γνήσια ασφαλιστικά μέτρα και εφαρμόζονται αποκλειστικά σ’ αυτά οι διατάξεις που συμβιβάζονται με την δικαζόμενη υπόθεση. Επίσης, χαρακτηριστικό της δεύτερης κατηγορίας ρυθμιστικών
85 Βλ. Μπέης, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ.414∙ Κράνης, Δ 2003.685∙ Απαλαγάκη, Δ 2003.656∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης), ΚΠολΔ ΙΙ, Εισ. Παρ. 682-738 αριθμ.14, σ. 1321
86 Βλ. ανωτ. σε υποσημ. 75
87 Βλ. Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ. 411 σημ. 306
88 Βλ. αντί άλλων Διαμαντόπουλο, Η ανακοπή, σ.413 σημ. 306
89 Βλ. εγγύτερα Απαλαγάκη, Δ 2003.655-656∙ Κράνη, Δ 2003.685∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης), Εισ. Παρ. 682-738 αριθμ.14, σ. 1321
26
μέτρων είναι ότι με τη λήψη τους εξαντλείται η αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας90.
Πιο συγκεκριμένα, η διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954§4 εντάσσεται στα ρυθμιστικά μέτρα που διατάσσονται κατά την ταχεία διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων χωρίς, όμως, να αποτελούν γνήσια ασφαλιστικά μέτρα και συνεπώς εφαρμόζονται σ’ αυτήν αποκλειστικά μόνο οι διατάξεις που συμβιβάζονται προς τη φύση της ανακοπής91. Επομένως, δεν εφαρμόζονται όσες διατάξεις των άρθρων 682-703 είναι ασυμβίβαστες προς τη φύση των μέτρων αυτών, όπως κατ’ αρχήν είναι οι διατάξεις που αφορούν τις προϋποθέσεις λήψεως των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ αμφισβητούμενη92 είναι η δυνατότητα ανακλήσεως της αποφάσεως που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4.
2. Δίκη περί την εκτέλεση
Στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως αναγνωρίζεται δικαίωμα άμυνας μέσω των ειδικώς ρυθμιζόμενων ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπει ο ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί το πρόσωπο που βλάπτεται να προσφύγει στην δικαστική εξουσία. Εν προκειμένω, η δίκη που ανοίγεται στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως είθισται να καλείται «δίκη περί την εκτέλεση»93. Ως τέτοια χαρακτηρίζεται κάθε δίκη η οποία προκύπτει από τις πράξεις εκτελέσεως και η οποία είτε έχει ως αντικείμενο το κύρος των πράξεως εκτελέσεως είτε τη λήψη ρυθμιστικών μέτρων. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι
90 Βλ. Απαλαγάκη, Δ 2003.656∙ Μπέη, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ. 414∙ Πρβλ. σχετικά με την καταργηθείσα ρύθμιση του άρθρου 961, που υποκαταστάθηκε λειτουργικά από τη ανακοπή του άρθρου 954§4, Δεληκωστόπουλος/ Σινανιώτης, Δ 1978.457∙ Σχετικά με την προϊσχύουσα μορφή του άρθρου 954§4 ∙ Μωράτη, Παρατηρήσεις σε ΜΠρΠειρ 2880/1977, ΝΔ 1977.324-325, ο οποίος τονίζει ότι «δεν πρέπει να συνδέεται η έννοια του ασφαλιστικού μέτρου μετά της έννοιας έτερου τρόπου παροχής προσωρινής εννόμου προστασίας ή της επιλύσεως διαφόρων δικονομικής σπουδαιότητας ζητημάτων λόγω της κατά νομοθετική παραπομπή εκδικάσεως και της περί τούτων αιτήσεως κατά τις διατάξεις του άρθρ. 729 επ. (ήδη 686 επ.) ΚΠολΔ.».
91 Βλ. ανωτ. σε υποσημ. 75
92 Βλ. πιο κάτω §10 IV
93 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §34 σ. 479-481 σημ.5-8∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §29 σ. 620 σημ. 31-32∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.22ος, 2004, σ.1401 σημ.1-2∙ ο ίδιος, Αι Διαδικασίαι ΙΙ, σ.406-407∙ Δεληκωστόπουλος/ Σινανιώτης, Δ 1978.457∙ Απαλαγάκη (-Μπαλογιάννη), Εφαρμογές 2β, σ.539 σημ.82∙ Αντίθετη γνώμη βλ. Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, 2012, σ.159επ.∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ άρθρο 937 αριθμ.3 σ.1803, όπου αποκλείει τον χαρακτηρισμό ως «δίκης περί την εκτέλεση» για τις δίκες που ανοίγονται με τα ρυθμιστικά μέτρα.
27
παρίσταται δικαιολογημένος ο χαρακτηρισμός της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 954§4 ως δίκης περί την εκτέλεση, καθώς, όπως αναλύθηκε παραπάνω94, η διορθωτική ανακοπή αποτελεί ρυθμιστικό μέτρο της εκτελέσεως.
Κατά αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή95 υποστηρίζεται ότι ως δίκη περί την εκτέλεση χαρακτηρίζεται αποκλειστικά εκείνη της οποίας το αντικείμενο συνίσταται στον έλεγχο τους κύρους των πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως. Για τον λόγο αυτό υποστηρίζεται96 ότι η ανακοπή του άρθρου 954§4, επειδή αποτελεί ρυθμιστικό μέτρο της εκτελεστικής διαδικασίας, δεν εντάσσεται στις δίκες περί την εκτέλεση, αφού με αυτή δεν προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της κατασχέσεως. Μάλιστα, λόγω του χαρακτηρισμού της διορθωτικής ανακοπής ως ρυθμιστικού μέτρου της εκτελεστικής διαδικασίας σημειώνεται97 ότι η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου «δεν επιχειρείται με διαδικασία του χαρακτήρα δίκης περί την εκτέλεση, στις οποίες μπορούν να εφαρμοσθούν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 937 και οι ειδικοί κανόνες του άρθρου 933, αλλά πραγματώνεται με την εφαρμογή των κανόνων των άρθρων 686-702 κατάλληλα προσαρμοσμένων στο χώρο του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως». Εν προκειμένω, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση αντιστρατεύεται τον νομοθετικό σκοπό θέσπισης των ειδικών κανόνων του άρθρου 937, που συνίσταται στην επιτάχυνση της πορείας των δικών, που ανακύπτουν στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης98. Ιδίως, κατά αυτήν την εκδοχή, συγχέονται αδικαιολογήτως οι ειδικοί κανόνες του άρθρου 933, που αφορούν τις αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης, και οι ειδικοί κανόνες των δικών περί την εκτέλεση99, που προβλέπονται στο άρθρο 937. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να θεωρηθεί κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ορισμένης δίκης ως δίκης περί την εκτέλεση η εφαρμογή των διαδικαστικών αποκλίσεων των άρθρων 933 επ., αφού οι εν λόγω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής αποκλειστικά επί των αντιρρήσεων
94 Βλ. αναλυτικά πιο πάνω σε §2 ΙΙ 1
95Βλ. Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, 2012, σ.159 επ.
96Βλ. Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, 2012, σ.159επ.∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ άρθρο 937 αριθμ.3 σ.1803
97 Βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ άρθρο 937 αριθμ.3 σ.1803
98 Βλ. αντί άλλων Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.22ος , σ.1401 σημ.1-2
99 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι, εκδ.2η,§187 σ.525
28
του άρθρου 933 ή όπου ο νόμος παραπέμπει ρητά στο άρθρο 933100. Βεβαίως, ούτε η εφαρμοστέα διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο για τον αποκλεισμό του χαρακτηρισμού της δίκης που ανοίγει με την ανακοπή του άρθρου 954§4 ως δίκης περί την εκτέλεση101. Πράγματι, η επιλογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων κατά την εκδίκαση των ρυθμιστικών μέτρων, όπως λ.χ. της διορθωτικής ανακοπής, υπαγορεύτηκε από σταθμίσεις επιτάχυνσης της εκτελεστικής διαδικασίας αντίστοιχες από εκείνες που επέβαλλαν την θέσπιση των αποκλίσεων του άρθρου 937 για τις δίκες περί την εκτέλεση.
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται προφανές ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954§4 οι ειδικοί κανόνες του άρθρου 937, που εισάγουν ορισμένες διαδικαστικές αποκλίσεις στις δίκες περί την εκτέλεση. Μολαταύτα, οι εν λόγω διατάξεις έχουν μόνο επικουρική εφαρμογή102, και αυτό δικαιολογείται απολύτως από το γεγονός ότι πρέπει να εφαρμόζεται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατάλληλα προσαρμοσμένη στην ανακοπή του άρθρου 954§4. Με βάση τις ανωτέρω επισημάνσεις, αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 937 §1 στ. β’ και §2, δεδομένου ότι η άσκηση ενδίκων μέσων δεν συμβιβάζεται ούτε προς το γράμμα ούτε προς το νομοθετικό σκοπό της ανακοπής του άρθρου 954§4103. Ούτε, βεβαίως, το άρθρο 937§1 στ. γ’ τυγχάνει εφαρμογής, επειδή η εν λόγω ρύθμιση αφορά αποκλειστικά την άμεση εκτέλεση. Αυτονόητο είναι ότι το άρθρο 937§3, που προβλέπει ότι στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 591 επ., εκτοπίζεται από την ειδικότερη ρύθμιση του 954§4 που προβλέπει ως εφαρμοστέα διαδικασία αυτή των άρθρων 686 επ.
Αντίθετα, η ειδική ρύθμιση του 937§1 στ. α’, που αναγνωρίζει το δικαίωμα παρεμβάσεως σε οποιονδήποτε δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση104, εφαρμόζεται στην δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του 954§4. Εν προκειμένω, εισάγεται ειδικός κανόνας ως προς τη διαδικαστική προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση
100 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι, εκδ.2η,§187 σ.525
101 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, Δ 1987.652, και ιδίως υποσημ. 72
102 Βλ. Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §29 σ. 621 σημ.32
103 Βλ. αναλυτικά πιο κάτω §10 ΙΙΙ
104 Βλ. πιο κάτω §9 IV 1 Β
29
πρόσθετης παρέμβασης, το οποίο συμφέρον μπορεί να είναι και απλώς οικονομικό. Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον του δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση δικαιολογείται απολύτως και από την erga omnes διαπλαστική ενέργεια105 της απόφασης που διορθώνει την κατασχετήρια και από την οποία θα επηρεάζεται αναμφισβήτητα η πραγματική θέση του παρεμβαίνοντος δανειστή. Κατά συνέπεια παρίσταται απολύτως δικαιολογημένη η εφαρμογή της εν λόγω ρύθμισης και στην δίκη της ανακοπής του 954§4.
3. Η ανακοπή του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ ως ένδικο βοήθημα παροχής «οιονεί οριστικής προστασίας»
Όπως αναλύθηκε παραπάνω106, η ανακοπή του άρθρου 954§4 εκδικάζεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς, όμως, να συνιστά γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο, αλλά ρυθμιστικό μέτρο της εκτελεστικής διαδικασίας. Πράγματι, με την αίτηση για τη λήψη του εν λόγω μέτρου εξαντλείται η αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας του διαδίκου και η απόφαση που εκδίδεται δεν έχει προσωρινή ισχύ ηρτημένη από την έκβαση μια άλλης εκκρεμούς δίκης107. Συνεπώς, η παρεχόμενη με την εν λόγω ανακοπή δεν είναι ούτε πρωτογενής108 ούτε δευτερογενής109 προσωρινή δικαστική προστασία, αλλά, εν προκειμένω, πρέπει να γίνει λόγος ότι πρόκειται για μια μορφή «οιονεί οριστικής προστασίας»110. Υπέρ αυτής της ερμηνευτικής προσέγγισης συνηγορεί το
105 Βλ. αναλυτικά παρακάτω §9 V 1
106 Βλ. αναλυτικά πιο πάνω §2 ΙΙ 1
107 Βλ. Απαλαγάκη, Δ 2003.656
108 Βλ. Μητσόπουλος, Η φύσις του «σημειώματος» περί αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως κατ’ άρθρο 938§1, Αρμ 1989.433∙ Βερβεσός, Ουσιώδη δικονομικά ζητήματα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, Δ 1972.533∙ Κράνης, Δ 2003.681∙ Κουσούλης, «ενδιάμεσο ουσιαστικό δίκαιο» και ασφαλιστικά μέτρα, ΝοΒ 2002.1222 επ.
109 Βλ. Μητσόπουλος, Αρμ 1989.433 με εκεί παραπομπές .28, όπου σημειώνει ότι «μορφήν δευτερογενούς προσωρινής ενδίκου προστασίας, υπό την έννοια της προϋπάρξεως εκτελεστού τίτλου εφ’ ου εστηρίχθη η αρξάμενη εκτέλεσις». ∙ Κουσούλης, ΝοΒ 2002.1222, αναφέρει ότι «η δευτερογενής προσωρινή δικαστική προστασία, συνεχόμενη πάντοτε προς τη κατάσταση που δημιουργείται από την έκδοση ορισμένης δικαστικής αποφάσεως, ελαύνεται από την ανάγκη να ρυθμισθεί η ενδιάμεση έννομη θέση των διαδίκων έως την τελεσιδικία είτε με την έκδοση αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής είτε με την αναστολή εκτελέσεως».
110 Βλ. Απαλαγάκη, Δ 2003.656∙ Κατ’ αποτέλεσμα σύμφωνος και ο Καλαβρός, Η παράλειψη παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, Δ 2003.667, και ιδίως υποσημ.42, όπου ρητώς αναφέρει ότι δεν αποτελούσε περίπτωση προσωρινής δικαστικής προστασίας η διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού κατά το (καταργηθέν) άρθρο 961 ΚΠολΔ, η οποία αποτελούσε ρυθμιστικό μέτρο της εκτέλεσης. Κατ’ αντιστοιχία τα ίδια ισχύουν και υπό την ενιαία ανακοπή του άρθρου 954§4. ∙ Πρβλ. Γιαννόπουλο, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.45-46, όπου υποστηρίζει ότι «η παρεχόμενη έννομη προστασία έχει όλα τα χαρακτηριστικά της οριστικής έννομης προστασίας, αφού η απόφαση δεν έχει ούτε
30
γεγονός ότι η απόφαση της διορθωτικής ανακοπής δεν αποφαίνεται για το κύρος του εκτελεστού τίτλου ή της επισπευδόμενης βάσει αυτού αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά αποσκοπεί αποκλειστικά στην διόρθωση της προσβαλλόμενης πράξης και την απρόσκοπτη πορεία της εκτελεστικής διαδικασίας111. Κατά συνέπεια της ανωτέρω παραδοχής, η ισχύς της απόφασης εξαντλείται στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης112, γεγονός που αν μη τι άλλο καταδεικνύει τον προσωρινό χαρακτήρα της απόφασης επί της ανακοπής του άρθρου 954§4.
§3. Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής της ανακοπής του άρθρου 954§4 και όρια της ρυθμιστικής παρέμβασης του δικαστηρίου
I. Αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954§4
Η ανακοπή του άρθρου 954§4, όπως τροποποιήθηκε με το ν.2298/1995, θεσπίσθηκε για την λόγους επιτάχυνσης και οικονομίας της εκτελεστικής διαδικασίας. Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι με την διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954§4 μπορεί να διορθωθεί κάθε είδους ιάσιμη ατέλεια ή έλλειψη της κατασχετήριας εκθέσεως ως προς την περιγραφή του κατασχεμένου, την εκτίμηση της αξίας του κατασχεμένου και τον ορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς για την συμμετοχή στον πλειστηριασμό113. Ο νομοθέτης επιδίωξε την διόρθωση των ως άνω ατελειών ή ελλείψεων της κατασχετήριας
περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, ούτε τελεί σε παρακολουθηματικό ή παρεπόμενο χαρακτήρα έναντι ορισμένης κύριας δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος εν προκειμένω, ούτε για προσωρινή έννομη προστασία». Πρέπει να σημειωθεί ότι η ισχύς της απόφασης της ανακοπής του άρθρου 954§4 εξαντλείται στα πλαίσια της εκτελεστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι δεν έχει προσωρινή ισχύ εξαρτημένη από την έκβαση μιας άλλης εκκρεμούς δίκης, να περιορίζεται η ισχύς της στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως.
111 Βλ. αναλυτικά ανωτ. §2 ΙΙ 2
112 Βλ. Κονδύλης, Το δεδικασμένο κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκδ.2η ,2007, §34 σ.709 ∙ Κολοτούρος, Η υπαγωγή της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής στο σύστημα της προσωρινής δικαστικής προστασίας, ΕΠολΔ 2014.253
113 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ. 210 σημ.68∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.188 σημ.53-54∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2033 σημ.37∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.303-304∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.412-413 σημ.306∙ Καλαβρός, Το ανίσχυρο των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, 2010, σ.87∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος),ΚΠολΔ ΙΙ άρθρο 954 αριθμ.2, σ.1842∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση Κατασχετήριας, σ.47 επ. ∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ,, τ. 5ος, 1997, άρθρο 954 αριθμ.18, σ. 712∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 954 αριθμ.11, σ. 668∙ Μάζης, Δ 1996.957∙ Τσαμπάζη- Ταρασίδου, Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΞανθ 181/1990, Δ 1994.1097
31
έκθεσης, ώστε να μην δικαιολογείται για τους λόγους αυτούς η ακύρωση της εκθέσεως κατασχέσεως114.
Με την πρόσφατη τροποποίηση του ΚΠολΔ με τον 4335/2015 ο νομοθέτης προέβη σε εκτενείς τροποποιήσεις κυρίως στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, στο πλαίσιο των οποίων τροποποιήθηκε εκ νέου ο θεσμός της διόρθωσης των ατελειών της κατασχετήριας έκθεσης. Εντούτοις, υπό την ισχύουσα διατύπωση του άρθρου 954§4 διατηρείται το αντικείμενο της διορθωτικής ανακοπής, όπως είχε ορισθεί από το ν. 2298/1995.
Το αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954§4, σύμφωνα με την γραμματική διατύπωση της διάταξης, περιορίζεται αποκλειστικά στην διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης115, χωρίς να αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτοτελούς διόρθωσης του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης μέσω του οποίου καλύπτονται οι ανάγκες δημοσιότητας του πλειστηριασμού και το οποίο, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση116, αντικαθιστά και περιέχει τα στοιχεία της καταργηθείσας περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης. Ήδη, υπό το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο, γινόταν δεκτό από τη νομολογία ότι η ανακοπή του άρθρου 954§4 πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εάν με αυτήν προσβάλλεται αυτοτελώς η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης χωρίς συμπροσβολή και της κατασχετήριας έκθεσης. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνευτική εκδοχή δεν χωρούσε αυτοτελής προσβολή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης επειδή αυτή ήταν διαδικαστικά και λειτουργικά παρεπόμενο έγγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία άλλωστε αποτελεί το θεμέλιο λίθο της αναγκαστικής εκτελέσεως117. Αντίστοιχη ερμηνευτική λύση πρέπει να δοθεί και υπό τη νέα μορφή της ανακοπής του άρθρου 954§4, καθώς και το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης είναι διαδικαστικά και λειτουργικά παρεπόμενο έγγραφο, δεδομένου ότι το κατ’ άρθρο 955 και 995
114 Βλ. ανωτ. τους παραπεμπόμενους συγγραφείς σε υποσημ. 113
115 Άρθρο 954§4
116 Βλ. ΑιτΕκθ του ν.4335/2015, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ. 22, όπου προβλέπει σχετικά με το άρθρο 955 ότι «Με τη νέα αυτή διάταξη, λόγω της κατάργησης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης του άρθρου 960 και με σκοπό την κάλυψη της αναγκαία δημοσιότητας του πλειστηριασμού, απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, το οποίο περιλαμβάνει τα στοιχεία που κατά το ισχύον καθεστώς περιέχει η (καταργηθείσα) περίληψη, αναρτάται στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμού του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων».
117 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.2η , §278 σ.751
32
απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης καλύπτει πλέον την ανάγκη κάλυψη δημοσιότητας του πλειστηριασμού, η οποία μέχρι την κατάργηση των άρθρων 960 και 999 καλυπτόταν από την περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης118. Ενόψει των ανωτέρω επισημάνσεων και κατ’ αντιστοιχία με την προϊσχύουσα ρύθμιση πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν χωρεί αυτοτελής προσβολή του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, αλλά απαιτείται και σύγχρονη προσβολή της κατασχετήριας εκθέσεως119. Επομένως, αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954§4 μπορεί να αποτελέσει και οποιαδήποτε ατέλεια ή έλλειψη του αποσπάσματος υπό την προϋπόθεση υπάρξεως αιτήματος διόρθωσης και της κατασχετήριας εκθέσεως.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της διάταξης του άρθρου 954§4 προκύπτει ότι η απαρίθμηση των στοιχείων της κατασχετήριας έκθεσης που υπόκεινται σε διόρθωση είναι ενδεικτική120. Ο τελικός προσδιορισμός τους πρέπει να γίνει με βάση τον σκοπό του ενδίκου βοηθήματος121. Γι’ αυτό και γίνεται δεκτό122 ότι αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954§4 μπορεί να αποτελέσει οποιαδήποτε ατέλεια ή παράλειψη της κατασχετήριας έκθεσης, που επιδέχεται απλή διόρθωση. Εντούτοις, αναγνωρίζεται η δυνατότητα διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης και για στοιχεία πέραν του ελάχιστου νόμιμου περιεχομένου της κατασχετήριας έκθεσης123, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρου 954§2. Υπό την έννοια αυτή, αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954§4
118 Βλ. ανωτ. υποσημ.116
119 Μάλιστα, από τη διατύπωση του άρθρου 954§4 προβλέπεται αποκλειστικά η διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, δηλαδή του θεμελίου λίθου της αναγκαστικής εκτελέσεως. Ευνόητο είναι πως δεν θα μπορούσε να διορθωθεί μόνο το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης και ταυτόχρονα να παρέμεναν οι ατέλειες στην κατασχετήρια έκθεση. Ακόμη, και σε περίπτωση υπάρξεως ελλείψεων ή παραλείψεων μόνο στο απόσπασμα, πρέπει να προσβάλλεται η κατασχετήρια έκθεση, καθώς το απόσπασμα αποτελεί απλώς παρεπόμενο έγγραφο αυτής και συνεπώς εν πάσει περιπτώσει η διόρθωση αυτού θα γίνει σε αντιπαραβολή με την κατασχετήρια έκθεση.
120 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ. 210 σημ.69∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.188 σημ.54∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος , σ.2033 σημ.37∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.303∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.412-413 σημ.306∙ Καλαβρός, Το ανίσχυρο των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, 2010, σ.87∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος),ΚΠολΔ ΙΙ άρθρο 954 αριθμ.2, σ.1842∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση Κατασχετήριας, σ. 50.∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ,, τ. 5ος, 1997, άρθρο 954 αριθμ.18, σ. 712 ∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 954 αριθμ.11, σ. 668∙ Χαμηλοθώρης,ΑσφΜ,2010,σ.520 σημ.2189
121 Ως προς τον σκοπό της ανακοπής του άρθρου 954§4 βλ. ενδεικτικά Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.210-211 σημ.69∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.189 σημ.55∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση Κατασχετήριας, σ.50
122 Βλ. Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.188 σημ.54∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.412-413 σημ.306∙ Μάζης, Δ 1996.957
123 Βλ. αναλυτικά σε Γιαννόπουλο, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.50-51, και ιδίως υποσημ.110-111
33
μπορεί να αποτελέσει και η συμπλήρωση της κατασχετήριας έκθεσης με στοιχεία πέραν του ελαχίστου νόμιμου περιεχομένου της. Σε κάθε περίπτωση η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να συμπληρώσει την κατασχετήρια έκθεση τίθεται σε συνάρτηση με την εξυπηρέτηση των σκοπών της διορθωτικής ανακοπής, όπου, εν προκειμένω, είναι η επίτευξη του κατά το δυνατό μεγαλύτερου πλειστηριάσματος124.
Αντίθετα, αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954§4 δεν αποτελούν οι ιδιαίτερα σοβαρές ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης125, όπως λ.χ. ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του, ή ελλείψεις που δεν επιδέχονται διόρθωσης, όπως λ.χ. η έλλειψη συμπράξεως ή υπογραφής του κατά τον νόμο απαιτούμενου μάρτυρα. Μάλιστα, στις προαναφερθείσες ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης δικαιολογείται η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933, ώστε μέσω αυτής και με τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής βλάβης να ακυρωθεί η ελαττωματική κατασχετήρια έκθεση126. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το αντικείμενο της ανακοπής του άρθρου 954§4 δεν επεκτείνεται και στις διαδικαστικές πράξεις που στηρίζονται σ’ αυτή, όπως π.χ. την επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης ή τη δημοσίευση του αποσπάσματος. Κατά συνέπεια, η μη εμπρόθεσμη τήρηση μια από τις απαιτούμενες διατυπώσεις ή το ανυπόστατό τους, προκαλεί ακυρότητα του πλειστηριασμού ανεξάρτητα από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης, η οποία προτείνεται παραδεκτά στην προθεσμία του 934§1 εδ’. β’.
II. Πεδίο εφαρμογής της ανακοπής του άρθρου 954§4
1. Γενικές παρατηρήσεις
Η ανακοπή του άρθρου 954§4, παρά την ένταξη της στο κεφάλαιο των διατάξεων περί κατάσχεσης κινητών, εφαρμόζεται και επί ακινήτων, πλοίων και αεροσκαφών,
124 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση Κατασχετήριας, σ. 50-51
125 ΑΠ 1687/2005, Δνη 2008.1031∙ Από θεωρία, βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ. 213 σημ.75∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.188-189 σημ.54∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος , σ.2033-2034 σημ.41-45∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.305∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.420 σημ.311∙ Καλαβρός, Το ανίσχυρο, 2010, σ.87 επ.∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος) ,ΚΠολΔ ΙΙ άρθρο 954 αριθμ.3, σ.1842∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση Κατασχετήριας, σ. 50∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 954 αριθμ.14, σ. 669∙ Χαμηλοθώρης,ΑσφΜ,2010,σ.521 σημ.2192∙ Μάζης Δ 1996.957∙ Μπαμπινιώτης, Παρατηρήσεις επί της ΜΠρΑθ 3489/2009, ΕΠολΔ 2009.362
126 Βλ. τους παραπεμπόμενους συγγραφείς σε υποσημ.113
34
ενόψει της ρητής παραπομπής του άρθρου 993§2 εδ. α’. Επομένως, είναι επιτρεπτή η άσκηση της διορθωτικής ανακοπής σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπό τους ίδιους όρους που προβλέπονται και για την κατάσχεση κινητών. Ωστόσο, με την εκτεταμένη τροποποίηση του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως με το ν.4335/2015 θεσπίστηκε ειδική ρύθμιση για την ανακοπή του άρθρου 954§4 επί κατασχέσεως πλοίου.
2. Κατάσχεση πλοίου
Τα πλοία υπόκεινται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 992§1 εδ. γ’, στην προβλεπόμενη για τα ακίνητα διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων. Εντούτοις, ο ΚΠολΔ προβλέπει ειδικές διατάξεις δια των οποίων εισάγονται αποκλίσεις από τους κανόνες της επί ακινήτου εκτελεστικής διαδικασίας127. Τέτοιες διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 1011-1013, και οι οποίες δικαιολογούνται απολύτως από τη ιδιόρρυθμη φύση του πλοίου128.
Η εκτεταμένη μεταρρύθμιση στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως επέφερε σημαντικές αλλαγές και στην επί πλοίου εκτελεστική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, εισάγεται για πρώτη φορά ειδική ρύθμιση στο άρθρο 1011Α129, που ρυθμίζει λεπτομερώς κατ’ απόκλιση του άρθρου 992§1 εδ. γ’ την διαδικασία του πλειστηριασμού πλοίου. Έτσι, με την νεοεισαχθείσα ρύθμιση του άρθρου 1011Α ορίζεται ότι «1. Ο πλειστηριασμός πλοίου ορίζεται την πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάσχεση. 2.Οι προθεσμίες του άρθρου 934 παράγραφος 1 περίπτωση α` και β` είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάσχεση του πλοίου και σαράντα (40) ημέρες από τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού αντιστοίχως. Η ανακοπή του άρθρου 954 παράγραφος 4, και η αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 ασκούνται με ποινή
127 Βλ. Νίκας, ΑνΕκτ, ΙΙ §57 σ.580 σημ.1
128 Βλ. Σταματόπουλος Βασ, Αναγκαστική εκτέλεση στον ΚΠολΔ και τον ΚΙΝΔ: Κοινά σημεία και διαφοροποιήσεις, ΕπιστΕπιτΑρμ 2008.175 επ., σημειώνει ότι οι ειδικές διατάξεις δια των οποίων εισάγονται αποκλίσεις από τους κανόνες της επί ακινήτου εκτελεστικής διαδικασίας δικαιολογείται από το γεγονός ότι «το πλοίο παρουσιάζει ενίοτε ιδιαίτερες ιδιότητες απορρέουσες εκ της ιδιόρρυθμου (sui generis) φύσεως του ως ενός μεγάλης αξίας διαρκώς κινούμενου κατά τρόπο δυσπρόσιτο ή ακόμα και παντελώς απρόσιτο στα όργανα εκτελέσεως κινητού πράγματος εντός είτε των χωρικών υδάτων ενός ή και περισσότερων κρατών είτε της ανοιχτής θάλασσας περιοριζόμενης έτι περαιτέρω της δυνατότητας κατάσχεσής του εκ μέρους των δανειστών».
129 Βλ. ΑιτΕκθ του ν.4335/2015, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ. 24, ρητά αναφέρεται ότι η απόκλιση από τις ρυθμίσεις του πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων δικαιολογείται από την φύση του αντικειμένου της εκτέλεσης
35
απαραδέκτου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάσχεση, δικάζονται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. και η απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας πριν από τον πλειστηριασμό. Μέσα στην ίδια προθεσμία και με την ίδια διαδικασία μπορεί με αίτηση του ανακόπτοντος να διαταχθεί από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση αν κρίνεται ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. 3. Με την απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954 παραγράφου 4 και επί της αίτησης αναστολής του άρθρου 1000 ορίζεται αντίστοιχα ως νέα ημέρα πλειστηριασμού η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής και η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά τη λήξη της χορηγηθείσης αναστολής. Κατά τα λοιπά τηρούνται οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας. 4.Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός πλοίου δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται σύμφωνα με το άρθρο 973 και νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών μετά τη δήλωση συνεχίσεως».
Με την ρύθμιση του άρθρου 1011Α εισάγονται αποκλίσεις που δικαιολογούνται απολύτως από την ιδιόρρυθμη φύση του πλοίου, και οι οποίες, όπως άλλωστε προκύπτει από την διάταξη, εντοπίζονται αποκλειστικά στα χρονικά όρια διεξαγωγής του πλειστηριασμού. Έτσι, με αυτήν την νέα διάταξη εισάγεται σημαντική απόκλιση αναφορικά με την ανακοπή του άρθρου 954§4, καθώς προβλέπει ότι η απόφαση επί της ανακοπής δημοσιεύεται μέχρι τη Δευτέρα πριν από τον πλειστηριασμό 130και ορίζεται νέα ημέρα πλειστηριασμού131, εφόσον η απόφαση διατάσσει διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι κατ’ απόκλιση της γενικής ρύθμισης προβλέπεται επί ποινή απαραδέκτου πως η ανακοπή του άρθρου 954§4 ασκείται εντός τριάντα ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού132.
130 Με την διάταξη του άρθρου 1011Α §3 εδ. α’ εισάγεται απόκλιση σε σχέση με την της ανακοπής του άρθρου 954§4, όπως τροποποιήθηκε με το ν.4335/2015, η οποία προβλέπει δημοσίευση και ανάρτηση της απόφασης δέκα ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού
131 Σε αντίθεση με την της ανακοπής του άρθρου 954§4, όπως τροποποιήθηκε με το ν.4335/2015, η οποία αποκλείει τον ορισμό νέας ημέρας πλειστηριασμού.
132 Η προθεσμία για την διορθωτική ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 1011Α, είναι τριάντα ημερολογιακές ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό, ενώ αυτή του άρθρου 954§4 είναι είκοσι εργάσιμες ημέρες.
36
Συμπερασματικά, η νομοθετική επιλογή για περαιτέρω διαφοροποίηση της επί πλοίου εκτελεστικής διαδικασίας δικαιολογείται απολύτως από την ιδιόρρυθμη φύση του πλοίου. Μάλιστα, οι διαφοροποιήσεις αυτές από τη γενική ρύθμιση της ανακοπής του άρθρου 954§4 δεν αλλοιώνουν την νομική φύση αυτής, αλλά αποσκοπούν απλώς στην προσαρμογή της διορθωτικής ανακοπής στην ιδιόρρυθμη φύση του αντικειμένου της εκτέλεσης.
3. Η εκτελεστική διαδικασία του ν.δ. 17.7/13.8.1923 « περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών»
Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ δεν αποτελεί τον μοναδικό μέσο για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, καθώς έχουν θεσπιστεί και πληθώρα ειδικών διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης. Μια τέτοια ειδική εκτελεστική διαδικασία θεσπίστηκε με το ν.δ. 17.7/13.8.1923133 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» για την ικανοποίηση εμπραγμάτως ασφαλισμένου δανείου που χορηγήθηκε από ανώνυμη εταιρία ή Τράπεζα, όταν οι απαιτήσεις αυτές ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη. Η θεσπιζόμενη από το ν.δ. ειδική διαδικασία εκτελέσεως τάσσεται προς το συμφέρον των Τραπεζών και ανώνυμων εταιριών, αλλά η χρήση της είναι προαιρετική και μπορεί να παραμερισθεί με την εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ.
Πιο συγκεκριμένα, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού ενεχυριασμένων κινητών, με βάση τα άρθρα 35 επ. του ν.δ. του 1923 διαφέρει από εκείνη της αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τα άρθρα 48 επ. του ως άνω νομοθετικού διατάγματος. Ειδικότερα, η αναγκαστική εκτέλεση σε ενεχυριασμένα κινητά αρχίζει από την επίδοση στον οφειλέτη επιταγής προς πληρωμή134. Ακολούθως, ο πλειστηριασμός διενεργείται μέσα σε 8 ημέρες
133 Σύμφωνα με το άρθρο 1§2 του εν λόγω ν.δ. απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του ως άνω ν.δ. από τις ανώνυμες εταιρίες είναι η χορήγηση σχετικής διοικητικής άδειας. Σε ό,τι αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα τέτοια άδεια δεν απαιτείται, επειδή με το άρθρο 26§9 του ν.2076/1992 ορίστηκε ότι αυτή επεκτείνεται αυτόματα υπέρ αυτών, αφού τους δοθεί η άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος.
134 Βλ. Μάζης, Αναγκαστική εκτέλεση με το ν.δ. 17.7/13.8.1923 σε ενυπόθηκο ακίνητο και στα παραρτήματα του, Αρμ 1996.132∙ Ο ίδιος, Αναγκαστική εκτέλεση ενυπόθηκου ακινήτου με άρθρα 48επ. ν.δ. από 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών»- Η εκτέλεση επισπεύδεται χωρίς τίτλο εκτελεστό άρθρου 904§2 ΚΠολΔ- Με βάση ποιους εκτελεστούς τίτλους διενεργείται- Νομική φύση πλειστηριασμού ενεχυριασμένων κινητών- Άποψη ότι πρόκειται για αναγκαστικό και όχι για εκούσιο πλειστηριασμό- Η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου με εγγραφή επιταγής στο βιβλίο κατασχέσεων σύμφωνα με το άρθρο 57 ν. του 1923 ισχύει για όλο το οφειλόμενο ποσό και όχι έως το ποσό εγγραφής της
37
από την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγουμένως δημοσιευτεί στον τύπο η «ειδοποίηση» του άρθρου 42§1 του ν.δ. του 1923, η οποία περιέχει το τόπο και τον χρόνο της εκποιήσεως, αλλά και σύντομη περιγραφή των εκποιούμενων πραγμάτων135. Αντίστοιχα, και η αναγκαστική εκτέλεση σε ενυπόθηκα ακίνητα συντελείται με επίδοση επιταγής προς πληρωμή στον οφειλέτη, αλλά στην προκείμενη περίπτωση απαιτείται εγγραφή της στα βιβλία κατασχέσεων από τον υποθηκοφύλακα, η οποία και ισχύει ως αναγκαστική κατάσχεση136. Εν συνεχεία, η δανείστρια δίδει παραγγελία στον υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο να συντάξει και να επιμεληθεί την δημοσίευση του προγράμματος πλειστηριασμού. Με βάση τα ανωτέρα συνάγεται πως μόνο όταν πρόκειται για αναγκαστική εκτέλεση σε ενυπόθηκο απαιτείται η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού και συνεπώς μόνο σε αυτή την περίπτωση τίθεται ζήτημα εφαρμογής της ανακοπής του άρθρου 954§4.
Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάργηση του κατά ΚΠολΔ προγράμματος πλειστηριασμού που επέφερε ο ν. 2298/1995 δεν επηρέασε την ειδική εκτελεστική διαδικασία του ν.δ. του 1923, αφού η έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού δεν γίνεται κατόπιν παραπομπής στις σχετικές με το πρόγραμμα διατάξεις του ΚΠολΔ, αλλά επιβάλλεται με την ειδική διάταξη του άρθρου 59 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος137. Ωστόσο, το άρθρο 4§35 εδ. β’ του ν.2298/1995 όρισε ρητά ότι «όπου γίνεται αναφορά από το ν.δ. του 1923 στο κατά ΚΠολΔ πρόγραμμα πλειστηριασμού πρέπει τώρα αυτή να θεωρείται ότι εννοεί την περίληψη ή το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις των άρθρων 955 παρ. 1 και 999 παρ. 1.». Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι όπου γίνεται αναφορά στο ν.δ. του 1923 σε πρόγραμμα πλειστηριασμού νοείται πλέον το απόσπασμα της κατασχετήριας, διότι σε αυτό περιέχονται μετά την πρόσφατη
υποθήκης (Γνμδ), ΕλλΔνη 2000.1559-1560, όπου σημειώνει ότι η παράλειψη επιβολής κατάσχεση είναι περιττή επειδή το πράγμα δεν βρίσκεται στα χέρια του ενεχυριάσαντος για να δεσμευθεί αλλά στα χέρια του ίδιου του δανειστή ή τρίτου ενεχυροφύλακα και γι’ αυτό δεν δικαιολογείται μεταβολή του είδους του πλειστηριασμού από αναγκαστικό σε εκούσιο.
135 Βλ. Μάζης, Αρμ 1996.132
136 Βλ. Μάζης, Αρμ 1996.132∙ Σταματόπουλος Βασ, Η άσκηση της εμπράγματης υποθηκικής αγωγής από ανώνυμη εταιρία του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923 Lex specialis και Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Αρμ.2012.898
137 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §59 σ.399 σημ.33∙ Μάζης, Δ 1996.956
38
τροποποίηση του ΚΠολΔ τα στοιχεία που περιελάμβανε η καταργηθείσα περίληψη138. Ενόψει των ανωτέρω διευκρινήσεων, ζήτημα γεννάται ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 954§4 και στην υπό εξέταση ειδική εκτελεστική διαδικασία.
Καταρχήν, πρέπει να σημειωθεί ότι η καθιερωμένη εκτελεστική διαδικασία του ν.δ. του 1923 για ικανοποίηση απαιτήσεων ανωνύμου εταιρείας από ενυπόθηκο δάνειο αποτελεί ειδικό δίκαιο που κατατείνει στην ασφαλέστερη και ταχύτερη ικανοποίηση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων ανωνύμων εταιριών139. Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι αναμφισβήτητη η συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του κοινού δικαίου140, όπως άλλωστε προβλέπει ρητά η διάταξη του άρθρου 53§2 του ν.δ., εφόσον, όμως, η εφαρμογή αυτή δεν αντίκειται ερμηνευτικώς προς τις ρητές διατάξεις αλλά και κατ’ επέκταση προς την γενικότερη τελολογία του ειδικού νομοθετήματος141. Ενόψει των ανωτέρω, ορθά υποστηρίζεται142 ότι η διάταξη του άρθρου 954§4 εφαρμόζεται και στην ειδική εκτελεστική διαδικασία η οποία επισπεύδεται δυνάμει του ν.δ. του 1923, ώστε να είναι εφικτή η διόρθωση οποιασδήποτε ατέλειας ή έλλειψης του προγράμματος πλειστηριασμού.
4. Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974)
Στην διοικητική εκτέλεση βάσει του Κ.Ε.Δ.Ε. προβλέπεται η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, παρά το ότι με το άρθρο 4 του ν. 2298/1995 καταργήθηκε το κατ’ άρθρο 960 ΚΠολΔ πρόγραμμα πλειστηριασμού και η σχετική
138 Βλ. ανωτέρω υποσημ. 116
139 Βλ. Σταματόπουλος Βασ., Αρμ 2012.887επ, και ιδίως 890
140 ΕφΑθ 4213/1996, Δνη 1997.1625, κατά την οποία «Η απλούστευση της εκτελέσεως για ικανοποίηση απαιτήσεων ανωνύμου εταιρείας από ενυπόθηκο δάνειο, όπως αυτή διαγράφεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις 53 § 2, 57 και 59 του ν.δ. της 17 Ιουλίου 1923, καθιστούν το δίκαιο τούτο ειδικό που εφαρμόζεται μόνο σ` αυτήν την περίπτωση, δηλαδή ένα σύνολο κανόνων του οποίου τα κενά συμπληρώνονται από το κοινό δίκαιο της εκτελέσεως»
141 ΕφΑθ 4213/1996, Δνη 1997.1625, σημειώνει ότι οι διατάξεις του κοινού δικαίου «συμπληρώνουν το ειδικό δίκαιο ύστερα από κατάλληλη προσαρμογή στο σκοπό, στη φυσιογνωμία και στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ειδικού δικαίου, που είναι η απλότητα των διατυπώσεων, η ταχύτητα της διαδικασίας και η ιδιαιτερότητα των εκτελεστών τίτλων» ∙ Βλ. επίσης Σταματόπουλος Βασ., Αρμ 2012.890
142 ΕφΚερκ 24/2002, ΕΤρΑξΧρΔ 2003.966∙ Βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος),ΚΠολΔ ΙΙ άρθρο 954 αριθμ.7, σ.1843∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση Κατασχετήριας, σ. 53∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 954 αριθμ.11, σ. 668∙ Σταματόπουλος Βασ., Αρμ 2012.901 υποσημ.105
39
αίτηση διορθώσεως του άρθρου 961, αφού με την διάταξη του άρθρου 4§35 του ν. 2298/1995 ορίστηκε ότι οι παραπάνω τροποποιήσεις δεν θίγουν τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε143. Επιπρόσθετο επιχείρημα144 αντλείται και από το γεγονός ότι στον Κ.Ε.Δ.Ε. δεν γίνεται παραπομπή στις σχετικές με το πρόγραμμα διατάξεις του ΚΠολΔ, αλλά η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού επιβάλλεται ευθέως από τα άρθρα 19 και 41 του Κ.Ε.Δ.Ε..
Οι ανωτέρω διευκρινήσεις γεννούν αναπόφευκτα αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού που εκδίδεται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Αρχικά, υποστηρίχθηκε145 ότι εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 954§4 για την διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού που εκδίδεται κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε., ως προς την περιγραφή του υπό εκτέλεση περιουσιακού στοιχείου, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς αυτού. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε146 ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται το άρθρο 954§4 βάσει του άρθρου 89 του Κ.Ε.Δ.Ε., το οποίο αφορά την συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ λόγω έλλειψης ειδικής ρύθμισης του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως είναι η διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού. Αντίθετα, κατά την κρατούσα στη νομολογία147 και θεωρία148 άποψη, η ανακοπή του άρθρου 217 ΚΔΔ προβλέπει πλέον ρητά το δικαίωμα άσκησης ανακοπής κατά της κατασχετήριας έκθεσης και του προγράμματος πλειστηριασμού. Με την ανακοπή αυτή προβάλλονται λόγοι που αφορούν την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος. Επομένως, η ανακοπή αυτή αποβλέπει στην διόρθωση
143 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §59 σ.398 σημ.32∙ Γέροντας/Ψάλτης, Ερμηνεία ΚΕΔΕ, εκδ.2η,2013, σ. 268-269 ∙ Μάζης, Δ 1996.956
144 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §59 σ.398 σημ.32∙ Γέροντας/Ψάλτης, ΚΕΔΕ, σ.269 ∙ Μάζης, Δ 1996.956
145 Η θέση αυτή υποστηρίχθηκε στην νομολογία πριν από την ισχύ του ΚΔΔ, βλ. ΔΠρΑθ 174/1996, ΕλλΔνη 1998.1190∙ ΔΠρΘεσσ 49/1996, Αρμ 1997.945∙ ΔΠρΑθ 5014.1997, ΕλλΔνη 1998.1188∙ ΔΠρΠειρ 272/1999, ΕΔΚΑ 1999.800∙ Από θεωρία βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.7, σ.1843∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ,τ.23ος, σ.2039 σημ.70∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 954 αριθμ.31 και 35,τ. 5ος σ.716∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ. Άρθρο 954 αριθμ.11, σ.668∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας,σ.53
146 ΔΠρΘεσσ 49/1996, Αρμ 1997.945∙ ΔΠρΠειρ 272/1999, ΕΔΚΑ 1999.800
147 ΔΕφΑθ 112/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΔΠρΑθ 1232/1999, ΑρχΝ 2000.438∙ ΔΠρΘεσσ 755/2005, Αρμ 2006.646 ∙ ΔΠρΠειρ 1101/2010, ΝΟΜΟΣ
148 Βλ. Γέροντας/Ψάλτης, ΚΕΔΕ, σ. 878 επ. ∙ Τομαράς, Η αναγκαστική Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων κατά τον ΚΕΔΕ, 2011, σ. 104 επ. ∙ Πρβλ. αντίθετη θέση του Χρυσανθάκη, Η ανακοπή του ΚΕΔΕ υπό τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, Δ 2000.1074, όπου υποστηρίζει ότι η διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού θα πρέπει να διατάσσεται ύστερα από υποβολή σχετικής του άρθρου 229 ΚΔΔ.
40
του προγράμματος πλειστηριασμού και αντιστοιχεί στην ανακοπή του άρθρου 954§4, η οποία όμως στρέφεται κατά της κατασχετήριας εκθέσεως στην επισπευδόμενη με βάση τον ΚΠολΔ εκτελεστική διαδικασία.
Η ανακοπή του άρθρου 217 ΚΔΔ ασκείται εντός δέκα (10) ημερών από την επιδόση του προγράμματος πλειστηριασμού149 και η εκδίκασή της πρέπει να απέχει τουλάχιστον δύο (2) πλήρεις ημέρες από την διενέργεια του πλειστηριασμού, σύμφωνα με το άρθρο 222§1 εδ. β’ του ΚΔΔ. Η απόφαση επί της ανακοπής πρέπει να εκδοθεί πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού, αφού δεν προβλέπεται στο άρθρο 228 του ΚΔΔ η δυνατότητα άσκησης αίτησης αναστολής. Τέλος, σε περίπτωση που η ανακοπή γίνει δεκτή και δεν επαρκεί ο υπολειπόμενος χρόνος για την επανάληψη των διατυπώσεων δημοσιότητας των άρθρων 20,41 και 43 του ΚΕΔΕ, η απόφαση πρέπει να ορίζει νέα ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού.
Η απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 217 ΚΔΔ υπόκειται στα ένδικα μέσα της εφέσεως, τριτανακοπής, αιτήσεως αναθεωρήσεως, αιτήσεως διορθώσεως ή ερμηνείας και ανακοπής ερημοδικίας. Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα (10) ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 226§2 του ΚΔΔ, όπου προβλέπει ειδική προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά αποφάσεως επί ανακοπής κατά του προγράμματος πλειστηριασμού.
5. Η εκποίηση της επιχείρησης κατά τον ΠτΚ
Με τα άρθρα 135 επ. ΠτΚ θεσμοθετήθηκε η ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων ως μέσο συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών και ταυτόχρονα διάσωσης και εξυγίανσης μεγάλων οικονομικών μονάδων που διέρχονται οικονομική κρίση με γρήγορη συλλογική διαδικασία εκποίησης του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση επιχείρησης ως ενιαίου συνόλου150. Ειδικότερα, η ρυθμιζόμενη στα άρθρα 135 επ. ΠτΚ ειδική εκκαθάριση, δεν αποτελεί περίπτωση σύμβασης πώλησης του αστικού δικαίου που καταρτίζεται απλώς με βάση ορισμένες προϋποθέσεις που τάσσονται στο νόμο και με την επιτήρηση της δημόσιας αρχής, αλλά έχει το χαρακτήρα δημόσιου πλειοδοτικού
149 Άρθρο 220§2 ΚΔΔ
150 Βλ. Περάκης, Πτωχευτικό δίκαιο,2010,§72 σ.366
41
διαγωνισμού και μάλιστα αναγκαστικού, αφού αποβλέπει, όπως και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων των αναγγελλόμενων προς τούτο πιστωτών του, με μια συλλογική διαδικασία, η οποία είναι συντομότερη από εκείνη που προβλέπεται στον ΚΠολΔ151. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 151 του ΠτΚ περιοριστικά αναφέρει τις διατάξεις του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται σε περίπτωση εκποίησης της επιχείρησης152.
Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 137§3 ΠτΚ, το πτωχευτικό δικαστήριο, αφού λάβει υπόψη του και την έκθεση του εισηγητή, εκδίδει απόφαση με την οποία επιτρέπει την εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου και καθορίζει την αξίας της επιχείρησης, την τιμή πρώτης προσφοράς και τους όρους υπό τους οποίους πρέπει να γίνει η εκποίηση153. Μάλιστα, το δικαστήριο μπορεί αιτιολογημένα να παρεκκλίνει από την έκθεση του εκτιμητή154 ως προς την εκτίμηση της αξίας της επιχείρησης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση κανενός ενδίκου μέσου κατά της απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου, αλλά ούτε συντρέχει και περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 954§4155, αφού μόνο οι διατάξεις του ΚΠολΔ που αναφέρονται στο άρθρο 151 ΠτΚ εφαρμόζονται στην διαδικασία των άρθρων 135 επ. ΠτΚ.
6. Εκούσιος πλειστηριασμός
Στο πλαίσιο του συστήματος του ΚΠολΔ ο πλειστηριασμός διακρίνεται σε αναγκαστικό και εκούσιο. Αναγκαστικός είναι ο πλειστηριασμός που ακολουθεί την αναγκαστική κατάσχεση της περιουσίας του οφειλέτη και διενεργείται παρά τη θέληση
151 ΟλΑΠ 10/2006, Αρμ 2008.733, η οποία αφορά την προϊσχύουσα διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α ν.1892/1990. Αντίστοιχη εκδοχή, ωστόσο, πρέπει να υιοθετηθεί και υπό την ισχύουσα διαδικασία του ν.3588/2007∙ Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, εκδ.8η, σ.683 σημ.23∙ Τριανταφυλλίδης, Εισηγήσεις Εμπορικού Δικαίου,2009,σ.434 σημ.1312
152 Βλ. Περάκης, Πτωχευρικό,§72 σ.375∙ Ψυχομάνης, Πτωχευτικό, εκδ.4η ,2011,σ.473 σημ.1795
153 Βλ. Κοτσίρης, Πτωχευτικό, σ.682 σημ.20-21∙ Περάκης, Πτωχευτικό,§72 σ.368∙ Ψυχομάνης, Πτωχευτικό, σ.471 σημ.1787∙ Τριανταφυλλίδης, ΕισΕμπΔ, σ.434 σημ.1312
154 Βλ. Περάκης, Πτωχευτικό,§72 σ.368
155 Πρβλ. Κεραμεύς, Επιτρεπτό εφέσεως εναντίον αποφάσεων περί καθορισμού της πρώτης προσφοράς επί ειδικής εκκαθαρίσεως ανώνυμης εταιρίας (ν.δ.3562/1956 άρθρ.20 ν.1386/1983 άρθ.9) (Γνμδ), ΕΕμπΔ 1988.713, και ιδίως 716επ., όπου επισημαίνει ότι η ειδική ρύθμιση του άρθρου 20 του ν.δ. 3562/1956 επιτελεί την ίδια λειτουργία με την αίτηση διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού. Αντιθέτως, οι ειδικές διαδικασίες εκκαθάρισης των ν.1892/1990 και ν.3588/2007 δεν προβλέπουν αντίστοιχες ειδικές ρυθμίσεις, αλλά ούτε παραπέμπουν ρητά στη διάταξη του άρθρου 954§4.
42
του156, και έχει ως στόχο την ικανοποίηση των απαιτήσεων του επισπεύδοντος δανειστή και των αναγγελμένων δανειστών μέσω της επιτεύξεως του μεγαλύτερου κατά το δυνατόν πλειστηριάσματος. Αντίθετα, ο εκούσιος πλειστηριασμός διαφοροποιείται αισθητά από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό. Έτσι, παρά το γεγονός ότι περιβάλλεται με τις διατυπώσεις του αναγκαστικού πλειστηριασμού, ο εκούσιος πλειστηριασμός δεν αποτελεί μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων157, αφού δεν προϋποθέτει158 ούτε την επιβολή κατάσχεσης, ούτε αντιδικία μεταξύ των ενδιαφερομένων, αλλά γίνεται με τη βούληση αυτού που έχει την εξουσία διαθέσεως του πράγματος159.
Η διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού ρυθμίζεται από το άρθρο 1021, που θέτει ορισμένες διατυπώσεις διεξαγωγής του και παραπέμπει κατά τα λοιπά στην ανάλογη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του δικαίου του αναγκαστικού πλειστηριασμού. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η επί εκούσιου πλειστηριασμού ενγένει μεταφορά των ρυθμίσεων του αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν μπορεί να είναι αυτούσια, αλλά ανάλογη160. Ως εκ τούτου πρέπει να γίνεται σε κάθε περίπτωση στο μέτρο που προσήκει και μετά από προσαρμογή της διατάξεως στην ιδιαίτερη φύση και το σκοπό του εκούσιου πλειστηριασμού.
Σύμφωνα με το άρθρο 1021, η διαδικασία αρχίζει με την σύνταξη της έκθεσης περιγραφής από την δικαστικό επιμελητή, η οποία υποχρεωτικά περιλαμβάνει την περιγραφή και την εκτίμηση της αξίας του πλειστηριαζόμενου πράγματος. Το περιεχόμενο της συντασσόμενης έκθεσης περιγραφής από τον δικαστικό επιμελητή ενδέχεται να έχει ατέλειες ως προς το περιεχόμενό της. Γι’ αυτό ακριβώς, σύμφωνα με το άρθρο 1021, χωρεί αναλογική εφαρμογή της διορθωτικής ανακοπής του άρθρου 954§4, ώστε να αποφευχθεί η ακύρωση του πλειστηριασμού για ελλείψεις ή παραλείψεις σχετικές με την έκθεση περιγραφής, αλλά και επιτευχθεί το κατά το δυνατό υψηλότερο
156 Βλ. αντί άλλων Μπρίνιας, ΑνΕκτ,V, εκδ.2η,§670 σ.2223
157 Βλ. Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §58 σ.599 σημ.1∙ Πίψου, Δικαστική Διανομή,2006, §15 σ.387
158 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, Ζητήματα από τη διαδικασία δικαστική διανομή κοινού κληρονομιαίου ακινήτου (Γνμδ), ΕλλΔνη 1992.275επ.∙ η ίδια, Ανεφάρμοστο του λόγου ανακοπής για την παρακώλυση του ελεύθερου ανταγωνισμού στον πλειστηριασμό για τη δικαστική διανομή ακινήτου-Προυποθέσεις προσβολής της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως για πλαστότητα (Γνμδ), ΕλλΔνη 2011.36 επ.
159 Βλ. τις παραπομπές της προηγούμενης υποσημ.
160 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΕλλΔνη 1992.276 ∙ Πίψου, Διανομή, §15 σ.395
43
πλειστηρίασμα161, που κατ’ επέκταση συμβάλλει στην διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων του.
III. Σχέση της ανακοπής του άρθρου 954§4 με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ
1. Υποστηριζόμενες απόψεις
Η διεύρυνση των λόγων και του αντικειμένου της ανακοπής του άρθρου 954§4 για την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, μετά την θέση σε ισχύ του άρθρου 4§7 ν.2298/1995, προκάλεσε σύγχυση αναφορικά με την οριοθέτηση της σχέσης της ανακοπής του άρθρο 933 με αυτήν. Ευλόγως, λοιπόν, ανέκυψε το ερώτημα, κατά πόσο οι λόγοι της διορθωτικής ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν συγχρόνως και λόγοι ανακοπής του άρθρου 933.
Σύμφωνα με μερίδα της θεωρίας162, η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933, μετά την τροποποίηση του ν.2298/1995, αποκλείεται για τις ατέλειες και τις ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης, οι οποίες εντάσσονται αποκλειστικά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 954§4. Ως προς αυτό συνηγορεί, άλλωστε, και το γεγονός ότι για λόγους επιταχύνσεως της εκτελεστικής διαδικασίας, η ανακοπή του άρθρου 954§4 ορίσθηκε ως το αποκλειστικό ένδικο βοήθημα σε ό,τι αφορά τις συγκεκριμένες πλημμέλειες κατά της κατασχετήριας εκθέσεως163. Κατά συνέπεια, σύμφωνα πάντοτε με αυτή την εκδοχή, η απόρριψη της ανακοπής του άρθρου 954§4 δε δικαιολογεί άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934§1 εδ. α’164. Υπό την εκδοχή αυτή
161 ΕφΑθ 6875/1988,Δνη 1993.603, σημειώνει ότι «ο ανακόπτων δύναται να ζητήσει τη διόρθωση της έκθεσης και του προγράμματος του πλειστηριασμού και να ορισθεί η πραγματική αξία του ακινήτου σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 4 και 961 ΚΠολΔ» .∙ ΜΠρΠειρ1495/2005,Δ 2006.581∙ ΜΠρΓρεβ207/2008, Αρμ 2009.95∙ ΕιρΡοδ 100/2004, ΝΟΜΟΣ∙ Από θεωρία, βλ. Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ §58 σ.605 σημ.13∙ Πίψου, Διανομή, §15 σ.394-395 και 407 υποσημ.71∙ Πρβλ. αντίστοιχη θέση και υπό την καταργηθείσα αίτηση του άρθρου 961, Μπρίνιας, ΑνΕκτ V,εκδ.2η,§671α σ.2265
162 Βλ. Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος,σ.2033 σημ.41-42∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.189 σημ.56∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.305∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.62επ.∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος) , ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.2, σ. 1842 ∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, τ.5ος, σ. 712 σημ. 18 ∙ Μάζης, Δ 1996.957∙ Γιαννούλης, Δ 1995.891
163 Βλ. Βλ. αναδημοσίευση της σε Γέσιου-Φαλτσή/Καϊσης/Νίκας, ΚΠολΔ, σ.769
164 Σύμφωνα με την τροποποίηση με το ν. 4335/2015, το άρθρο 934§1 εδ. α’ ορίζει ότι «αν (σ.σ. η ανακοπή του 933) αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995.. μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης». Επομένως, πλέον, εάν υπάρχουν ιδιαίτερα σοβαρές ελλείψεις που να
44
επισημαίνεται ότι το συγκεκριμένο ρυθμιστικό μέτρο δεν επεκτείνεται και στις άλλες διαδικαστικές πράξεις, που έπονται της σύνταξης της κατασχετήριας έκθεσης και που στηρίζονται σε αυτήν, όπως για παράδειγμα η κοινοποίησή της ή η δημοσίευσης του αποσπάσματος165. Ούτε, βεβαίως, είναι δεκτικές διόρθωσης ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης που επάγονται το ανυπόστατο της κατασχετήριας έκθεσης ή της ανεξαρτήτως βλάβης ακυρότητα της166.
Κατά αντίθετη άποψη167, η ανακοπή του άρθρου 954§4 δεν μπορεί ούτε να αναπληρώσει, ούτε να υποκαταστήσει της ανακοπή του άρθρου 933, και αυτό διότι δεν προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της κατασχέσεως με την ανακοπή του άρθρου 954§4. Πράγματι, η ανακοπή του άρθρου 933, ως γενικό ένδικο βοήθημα κατά το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, παραμένει ως προς τους λόγους της άθικτη από την τροποποίηση του άρθρου 954§4168. Υπό την θέση αυτή, η διεύρυνση του αντικειμένου της ανακοπής του άρθρου 954§4 δικαιολογείται απολύτως από την ανάγκη λειτουργικής υποκατάστασης της καταργηθείσας αίτησης του άρθρου 961, αφού επ’ ουδενί λόγω δεν αποτέλεσε νομοθετική πρόθεση η μερική κατάργηση των λόγων ανακοπής του άρθρου 933169. Εξάλλου, μια τέτοια «καινοτομία» του ν.2298/1995 θα ήταν συνταγματικά ελεγκτέα, αφού θα παρέπεμπε την εκδίκαση λόγων ακυρότητας της κατάσχεσης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων170.
Τέλος, μια τρίτη ερμηνευτική εκδοχή171, επικεντρώνεται αποκλειστικά στην πρακτική σημασία των ζητημάτων που ανακύπτουν σχετικά με τη σχέση των δυο ενδίκων βοηθημάτων. Σημειώνει λοιπόν ότι το πρακτικό ενδιαφέρον περιορίζεται στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης ασκεί απευθείας την ανακοπή
δικαιολογούν την ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης θα πρέπει να προβληθούν εντός της προθεσμίας του άρθρου 934§1 εδ. α’. Διότι διαφορετικά εάν προηγηθεί η ανακοπή του άρθρου 954§4 και εν συνεχεία απορριφθεί, ενδέχεται να έχει παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 934§1 εδ. α’.
165 Βλ. Μάζης, Δ 1996.957 ∙
166 Βλ. Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2034 σημ.45
167 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.209 σημ.67∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.408-409 σημ.303∙ Νικολόπουλος, Οι τροποποιήσεις, σ.24∙ Μπαμπινιώτης, ΕΠολΔ 2009.361∙ Ευθυμίου, ΕΠολΔ 2014.307
168 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.209 σημ.67
169 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ,§ 54 σ.212-213 σημ.74∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.409 σημ.308
170 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.213 σημ.75∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.409 σημ.308∙
171 Βλ. Καλαβρός, Το ανίσχυρο, σ.92επ.
45
του άρθρου 933, χωρίς να προηγηθεί η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 954§4, καθώς και στην περίπτωση που απορριφθεί η ενδεχομένως ασκηθείσα διορθωτική ανακοπή. Στην μεν πρώτη περίπτωση υποστηρίζεται πως εάν ο καθ’ ου η εκτέλεση παρέλειψε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 954§4 και προτίμησε να ασκήσει κατ’ ευθείαν την ανακοπή του άρθρου 933, τότε η τελευταία θα απορρίπτεται ως αβάσιμη, εφόσον η κατ’ άρθρο 159§3 ακύρωση βασίζεται επί ελαττωμάτων της κατασχετήριας έκθεσης, που θα μπορούσαν να είχαν ιαθεί, αν είχε ασκηθεί η ανακοπή του άρθρου 954§4172. Επομένως, υπό την εξεταζόμενη εκδοχή απομένει προς διερεύνηση το ζήτημα σύγκρουσης των δυο ενδίκων βοηθημάτων σε περίπτωση απόρριψης της ασκηθείσας ανακοπής του άρθρου 954§4. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι δεν υφίσταται δικαίωμα δικαστικής διάπλασης του οφειλέτη με τη μορφή της διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης λόγω του συγκεκριμένου ελαττώματος173. Μάλιστα, η κρίση του δικαστηρίου στο πλαίσιο της δίκης της ανακοπής του άρθρου 954§4 δεν παράγει δεδικασμένο στη μεταγενέστερη δίκη της ανακοπής του άρθρου 933, η οποία έχει ως αντικείμενο τη δικαστική διάπλαση της κατασχετήριας έκθεσης, αλλά, όμως, αυτή τη φορά με τη μορφή της ακύρωσης της κατασχετήριας έκθεσης λόγω του συγκεκριμένου ελαττώματος που προβλήθηκε ήδη στην προηγηθείσα δίκη174. Ως εκ τούτου, υπό την προκείμενη ερμηνευτική εκδοχή, καταφάσκεται το επιτρεπτό διαδοχικής άσκησης των ανακοπών του άρθρου 954§4 και του άρθρου 933175, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 934§1 εδ. α’176.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι και σε νομολογιακό επίπεδο καταγράφεται διάσταση απόψεων σχετικά με τη σχέση των δυο ενδίκων βοηθημάτων. Στην νομολογία των δικαστηρίων ουσίας δείχνει να έχει επικρατήσει η πρώτη άποψη177,
172 Βλ. Καλαβρός, Το ανίσχυρο, σ.92-93
173 Βλ. Καλαβρός, Το ανίσχυρο. σ.93
174 Βλ. Καλαβρός, Το ανίσχυρο, σ.93
175 Βλ. Καλαβρός, Το ανίσχυρο, σ.93 ∙
176 Βλ. πιο πάνω υποσημ. 161, όπου επισημαίνεται ο κίνδυνος, σε περίπτωση που προηγηθεί η ανακοπή του άρθρου 954§4 και απορριφθεί, να έχει παρέλθει η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 933
177 ΜΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ 2002.476∙ ΜΠρΤρικ 78/2002, Δ 2001.769∙ ΜΠρΤρικ 513/2002, Αρμ 2003.253∙ ΜΠρΒολ 2398/2004, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 1812/2004, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626∙ ΜΠρΘεσσ 48223/2007, Αρμ 2008.1085∙ ΜΠρΑθ 3489/2009, ΕΠολΔ 2009.360∙ ΜΠρΡοδ 2358/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 10811/2014, με σχολ. Α. Άνθιμου, Αρμ 2015.99∙ ΜΠρΛαμ 45/2014, ΝΟΜΟΣ∙ ΕιρΚατ 256/2013, με σχολ. Α. Άνθιμου Αρμ 2015.101
46
που δέχεται ότι πλημμέλειες αναγόμενες στην περιγραφή του κατασχεθέντος δεν δικαιολογούν υποβολή αιτήματος ακύρωσης της κατασχετήριας έκθεσης, παρά μόνο αίτημα διόρθωσής της με την ανακοπή του άρθρου 954§4. Συνεπώς, ο οφειλέτης δεν έχει δυνατότητα να ασκήσει παράλληλα με την ανακοπή του άρθρου 954§4 και την ανακοπή του άρθρου 933, επιδιώκοντας με αυτήν την ακύρωση της εκθέσεως κατασχέσεως διότι ο νομοθέτης διευρύνοντας το αντικείμενο της διορθωτικής ανακοπής με την προσθήκη ως λόγων διορθώσεως, όχι μόνο την ατελή περιγραφή, αλλά και κάθε είδους άλλη ατέλεια ή παράλειψη της κατασχετήριας έκθεσης, σκόπευε για λόγους επιταχύνσεως της εκτελεστικής διαδικασίας στο στάδιο της κατάσχεσης να καταργήσει μερικώς το δυνατό περιεχόμενο των λόγων της κατά το άρθρο 933 ανακοπής, εκείνων ακριβώς που αναφέρονται στο άρθρο 954§4.
Αντιθέτως, η νομολογία του Αρείου Πάγου παρουσιάζει διακυμάνσεις178. Αρχικά, η ΑΠ 314/2000179 δέχθηκε ότι « η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ., και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο». Ακολούθως, όμως, ο Άρειος Πάγος180 υιοθέτησε την δεύτερη εκδοχή δεχόμενος ότι η ανακοπή του άρθρου 954§4 «δεν εξομοιώνεται με εκείνη του άρθρου 933, διότι δεν προσβάλλει το κύρος των πράξεων της εκτελέσεως, ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατασχέσεως και συνεπώς η τελευταία (εκ του άρθρου 933) μπορεί να ασκηθεί κατ` αυτής, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις της, ήτοι στην περίπτωση της ατελούς περιγραφής του κατασχεμένου ακινήτου, με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, που πρέπει να επικαλεσθεί ο ανακόπτων». Εν συνεχεία, ο Άρειος Πάγος181 τάχθηκε εκ νέου υπέρ της δεύτερης ερμηνευτικής εκδοχής και πιο συγκεκριμένα αποφάνθηκε ότι η ανακοπή του άρθρου 954§4 «έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως για
178 Υπέρ της πρώτης εκδοχής: ΑΠ 314/2000, ΕλλΔνη 2000.1327∙ ΑΠ 1754/2011, ΕΠολΔ 2012.242∙ Αντίθ. υπέρ της δεύτερης εκδοχής: ΑΠ 1497/2003, ΧρΙΔ 2004.239∙ ΑΠ 1687/2005, Δνη 2008.1031
179 ΑΠ 314/2000, ΕλλΔνη 2000.1327
180 ΑΠ 1497/2003, ΧρΙΔ 2004.239
181 ΑΠ 1687/2005, Δνη 2008.1031
47
οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διατάξεως αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της εκθέσεως. Ήδη, η άσκηση της τελευταίας αυτής ανακοπής δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της εκθέσεως κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας». Πιο πρόσφατα, η ΑΠ 1754/2011182 υιοθετεί και πάλι την πρώτη γνώμη, αφού δέχεται με αφορμή ανακοπή του άρθρου 933 ότι «οποιοδήποτε σφάλμα της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την τιμή πρώτης προσφοράς δεν καθιστά άκυρη την κατάσχεση, αλλά δικαιολογεί την άσκηση ανακοπής για διόρθωση της έκθεσης κατ` άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ». Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις183 που υιοθέτησαν την πρώτη εκδοχή αφορούσαν εσφαλμένη εκτίμηση της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δηλαδή ελλείψεις που διορθώνονται αποκλειστικά με την ανακοπή του άρθρου 954§4. Αντιθέτως, οι αποφάσεις που τάχθηκαν υπέρ της δεύτερης εκδοχής184 αφορούσαν την ακρίβεια της περιγραφής του κατασχεμένου, όπου ενδέχεται οι ατέλειες ως προς την περιγραφή να είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, ώστε να μην επιδέχονται ίαση με την διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954§4, αλλά να δικαιολογούν την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933, εφόσον υπάρχουν οι προυποθέσεις της με την συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης. Ενόψει των ανωτέρω διευκρινήσεων προκύπτει πως από την νομολογία του Αρείου Πάγου προκρίνεται ως ορθότερη η δεύτερη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η ανακοπή του άρθρου 954§4 δεν εξομοιώνεται με εκείνη του άρθρου 933, και συνεπώς δεν αναπληρώνει ούτε υποκαθιστά την ανακοπή του άρθρου 933, η οποία παραμένει ως προς τους λόγους της και τη λοιπή ρύθμισή της άθικτη από την τροποποίηση του ν.2298/1995.
182 ΑΠ 1754/2011, ΕΠολΔ 2012.242
183 ΑΠ 314/2000, ΕλλΔνη 2000.1327∙ ΑΠ 1754/2011, ΕΠολΔ 2012.242
184 ΑΠ 1497/2003, ΧρΙΔ 2004.239∙ ΑΠ 1687/2005, Δνη 2008.1031 ∙ Πρβλ. σύμφωνες με αυτή την εκδοχή αποφάσεις, βλ. ΕφΑθ 3738/2011, Δνη 2012.496∙ ΜΠρΑθ 3234/2007, με σύμφωνες παρατηρήσεις Ευ. Πουρνάρνα, ΕφΑΔ 2008.114∙ ΜΠρΡοδ 8/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 300/2012, ΝΟΜΟΣ
48
2. Κριτική των υποστηριζόμενων θέσεων
Με την πρώτη εκ των ως άνω υποστηριζόμενων θέσεων υποστηρίχθηκε, στο πλαίσιο των τροποποιήσεων του θεσμού της διόρθωσης των ενδεχόμενων ατελειών της κατασχετήριας έκθεσης, ένα επιχείρημα υπέρ του αποκλεισμού της ανακοπής του άρθρου 933 σε ό,τι αφορά πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης εντασσόμενο στην ιστορική ερμηνεία. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε ότι κατά την Αιτιολογική Έκθεση του ν.2298/1995185 ρητά χαρακτηρίζεται η ανακοπή του άρθρου 954§4 ως «ειδικό και αποκλειστικό ένδικο βοήθημα για την προσβολή των διαφόρων ατελειών της κατασχετήριας έκθεσης». Υπό την έννοια αυτή, ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελεί σαφή ένδειξη της βούλησης του νομοθέτη να καταργήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ως προς τους λόγους που καλύπτονται από την νομοτυπική μορφή του άρθρου 954§4186. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο σταθμίσεων περί αναλογικότητας, πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα ακύρωσης της εκτέλεσης για εκείνα τα ελάττωμα που μπορεί να παραμεριστεί με απλή δικαστική διόρθωση187.
Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν φαίνεται πειστικό, εάν ληφθεί υπόψη ότι η παρέμβαση του νομοθέτη αποσκοπούσε αποκλειστικά στην επιτάχυνση της εκτελεστικής διαδικασίας μέσω της κατάργησης του «προγράμματος πλειστηριασμού» και της επ’ αυτής αιτήσεως διόρθωσης, χωρίς να τίθεται ζήτημα μερικής κατάργησης των λόγων της ανακοπής του άρθρου 933188. Εξάλλου, η διεύρυνση του αντικειμένου της ανακοπής του άρθρου 954§4 προέκυψε απλώς και μόνο από τη κατάργηση της αιτήσεως για τη διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού και από την ανάγκη της λειτουργικής υποκαταστάσεώς της189. Άλλωστε, ούτε και το ήδη κατηργημένο άρθρο 961 προέβαινε στην ακύρωση του προγράμματος, αλλά αποσκοπούσε στην διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού190.
185 Βλ. Βλ. αναδημοσίευση της σε Γέσιου-Φαλτσή/Καϊσης/Νίκας, ΚΠολΔ, σ.769
186 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.62 επ.
187 Βλ. Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2034 σημ.44
188 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.209 σημ.67
189 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.213 σημ.74
190 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §59 σ.392-393 σημ.22-23
49
Επιπροσθέτως, η πρώτη εκδοχή αντικρούεται και από την συστηματική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 954§4 και 933. Καταρχήν πρέπει να επισημανθεί ότι αμφότερες οι διατάξεις εντάσσονται στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά διαφέρουν ως προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς τους. Ειδικότερα, η ratio της διάταξης του άρθρου 954§4 είναι αποκλειστικά η διόρθωση των ιάσιμων πλημμελειών της κατασχετήριας έκθεσης, ώστε να εξασφαλισθεί η απρόσκοπτη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο περιορισμός των κινδύνων ακύρωσής του και κυρίως η επίτευξη του μεγαλύτερου κατά το δυνατόν πλειστηριάσματος 191. Αντίθετα, ratio της ανακοπής του άρθρου 933 είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εκτελέσεως και, εν προκειμένω, της κατασχετήριας έκθεσης192. Έτσι, η ανακοπή του άρθρου 933, όταν στρέφεται κατά της κατασχετήριας εκθέσεως, δικαιολογείται μόνο με την συνδρομή δικονομικής βλάβης, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας193. Γι’ αυτό και το πεδίο εφαρμογής της ανακοπής του άρθρου 933 περιορίζεται μόνο σε εκείνα τα ελαττώματα της κατασχετήριας έκθεσης που δεν υπάρχει η δυνατότητα θεραπείας με την διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954§4, καθώς ως προς τα υπόλοιπα ελαττώματα δεν νοείται δικονομική βλάβη λόγω της δυνατότητας θεραπείας αυτών με την διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954§4194. Ενόψει των ανωτέρων επισημάνσεων προκύπτει εναργώς ότι σκοπός της παρέμβασης του νομοθέτη με το ν.2298/1995 ήταν η αναμόρφωση του θεσμού της διόρθωσης της κατασχετήριας, πού, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, διαφέρει ως προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς με την ανακοπή του άρθρου 933 και ως εκ τούτου η τελευταία δεν μπορεί να έχει καθόλου θιγεί από την τροποποίηση του άρθρου 954§4.
191 Βλ. εγγύτερα σε Γιαννόπουλο, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.47επ., ιδίως σ. 62-63
192 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §34 σ.477επ. σημ.2 επ. ∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.77επ. σημ.52 επ. ∙ Ποδηματά, Ζητήματα εφαρμογής των άρθρων 933 και 936 ΚΠολΔ, 1991, σ. 15επ.
193 ΣχΠολΔ VIII, σ.36∙ Από νομολογία, βλ. ΑΠ 1497/2003, ΧρΙΔ 2004.239∙ ΑΠ 1687/2005, Δνη 2008.1031∙ ΕφΑθ 3738/2011, Δνη 2012.496∙ ΜΠρΑθ 3234/2007, με σύμφωνες παρατηρήσεις Ευ. Πουρνάρνα, ΕφΑΔ 2008.114∙ ΜΠρΡοδ 8/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 300/2012, ΝΟΜΟΣ∙ Από θεωρία βλ. αντί άλλων Σοφιαλίδη, Δικονομική ακυρότητα,1991, σ.341επ., και ιδίως σ.352
194 Βλ. προηγ. υποσημ.
50
3. Προκρινόμενη θέση
Αρχικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η οριοθέτηση της σχέσης της ανακοπής του άρθρου 933 με την ανακοπή του άρθρου 954§4 δεν έχει μόνο θεωρητικό ενδιαφέρον. Αντίθετα, έχει και πρακτική αξία, ιδίως σε ζητήματα όπως π.χ. επί πλημμελούς περιγραφής του κατασχεμένου, όπου κρίσιμο στοιχείο για την επιλογή του πρόσφορου ενδίκου βοηθήματος καθίσταται η σοβαρότητα της πλημμέλειας και η αμφιβολία που προκαλεί ως προς την ταυτότητα του κατασχεμένου195.
Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού, σκόπιμο είναι να ερευνηθεί η ρυθμιστική πρόθεση που είχε ο ιστορικός νομοθέτης. Ήδη, από τα πρακτικά της Συντακτικής και Αναθεωρητικής Επιτροπής του ΚΠολΔ είχε επισημανθεί ότι η μη ακριβής ή ατελής περιγραφή θα επάγεται ακυρότητα υπό την προϋπόθεση υπάρξεως δικονομικής βλάβης196. Ωστόσο, η Επιτροπή υπό το πρίσμα της αναλογικότητας της βαρύτητας ή μη των σχετικών πλημμελειών του προγράμματος πλειστηριασμού προέκρινε ως λύση την διόρθωσή τους μέσω της αιτήσεως διορθώσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, προκειμένου να αποφεύγεται η ακύρωση του για ατέλειες ή παραλείψεις δυνάμενες να διορθωθούν με την σχετική αίτηση197. Με την τροποποίηση του ν. 2298/1995 αναμορφώθηκε ριζικά η ανακοπή του άρθρου 954§4, που προέκυψε από την συγχώνευση της ανακοπής του παλαιού άρθρου 954§4 και της καταργηθείσας αίτησης διορθώσεως προγράμματος πλειστηριασμού του άρθρου 961. Σκοπός του νομοθέτη ήταν η περιστολή των παρελκυστικών πρακτικών που προσέφερε στον καθ’ ου το κατηργημένο ένδικο βοήθημα του παλαιού άρθρου 961. Υπό την νέα μορφή η ανακοπή του άρθρου 954§4 διευρύνθηκε το αντικείμενο της λόγω της λειτουργικής υποκατάστασης της αιτήσεως διορθώσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, ώστε να μπορεί αυτή να επιτρέψει τον πληρέστερο δικαστικό έλεγχο της κατασχετήριας έκθεσης198. Ενόψει των ανωτέρω επισημάνσεων προκύπτει ότι ο
195 Βλ. αντί άλλων Διαμαντόπουλο, Η ανακοπή, σ.420 σημ.311
196 ΣχΠολΔ VIII,σ. 36, σημειώνει ότι «το κατασχεθέν πρέπει να περιγράφεται ακριβώς κατά το είδος, την θέσιν, τα όρια και την έκτασιν αυτού μετά των συστατικών και των κατασχεθέντων παραρτημάτων και εις τρόπον ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητα… η μη ακριβής ή η ατελής περιγραφή θα επάγεται ακυρότητα μόνον εν περιπτώσει βλάβης».
197 ΣχΠολΔ VIII, σ. 36
198 Πρβλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.209 σημ. 66-67
51
νομοθέτης του ν. 2298/1995 δεν σκόπευε για λόγους επιταχύνσεως της εκτελεστικής διαδικασίας να καταργήσει τους λόγους της κατ’ άρθρο 933 ανακοπής που καλύπτονται από τη νομοτυπική μορφή του άρθρου 954§4, δηλαδή τους λόγους που αφορούν ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης. Γι’ αυτό και η άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 δεν έχει θιγεί καθόλου από την μεταρρύθμιση του ν. 2298/1995 και ως εκ τούτου μπορεί να ασκηθεί κατά της κατασχετήριας έκθεσης, εφόσον οι ελλείψεις της εκθέσεως κατάσχεσης είναι ιδιαίτερα σοβαρές και συντρέχει δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος μη δυνάμενη να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
52
53
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Διαδικαστικά ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ
§4. Οι προϋποθέσεις της ανακοπής του άρθρου 954§4
I. Αντικειμενικές προϋποθέσεις: Ύπαρξη κατασχέσεως
Η κατάσχεση αποτελεί το νομικό θεμέλιο της όλης εκτελεστικής διαδικασίας του πλειστηριασμού και επ’ αυτής στηρίζεται κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη199. Με την ανακοπή του άρθρου 954§4 επιτρέπεται ο δικαστικός έλεγχος της κατασχετήριας έκθεσης και η διόρθωσή της σε περίπτωση υπάρξεως ιάσιμων ελαττωμάτων. Εάν, όμως, η επιβληθείσα κατάσχεση έχει ακυρωθεί ή ανατραπεί με δικαστική απόφαση ή εάν έχει διαγραφεί ή αρθεί από το υποθηκοφυλακείο λόγω νόμιμης παραιτήσεως υπό του κατασχόντος, τότε δεν είναι νοητή η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 954§4, αφού απαραίτητη προϋπόθεσή της είναι η ύπαρξη τυπικά έγκυρης και ισχυρής κατασχέσεως200. Έτσι, εάν η κατάσχεση εκλείψει για οποιονδήποτε λόγο, τότε η διόρθωση της κατασχετήριας εκθέσεως είναι νομικά αδύνατη λόγω της εκθεμελίωσης της εκτελεστικής διαδικασίας. Επίσης, πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα άσκησης της ανακοπής του άρθρου 954§4 επί συντηρητικής κατασχέσεως, που δεν έχει μετατραπεί σε αναγκαστική. Άλλωστε, η συντηρητική κατάσχεση δεν θεμελιώνει αναγκαστική εκτέλεση, αλλά διατάσσεται από το δικαστήριο ως ασφαλιστικό μέτρο μόνο για την εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής ικανοποιήσεως της χρηματικής απαιτήσεως του δανειστή μετά τον εξοπλισμό της αξιώσεώς του με εκτελεστό τίτλο201.
Η ύπαρξη κατασχέσεως προϋποθέτει πριν από κάθε άλλο την επιβολή της. Ως επιβολή νοείται πρωτίστως «η κατά τας εξωτερικάς και εκ πρώτης όψεως, εμφανείς διατυπώσεις διενέργεια αυτής ή άλλως το σύνολον των πράξεων και διατυπώσεων εκείνων, αίτινες απαρτίζουν την αντικειμενική υπόστασιν ή άλλως το πραγματικόν της
199 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.2η,§278 σ.751
200 Βλ. Ράμμος, Η ύπαρξις και το κύρος της κατασχέσως ως προϋπόθεσις κανονικής διεξαγωγής του αναγκαστικού πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, Αναμνηστικός τόμος καθηγητού Εμμ Μιχελάκη,1973, §2 σ.488-489 και §3 σ.489, όπου επισημαίνει ότι «βασική προϋπόθεση του επιτρεπτού της νομίμου διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, είναι η ύπαρξις κατασχέσεως αναγκαστικής ή μετατραπείσης ή εξομοιωθείσης προς αναγκαστικήν εκδόσεως τελεσεδίκου ή και προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως».
201 Βλ. Ράμμος, Αναμν. Τομ. Μιχελάκη,§2 σ.489
54
κατασχέσεως»202. Έτσι, λοιπόν, ανυπόστατη είναι η κατάσχεση, όταν δεν υφίστανται τα απαιτούμενα συνθετικά στοιχεία για την ύπαρξη της πράξεως . Ειδικότερα, η κατάσχεση κινητού συντελείται με εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή αφαίρεση του πράγματος από την κατοχή του οφειλέτη και σύνταξη της κατασχετήριας εκθέσεως παρουσίας ενός ενήλικου μάρτυρα203. Από την άλλη πλευρά, ο συστατικός τύπος της κατασχέσεως ακινήτου περιορίζεται στην σύνταξη της κατασχετήριας εκθέσεως μπροστά σ’ έναν ενήλικο μάρτυρα, αφού λόγω της ιδιαιτερότητας της φύσεως του ακινήτου δεν νοείται αφαίρεση της κατοχής του καθ’ ου204.
II. Υποκειμενικές προϋποθέσεις: Νομιμοποίηση
1. Ενεργητική νομιμοποίηση
Από την διατύπωση του άρθρου 954§4 εδ. α’ προκύπτει ότι η διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο «ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον». Εν αντιθέσει με την αρχική μορφή του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ/1971205, που έδινε δικαίωμα ανακοπής για τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης γενικά σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, η ισχύουσα μορφή του άρθρου 954§4, εκτός από γενική αναφορά σε όσους έχουν έννομο συμφέρον, κάνει ειδική μνεία για τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος δανειστή και του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη..
Α. Ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης
Στην δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 ανακόπτων είναι, κατά κανόνα, ο οφειλέτης της απαιτήσεως που προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο206. Βέβαια,
202 Βλ. Ράμμος, Αναμν. Τομ. Μιχελάκη,§2 σ.488
203 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.2η,§278 σ.750∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ,§54 σ.205επ∙ Μπέης, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις, 1968, σ.142-143∙Νικολόπουλος, ΑνΕκτ,σ.301∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.1, σ.1842
204 Βλ. Μπέης, Η ανίσχυρος, σ.142-143∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ,σ.315∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 993 αριθμ.1, σ.1931
205 Βλ. αναλυτικά πιο πάνω §1 IV
206 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.2η, §281 σ.757∙ Κατ’ αντιστοιχία με την ενεργητική νομιμοποίηση του καθ’ ου στην δίκη της ανακοπής του άρθρου 933, πρβλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.523 σημ.7∙ Νίκας,
55
ανακόπτων μπορεί να είναι και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο νομιμοποιείται παθητικά, όταν επισπεύδεται σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο 919-920)207. Αρκεί, λοιπόν, η ιδιότητα του καθ’ ου η εκτέλεση για να θεμελιωθεί η νομιμοποίηση του ανακόπτοντος. Επίσης, σε περίπτωση πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου τρίτου κυρίου ή νομέα την ανακοπή νομιμοποιείται να ασκήσει εκτός από τον οφειλέτη και ο τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου ακινήτου208. Πρέπει, ακόμη, να αναφερθεί πως εάν τον οφειλέτη τον υποκαθιστά άλλο πρόσωπο, τότε στην άσκηση της ανακοπής νομιμοποιείται ενεργητικά αυτό το πρόσωπο209, όπως λ.χ. συμβαίνει με τον σύνδικο στην πτώχευση210.
Β. Επισπεύδων δανειστής
Όπως ήδη αναφέρθηκε211, η προϊσχύουσα μορφή του άρθρου 954§4 προέβλεπε ότι για την άσκηση της ανακοπής νομιμοποιούταν οποιοσδήποτε είχε έννομο συμφέρον. Πράγματι, ερμηνευτικά γινόταν δεκτό ότι μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή και ο επισπεύδων δανειστή, αφού ήταν δεδομένο το έννομο συμφέρον του στην διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης212. Εντούτοις, η ισχύουσα μορφή του άρθρου 954§4 προβλέπει, πλέον, ρητά την δυνατότητα άσκησης της ανακοπής και από τον επισπεύδοντα δανειστή213. Συνεπώς, ο επισπεύδων δύναται να διορθώσει τα ενδεχόμενα ελαττώματα της συντασσόμενης από τον δικαστικό επιμελητή κατασχετήριας έκθεσης. Εξάλλου, η
ΑνΕκτ Ι, §27 σ.566 σημ.14∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.177∙ Μπέης,ΕρμΚΠολΔ,τ.22ος,σ.1221 σημ.84∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.110 σημ. 72∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 933, σ.388
207 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.523 σημ.7∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §27 σ.566 σημ.14∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.177∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 933, σ.388∙ Πρβλ. αναλυτική ανάπτυξη σχετικά με τα άρθρα 919-920 σε Απαλαγάκη, Δεδικασμένο και εκτελεστότητα στα νομικά πρόσωπα και στα μέλη τους, 2001, σ.94 επ. και 190 επ.
208 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.524 σημ.7∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §27 σ.567 σημ.14∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.177∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.110 σημ.72
209 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.524 σημ.7∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §27 σ.567 σημ.15∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.111-112 σημ.72∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ,τ.22ος, 1221 σημ.84∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 933, σ.388
210 ΜΠρΑρτ 54/2009, ΝΟΜΟΣ
211 Βλ. αναλυτικά ανωτ. §1 ΙΙΙ και ΙV ∙ Αντίθετα, υπό το σύστημα της ΠολΔ/1834 αποκλειόταν η νομιμοποίηση του επισπεύδοντος δανειστή, βλ. πιο πάνω §1 ΙΙ
212 Βλ. αντί άλλων Μπρίνια, ΑνΕκτ ΙΙ, εκδ.2η, §281 σ.757
213 Βλ. Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ, 2010, σ.520 σημ.2188
56
άσκηση της ανακοπής του άρθρου 954§4 αποτελεί το μόνο μέσο που έχει στην διάθεσή του ο επισπεύδων δανειστής214, αφού δεν έχει δικαίωμα να επιδιώξει την ακύρωση της κατασχέσεως που ο ίδιος επέβαλε, όπως προκύπτει άλλωστε και από τη γενική διάταξη των δικονομικών ακυροτήτων του άρθρου 160§2215.
Γ. Άλλα πρόσωπα που δικαιολογούν έννομο συμφέρον
Ο κύκλος των προσώπων που νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ανακοπής του άρθρου 954§4 διευρύνεται και στα τρίτα πρόσωπα που δικαιολογούν έννομο συμφέρον. Άλλωστε, δυνάμει του άρθρου 954§4, ανακόπτων μπορεί να είναι και «οποιοσδήποτε άλλος έχει έννομο συμφέρον», το οποίο, εν προκειμένω, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία216. Κατ’ αρχήν, γίνεται δεκτό ότι δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 954§4 έχουν οι δανειστές του οφειλέτη ή του καθ’ ου η εκτέλεση, όταν η εκτέλεση δεν στρέφεται κατά του οφειλέτη, ανεξαρτήτως υπάρξεως προνομίου217 ή εκτελεστού τίτλου218 και χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη αναγγελία τους στον επισπευδόμενο πλειστηριασμό219. Μάλιστα, η νομιμοποίηση των ανωτέρω δανειστών
214 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.214 σημ.75
215 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.528 σημ. 11
216 Κατ’ αντιστοιχία με την ανακοπή του άρθρου 933, στην οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής και στους δανειστές του καθ’ ου η εκτέλεση, υπό την προϋπόθεση ότι δικαιολογούν έννομο συμφέρον, βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.527 σημ.9∙ Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η,§154 σ.422-423∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §27 σ.568 σημ.17∙ Μπέης,ΕρμΚΠολΔ,τ.22ος,σ.1222 σημ.85 επ. ∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.114 σημ. 74∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 933αριθμ.23-24, σ.1778-1779∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 933, σ.389∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ,2010, σ.520 σημ.2188
217 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η, §154 σ.423∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.527 σημ.9∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §27 σ.568 σημ.17 ∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ. 71
218 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η, §154 σ.423∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.527 σημ.9∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §27 σ.568 σημ.17∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.113 σημ.73∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.71∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 933, σ.389 ∙ Αντίθετη θέση που εμμέσως αποκλείει την νομιμοποίηση δανειστή χωρίς εκτελεστό τίτλο, βλ. Μπέη, ΕρμΚΠολΔ, τ.22ος, σ.1222 σημ.86, όπου με αφορμή την ανακοπή του άρθρου 933 σημειώνει ότι η ενεργητική νομιμοποίηση του δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση προϋποθέτει είτε την ιδιότητα ενυπόθηκου δανειστή προκειμένου να ασκήσει την εμπράγματη αξίωση του κατά του ενυπόθηκου οφειλέτη του είτε ενοχικού δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση, εφόσον βεβαίως η απαίτησή του είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο και έχει επιδώσει επιταγή για εκούσια συμμόρφωση του καθ’ ου η εκτέλεση.
219 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η, §154 σ.423∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.527 σημ.9∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.70 ∙ Πρβλ. Πίψου, Η αναγγελία δανειστή στην αναγκαστική κατά τον ΚΠολΔ, σ.349-350, η οποία επικεντρώνεται στην δυνατότητα άσκησης της ανακοπής του άρθρου 954§4 από τους αναγγελμένους δανειστές. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί η δυνατότητα ασκήσεως της διορθωτικής ανακοπής και στους δανειστές που δεν έχουν αναγγείλει την απαίτησή τους, δεδομένου ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναγγελίας, σύμφωνα με το άρθρου 972§1 εδ. β’, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.
57
εδράζεται σε ίδιο έννομο συμφέρον220, δηλαδή στην διόρθωση της ελαττωματικής κατασχετήριας εκθέσεως, ώστε να επιτευχθεί το υψηλότερο δυνατό πλειστηρίασμα, και ρητά προβλέπεται στο άρθρο 954§4 εδ. α’. Περαιτέρω, νομιμοποιούνται στην άσκηση της ανακοπής ο δανειστής του επισπεύδοντος και οι δανειστές των δανειστών του καθ’ ου η εκτέλεση, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 72221. Ωστόσο, οι ανωτέρω δανειστές, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 72, νομιμοποιούνται να ασκήσουν πλαγιαστικά την ανακοπή, δηλαδή ασκούν τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, όταν ο τελευταίος αμελεί να τα ασκήσει.
2. Παθητική νομιμοποίηση
Η παθητική νομιμοποίηση στην δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 εξαρτάται από το πρόσωπο του ανακόπτοντος. Έτσι, λοιπόν, η ανακοπή που ασκείται από τον καθ’ ου η εκτέλεση θα στρέφεται αποκλειστικά κατά του επισπεύδοντος, ενώ αν ασκείται από το επισπεύδοντα πρέπει να απευθύνεται κατά του καθ’ ου οφειλέτη. Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί ότι σε περίπτωση άσκηση της ανακοπής από τον επισπεύδοντα στρέφεται και κατά του δικαστικού επιμελητή222, καθώς διαφορετικά θα υπήρχε ο κίνδυνος η αρχική εκτίμηση να καταλείπεται χωρίς ουσιαστική υπεράσπιση. Όμως, υπό αυτή την εκδοχή παροράται το γεγονός ότι ο δικαστικός επιμελητής ενεργώντας ως όργανο της αναγκαστικής εκτέλεσης και μη συνδεόμενος με τον εκάστοτε ανακόπτοντα και τα άλλα
4335/2015, είναι πέντε ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό, δηλαδή σε απώτερο χρονικό σημείο από την προβλεπόμενη προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 954§4. Έτσι, λοιπόν, ο αποκλεισμός αυτών των δανειστών θα στερούσε αδικαιολογήτως την δυνατότητα ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 954§4. ∙ Υπό το σύστημα της ΠολΔ/1834 γινόταν δεκτό ότι νομιμοποιούνταν να ασκήσουν την αίτηση διόρθωσης του άρθρου 894§4 ΠολΔ/1834 κάθε δανειστής του καθ’ ου, χωρίς να απαιτείται να έχει αναγγελθεί στον πλειστηριασμό, βλ. Οικονομίδης/Λιβαδάς/Γιδόπουλος, §272 σ. 319 σημ.12∙ Αποστολόπουλος, Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, 6η, §530 σ. 721 Κιτσικόπουλος, Πολιτική Δικονομία, τ. Η΄, 1959, σ. 7910 σημ. 1
220 ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ, στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα επικαλείται έννομο συμφέρον ως ενυπόθηκη δανείστρια του καθ’ ου η εκτέλεση ∙ Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.72
221 Κατ’ αντιστοιχία με την ανακοπή του άρθρου 933, όπου επιτρέπεται η πλαγιαστική άσκησή της. βλ. Μπρίνια, ΑνΕκτ Ι, εκδ.2η, §154 σ.423∙ Πρβλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.527 σημ.9 ∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §27 σ.568 σημ.17, όπου αναφέρονται αποκλειστικά σε δανειστή του δανειστή του καθ’ ου, αφού αναλύουν την ανακοπή του άρθρου 933, στην οποία άλλωστε αποκλείεται η ανακοπή από τον επισπεύδοντα δανειστή και κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται ούτε από τους δανειστές του. Αντιθέτως, στην υπό εξέταση ανακοπή λόγω της ενεργητική νομιμοποίησης και του επισπεύδοντος δανειστή δικαιολογείται η πλαγιαστική άσκηση της ανακοπής του άρθρου 954§4 και από τους δανειστές αυτού.
222 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.44-45
58
πρόσωπα της εκτελεστικής διαδικασίας δεν νομιμοποιείται παθητικώς στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4223, αλλά και γενικότερα στις δίκες περί την εκτέλεση.
Η ανακοπή που ασκεί οποιοσδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον πρέπει να στρέφεται τόσο κατά του επισπεύδοντος, όσο και κατά του καθ’ ου η εκτέλεση224, επειδή η ισχύς απόφασης που θα εκδοθεί, ως ενέργεια διαπλαστική, θα εκτείνεται έναντι όλων πρέπει η διαφορά να κριθεί με ενιαίο τρόπο ως προς όλους. Μάλιστα, μεταξύ των προσώπων κατά των οποίων απευθύνεται η ανακοπή ιδρύεται σχέση αναγκαίας ομοδικίας. Πιο συγκεκριμένα, η αναγκαία ομοδικία θεμελιώνεται στην erga omnes ισχύ της απόφασης που θα εκδοθεί επί της ανακοπής του άρθρου 954§4.
III. Έννομο συμφέρον
Οι νομιμοποιούμενοι σε άσκηση ανακοπής πρέπει να δικαιολογούν έννομο συμφέρον για την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, διότι διαφορετικά η ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη225. Ειδικότερα, ενόψει του χαρακτηρισμού της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 954§4 ως «δίκης περί την εκτέλεση», θα πρέπει το έννομο συμφέρον να οριοθετείται με ευρύτητα ώστε να καταλαμβάνει και το οικονομικό συμφέρον226. Πράγματι, η νομολογία227 παγίως δέχεται τη συνδρομή της εν λόγω
223 Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1§1και 25§1 του ν.2318/1995 (ΦΕΚ Α’ 126/1995), ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ενεργεί ως όργανο της πολιτείας, σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου και στην περίπτωση αυτή είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα.
224 ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ, όπου η ανακοπή ασκείται από τρίτο (ενυπόθηκο) δανειστή του καθ’ ου και στρέφεται κατά του επισπεύδοντος και του καθ’ ου η εκτέλεση ∙ Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.72
225 Η προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος πρέπει να διακρίνεται από την προϋπόθεση της νομιμοποίησης. Η μεν νομιμοποίηση καθορίζει τα πρόσωπα που έχουν την εξουσία να διεξάγουν τη δίκη, ενώ το δε έννομο συμφέρον δικαιολογεί την ανάγκη δικαστικής επιδίωξης. ∙ Πρβλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §35 σ.530 επ., η οποία με αφορμή την ανακοπή του 933 εξετάζει την συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, αλλά κατ’ αντιστοιχία τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954§4. ∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 933 αριθμ.22, σ.1778∙ Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.183 σημ.116
226 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.70, και ιδίως υποσημ. 159∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 933 αριθμ.22, σ.1778
227 ΜΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ 2002.476∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006,ΧρΙΔ 2006.626∙ ΜΠρΘεσσ 4321/2011,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΚορινθ 1551/2011, ΝοΒ 2011.2003∙ ΜΠρΜεσολ 702/2001,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 10811/2014, με σχολ. Α. Άνθιμου, Αρμ 2015.99, όπου απορρίπτεται η ανακοπή του άρθρου 954§4 ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, επειδή δεν είχε εκτεθεί σε πλειστηριασμό το
59
διαδικαστική προϋπόθεσης, όταν υπάρχει κίνδυνος να μειωθούν, εξαιτίας των ατελειών ή των παραλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης, οι εγγυήσεις που προβλέπει ο νόμος για την εξασφάλιση των συμφερόντων του ανακόπτοντος και ιδίως την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού πλειστηριάσματος. Με βάση τα ανωτέρω συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον πρέπει να συνδέεται με την ωφέλεια που προσδοκά ο διάδικος από την διόρθωση της228.
Ακόμη, πρέπει να επισημανθεί ότι η ανακοπή του άρθρου 954§4 ασκείται και από οποιοδήποτε τρίτο έχει έννομο συμφέρον229. Ωστόσο, το έννομο συμφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, εκπληρώνει νομιμοποιητική λειτουργία, χωρίς, όμως, να δικαιολογεί τον αποκλεισμό της συνδρομής του εννόμου συμφέροντος σε περίπτωση άσκησης της ανακοπής από τον οφειλέτη ή τον επισπεύδοντα230. Συνεπώς, και οι δανειστές του καθ’ ου η εκτέλεση έχουν έννομο συμφέρον να επιδιώξουν την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, εφόσον υποστηρίξουν ότι εξαιτίας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης δεν θα επιτευχθεί το κατά το δυνατό υψηλότερο πλειστηρίασμα, που θα μπορούσε να επιτευχθεί διαφορετικά, και ως εκ τούτου να είναι επαρκές για την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους231.
§5. Καθ’ ύλη αρμοδιότητα
Η διάταξη του άρθρου 954§4 δεν προβλέπει ειδική ρύθμιση σχετικά με την καθ’ ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου εκδίκασης της ανακοπής, αλλά παραπέμπει ρητά στο άρθρο 933232. Συνεπώς, καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 954§4 και 933, είναι το Ειρηνοδικείο ή το Μονομελές Πρωτοδικείο,
ακίνητο μετά την μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς με την εκδοθείσα απόφαση επί της αιτήσεως του άρθρου 966§3 της Τράπεζας. ∙ ΜΠρΛαμ 45/2014, ΝΟΜΟΣ
228 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.70 υποσημ. 159
229 Βλ. πιο πάνω §4 ΙΙ 1 Γ
230 Πρβλ. Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.186 σημ.118, όπου πραγματεύεται την αντίστοιχη περίπτωση άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 από τους δανειστές του καθ’ ου η εκτέλεση.
231 Βλ. πιο πάνω §4 ΙΙ 1 Γ
232 Βλ. άρθρο 933§1 εδ. α’, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4335/2015, όπου ορίζει ότι «ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό και στο μονομελές σε κάθε άλλη περίπτωση».
60
ανάλογα με το είδος του εκτελεστού τίτλου που στηρίζει την εκτέλεση233. Έτσι, η ανακοπή του άρθρου 954§4 ασκείται ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εφόσον ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση καθ’ ύλη αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο. Ακόμη και σε περίπτωση υποκατάστασης του αρχικώς επισπεύδοντος από άλλο δανειστή το καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της ανακοπής προσδιορίζεται από τον τίτλο του αρχικώς επισπεύδοντος234.
Η καθ’ ύλη αρμοδιότητα συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η οποία κρίνεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως της προβολής της σχετικής ενστάσεως από τους αντιδίκους235. Επομένως, όταν το δικαστήριο διαπιστώσει αναρμοδιότητα του πρέπει να παραπέμπει στο αρμόδιο δικαστήριο236, καθώς η επιλογή της παραπομπής συμβάλλει στην οικονομία της δίκης με την εξοικονόμηση των δαπανών και γενικότερα την εξασφάλιση της ταχύτητας της απονομής της δικαιοσύνης237. Εν συνεχεία, η υπόθεση εισάγεται στο δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η εκδίκαση της ανακοπής με απλή κλήση238. Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί ότι χωρεί εκδίκαση της ανακοπής από το αναρμόδιο δικαστήριο σε περίπτωση που ο χρόνος που απομένει μετά την παραπομπή δεν επαρκεί για την έγκαιρη επαναφορά της υπόθεσης με κλήση239, η
233 ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ∙ Από θεωρία, βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ,§ 54 σ.215 σημ.78∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.190 σημ.58∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας,σ.67∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2032 σημ38∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.2, σ.1842∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.11, σ.668
234 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι, εκδ..2η, §153 σ. 419∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §37 σ. 547 σημ.2∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 933 αριθμ.17, σ.1776∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.68
235 ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ∙ Βλ. αντί άλλων Νίκας, Πολιτική Δικονομία Ι, §20 σ.280 σημ.1
236 Κατ’ αναλογία με τα ασφαλιστικά μέτρα, ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ∙ Από θεωρία βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης), άρθρο 683 αριθμ.7, σ.1332∙ Κεραμεύς/Κουσούλης, άσκηση ενδίκων μέσων κατά παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας αποφάσεως στα ασφαλιστικά μέτρα (Γνμδ), ΝοΒ 1997/416, όπου δέχονται την συμπληρωματική εφαρμογή των γενικών διατάξεων, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις προηγούμενες ειδικές ή προς το σκοπό και την ιδιομορφία των ασφαλιστικών μέτρων.
237 Για τους λόγους αυτούς προβλέφθηκε με το ν.4335/2015 ρητά στο άρθρο 47 εδ..β’ ότι « το ίδιο εφαρμόζεται (σ.σ. δηλαδή ότι δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα) η απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει σε ανώτερο»
238 ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ∙ Βλ. Νίκας, ΠολΔικ Ι, §20 σ.286 σημ.10
239 ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ, η οποία παραπέμπει δεχόμενη ότι «η υπόθεση είναι δυνατόν να εισαχθεί με κλήση στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και να δικαστεί πριν την ημέρα του πλειστηριασμού»
61
παραπομπή της υπόθεσης εκ του αποτελέσματος εξομοιώνεται προς αρνησιδικία240. Ωστόσο, μετά την επιμήκυνση της προθεσμίας της ανακοπής του άρθρου 954§4 σε είκοσι από πέντε εργάσιμες ημέρες, ο χρόνος που θα μεσολαβεί από τη δημοσίευση της παραπεμπτικής απόφασης και την ημέρα διενέργειας που πλειστηριασμού θα επαρκεί για την επαναφορά της υπόθεσης με κλήση στο αρμόδιο δικαστήριο. Επιπροσθέτως, υπό το νέο καθεστώς, δεδομένου ότι ο ανακόπτων έχει αρκετά μεγάλα χρονικά περιθώρια για την διόρθωση των ελαττωμάτων της κατασχετήριας έκθεσης, πρέπει να αποκλειστεί η προαναφερθείσα ερμηνευτική εκδοχή, επειδή η άσκηση της διορθωτικής ανακοπής σε αναρμόδιο δικαστήριο σε χρονικό σημείο κοντά στην εκπνοή της προθεσμίας δεν συνάδει με την απαιτούμενη δικονομική συμπεριφορά που απαιτείται στο πλαίσιο της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης241. Τέλος, υπό την προαναφερθείσα ερμηνευτική εκδοχή παραβλέπεται και η αρχή του νόμιμου δικαστή, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο του κράτος δικαίου και έχει συνταγματικό υπόβαθρο242.
§6. Κατά τόπο αρμοδιότητα
I. Η αποκλειστική δωσιδικία του τόπου της εκτελέσεως
Η κατά τόπον αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής του άρθρου 954§4 καθορίζεται από το άρθρο 933§3, όπου και ρητά παραπέμπει το άρθρο 954§4243. Το
240 ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ, η οποία παραπέμπει δεχόμενη ότι «η υπόθεση είναι δυνατόν να εισαχθεί με κλήση στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και να δικαστεί πριν την ημέρα του πλειστηριασμού» ∙ Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.69
241 Με την τροποποίηση του ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015, εισάγεται η νέα διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 116, όπου με αυτήν εντάσσεται συστηματικά στο πλαίσιο των θεμελιωδών δικονομικών αρχών το στοιχείο της αυξημένης ευθύνης των διαδίκων, με την καθιέρωση γνήσιας δικονομικής υποχρέωσής τους να συμβάλλουν με την εν γένει δικονομική του συμπεριφορά τους και ιδίως με την επιμελή διεξαγωγή της δίκης, και την εμπρόθεσμη επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων. ∙ Βλ. σχετικά με την νέα ρύθμιση που προστίθεται στο άρθρο 116 ΚΠολΔ σε Τσαντίνη, Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας-Γενικός Μέρος, ΕΠολΔ 2014.182-183
242 Βλ. ενδεικτικά Νίκας, ΠολΔικ Ι, §46 σ.517επ..
243 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η, §154 σ.420∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ,§ 54 σ.215 σημ.78∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.190 σημ.58∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας,σ.67∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2032 σημ38∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.174 ∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.2, σ.1842∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.11, σ.668∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ, 2010, σ.520 σημ.2188
62
άρθρο 933§3 καθιερώνει την αποκλειστική δωσιδικία244 του τόπου εκτελέσεως του άρθρου 933, που μάλιστα υπερισχύει κάθε άλλης δωσιδικίας. Εξάλλου, η επιλογή της αποκλειστικής δωσιδικίας του τόπους εκτελέσεως δικαιολογείται απολύτως, αφού η καθιέρωση της διευκολύνει στην συλλογή αποδείξεων, αλλά και γενικότερα στην ταχύτερη και προσφορότερη εκδίκαση της διαφοράς.
II. Το επιτρεπτό της παρεκτάσεως
Η ρύθμιση του άρθρου 43 ισχύει και στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4, δηλαδή είναι επιτρεπτή η παρέκταση της κατά τόπο αρμοδιότητας του τόπου εκτελέσεως245. Ωστόσο, πρέπει στην ρήτρα παρεκτάσεως να αναφέρεται ρητά και ειδικά ότι η εν λόγω συμφωνία καταλαμβάνει και κάθε τυχόν δίκη που ανακύψει κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, χωρίς να αρκεί η ρήτρα παρεκτάσεως δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι υπάγουν τις διαφορές του κατά το στάδιο της διαγνωστικής δίκης στην αρμοδιότητα ορισμένου δικαστηρίου246, καθώς στις περιπτώσεις που καταργείται αποκλειστική δωσιδικία απαιτείται ρητή συμφωνία παρεκτάσεως247, όπως ορίζει το άρθρο 42§1. Συνεπώς, εάν η περί παρεκτάσεως ρήτρα δεν αναφέρεται ρητά στις διαφορές από την εκτέλεση, τότε η συμφωνία καλύπτει μόνο τη διαγνωστική δίκη και
244 Το άρθρο 933§3, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του ν.4335/2015, έχει ως εξής: «Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας…». Προκύπτει, λοιπόν, ότι στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954§4 αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου εκτελέσεως, αφού είναι αυτονόητη η προηγούμενη επιβολή κατάσχεσης. ∙ Πρβλ. ΜΠρΚοζ 343/2013, ΝΟΜΟΣ∙ Από θεωρία βλ. αντί άλλων Απαλαγάκη, Προϋποθέσεις παρεκτάσεως της κατά τόπο αρμοδιότητας στις δίκες περί την εκτέλεση, Δ 2002/1065επ, με εκεί παραπομπές ∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, τ.5ος, άρθρο 933 αριθμ.63, σ. 394
245 ΜΠρΚοζ 343/2013, ΝΟΜΟΣ∙ Από θεωρία βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι, εκδ.2η, §154 σ.420 ∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι,§38 σ.557 σημ.8∙ Μπέης, Αι διαδικασίαι ΙΙ, σ. 409∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 933 αριθμ.16, σ.1776∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ,τ.5ος, άρθρο 933 αριθμ. 63, σ.394επ Απαλαγάκη, Δ 2002/1065επ
246 ΜΠρΚοζ 343/2013, ΝΟΜΟΣ∙ βλ. από θεωρία τους παραπεμπόμενους συγγραφείς της προηγούμενης υποσημείωσης
247 Βλ. Νίκας, ΠολΔικ Ι, §18 σ.255 σημ.5
63
δεν καταλαμβάνει και τις δίκες περί την εκτέλεση248. Η συμφωνία παρεκτάσεως υποχρεωτικά πρέπει να έχει περιβληθεί τον έγγραφο τύπο.249
§7. Προθεσμία ανακοπής
Στο άρθρο 954§4 εδ. β’, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4335/2015, ορίζεται ρητά ότι «η ανακοπή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού». Η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 954§4 υπολογίζεται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 144, η οποία εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών250. Επομένως, πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της ημέρας κατάθεσης της ανακοπής του άρθρου 954§4 και της ημέρας του πλειστηριασμού, τουλάχιστον είκοσι εργάσιμες ημέρες251,
248 ΕφΑθ 10683/1986, Δ 1987.439∙ ΜΠρΚοζ 343/2013, NOMOΣ∙ ΜΠρΚεφ 113/2013, ΝΟΜΟΣ∙ βλ. Απαλαγάκη, Δ 2002/1065, με τις εκεί παραπομπές
249 ΕφΑθ 10683/1986, Δ 1987.439∙ ΜΠρΚοζ 343/2013, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΚεφ 113/2013, ΝΟΜΟΣ ∙ Βλ. Απαλαγάκη, Δ 2002/1065
250 Η διάταξη του άρθρου 144 εφαρμόζεται και επί προπαρασκευαστικών προθεσμιών, βλ. Ράμμος, Εγχειρίδιο ΑστΔικΔ Ι, §157 σ.392∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.4ος, σ.745∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Ορφανίδης), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 144 αριθμ.11, σ.344∙ Νίκας, ΠολΔικ ΙΙ,§56 σ.85 σημ.4∙ Ορφανίδης, Ζητήματα προθεσμιών κατά τον ΚΠολΔ, ΕλλΔνη 2002/332∙ Ειδικότερα, ως προς την προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 954§4 έχει υποστηριχθεί ότι πρόκειται για προπαρασκευαστική ενέργεια, βλ. Γιαννόπουλο, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.79∙ Πρβλ. αντίθετη θέση, που είναι και συνεπέστερη προς το σκοπό και τη λειτουργία που επιτελεί η προθεσμία του άρθρου 954§4, σε Ορφανίδη, ΕλλΔνη 2002/332επ., όπου σημειώνει ότι η προθεσμία για την ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί γνήσια προθεσμία ενέργειας και όχι προπαρασκευαστική, δεδομένου ότι οι μεν προπαρασκευαστικές προθεσμίες αποβλέπουν στη διασφάλιση της δυνατότητας στον διάδικο για περίσκεψη, ενημέρωση και προετοιμασία πριν από τη συζήτηση, ενώ οι δε προθεσμίες ενεργείας την ανάγκη επιχειρήσεως της διαδικαστικής πράξης εντός της προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επηρεάζει την φύση της ως προθεσμία ενέργειας το γεγονός ότι ο προσδιορισμός της γίνεται με αναφορά ένα γεγονός που έπεται, όπως στην περίπτωση αυτή την ημέρα του πλειστηριασμού.
251 Σύμφωνα με το άρθρο 1§12 του ν. 1157/1981, προβλέπεται πως η «διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποίαν συνέβη το αποτελούν την αφετηρίαν της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αύτη είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας». Μάλιστα, πλέον, το άρθρο 144§3, όπως τροποποιήθηκε με τον ν..3994/2011, ορίζει ρητά ότι «το Σάββατο θεωρείται για τον παρόντα Κώδικα εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα». Επίσης, δεν συνυπολογίζονται στην προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 954§4 οι αργίες ή εξαιρετέες ημέρες, βλ. ΜΠρΛαρ 1257/2012, ΤΠΝ ΔΣΑ∙ Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι η προθεσμία κατάθεσης της ανακοπής δεν λήγει την 7η μ.μ., αλλά την ώρα που κλείνουν τα γραφεία της γραμματείας του δικαστηρίου, βλ. ΜΠρΛαρ 1257/2012, ΤΠΝΔΣΑ∙ Από θεωρία βλ. σχετικά Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §40 σ.599 σημ.15∙ Μπέη, ΕρμΚΠολΔ, τ.4ος, σ.752, ο οποίος μάλιστα δέχεται ότι συντρέχει δυνατότητα αίτησης επαναφοράς σε περίπτωση εκπρόθεσμης κατάθεση μόνο σε περίπτωση που εκτάκτως κλείσουν τα γραφεία νωρίτερα της συνηθισμένης ώρας και δεν παρέμεινε ένας υπάλληλος προς παραλαβή του δικογράφου.
64
χωρίς να προσμετρούνται ούτε η ημέρα κατάθεσης, ούτε η ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού252.
Η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 954§4 είναι δικονομική και ως τέτοια διέπεται καταρχήν από τις ρυθμίσεις των άρθρων 144 επ.. Ωστόσο, δεν εφαρμόζονται όλες οι ανωτέρω διατάξεις, αλλά μόνο αυτές που προσαρμόζονται στο σύστημα της αναγκαστικής εκτελέσεως253. Συνεπώς, πρέπει να αποκρουστεί η εφαρμογή των άρθρων 148-150 που αφορούν την δυνατότητα παράτασης και σύντμησης των προθεσμιών, αλλά δεν δικαιολογείται ούτε η εφαρμογή του άρθρου 147 περί αναστολής των προθεσμιών. Πρέπει, τέλος, να αναφερθεί ότι στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά τον θάνατο του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη δεν νοείται συνέχιση της διαδικασίας, αλλά πρέπει ο επισπεύδων να επαναλάβει την επίδοση του εκτελεστού τίτλου με επιταγή στους κληρονόμους254. Με βάση τα ανωτέρω δικαιολογείται η διακοπή της προθεσμίας της ανακοπής του άρθρου 954§4 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 146.
Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι ως χρονικό σημείο αναφοράς της προθεσμίας του άρθρου 954§4 ορίζεται η ημέρα του πλειστηριασμού255, η οποία
252 Βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Ορφανίδης), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 144 αριθμ.11 σ.344∙ Ορφανίδης, ΕλλΔνη 2002/332 και ιδίως σ.338, όπου τονίζει ότι η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 954§4 ορίζει συγκεκριμένο αριθμό ημερών που πρέπει να παρεμβάλλονται πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Επισημαίνει, επίσης, ότι, αφού η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 954§4 αποτελεί προθεσμία ενεργείας, τελευταία ημέρα κατάθεσης της ανακοπής είναι η ημέρα που προηγείται της εικοστής εργάσιμης ημέρας (954§4) πριν από τον πλειστηριασμό, δηλαδή κατά τον υπολογισμό της ανωτέρω προθεσμίας δεν υπολογίζεται ούτε η ημέρα της καταθέσεως της ανακοπής ούτε και η ημέρα του πλειστηριασμού.
253 Βλ. Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.22ος, σ.1327 σημ.17-19∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §40 σ.599 σημ.5 υποσημ.12∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.81
254 Βλ. Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.22ος, σ.1327 σημ.15
255 Ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ αρχικού και επαναληπτικού πλειστηριασμού. Έτσι, σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 954§4 ενεργοποιείται εκ νέου μέχρι την ημέρα του επαναληπτικού πλειστηριασμού που θα οριστεί από τον υπάλληλο του πλειστηριασμό κατόπιν επίσπευσής του με την κατ’ άρθρο 973§1 δήλωση που κατατίθεται σε αυτόν. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται αφενός η διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία επισπεύδεται ο αναγκαστικός πλειστηριασμός και αφετέρου τηρείται η αποκλειστική προθεσμία της διορθωτικής ανακοπής. Εξ αντιδιαστολής επιχείρημα μπορεί να αντληθεί και από την ρητή πρόβλεψη στις μεταβατικές διατάξεις του ν.4335/2015 για αποκλεισμό της δυνατότητας ασκήσεως της ανακοπής μόνο για το μεταβατικό στάδιο μέχρι την έκδοση του π.δ. που θα καθορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας των ακινήτων ∙ Πρβλ. μεταβατικές διατάξεις του ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87 23.7.2015), όπου το άρθρο 9§15 εδ. γ’ προβλέπει ότι μέχρι την έκδοση του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος «Αν δεν παρουσιαστούν πλειοδότες, το πράγμα που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης προσφοράς σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν το ζητήσει. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται επαναληπτικός πλειστηριασμός μέσα σε δέκα τέσσερις (14) ημέρες με μειωμένη τιμή πρώτης προσφοράς, η οποία προσδιορίζεται από το δικαστικό επιμελητή στην κατασχετήρια στο ένα δεύτερο της
65
σύμφωνα με το άρθρο 959§1 είναι πάντοτε εργάσιμη ημέρα Τετάρτη. Ωστόσο, η ρύθμιση του ν.3714/2008, που επέφερε σημαντικές αλλαγές στην διαδικασία του πλειστηριασμού, είχε δημιουργήσει αμφιβολίες σχετικά με τον υπολογισμού της ανωτέρω προθεσμίας, δηλαδή εάν ως ημέρα πλειστηριασμού είναι μόνο η Τετάρτη ή και η προηγούμενη αυτής ημέρα. Σύμφωνα με την κρατούσα ερμηνευτική εκδοχή ως «ημέρα του πλειστηριασμού» πρέπει να θεωρηθεί η ημέρα ανοίγματος των προσφορών και της κύριας διαδικασίας256». Ως προς αυτή την εκδοχή συνηγορεί και η διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 959§1, που ορίζει ρητά ότι «ο πλειστηριασμός γίνεται ... εργάσιμη μέρα Τετάρτη», και του άρθρου 959§3, που αναφέρει την ημέρα κατάθεσης των γραπτών και ενσφράγιστων προσφορών ως η «προηγούμενη εργάσιμη του πλειστηριασμού». Υπό αυτή την εκδοχή257 επισημαίνεται ότι δεν υπήρξε πρόθεση του νομοθέτη η μετατόπιση του εναρκτήριου σημείου υπολογισμού της προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 954§4. Κατ’ αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή258 προκρίνεται ως συνεπέστερη η οριοθέτηση του χρονικού σημείου έναρξης του πλειστηριασμού κατά το χρόνο έναρξης κατάθεσης των γραπτών προσφορών και κατ’ επέκταση πρέπει να γίνει αντίστοιχη μετάθεση της προθεσμίας της ανακοπής του άρθρου 954§4. Ωστόσο, υπό την νέα μορφή της ανακοπής του άρθρου 954§4, που προβλέπει υποχρεωτική δημοσίευση της απόφασης δέκα ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό, αποκλείεται η προαναφερθείσα ερμηνευτική προσέγγιση259, αφού, πλέον, η δημοσίευση της απόφασης της ανακοπής του άρθρου 954§4 προηγείται χρονικά της έναρξης υποβολής των προσφορών ώστε να έχουν επαρκή γνώση των
αξίας αυτής στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο. Νέα προδικασία και νέες διατυπώσεις δεν απαιτούνται, ούτε εκδίδεται νέο απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης και ο πλειστηριασμός διενεργείται την ημέρα που καθορίστηκε στην κατασχετήρια έκθεση. Το άρθρο 954 παράγραφος 4 δεν έχει εδώ εφαρμογή.»
256 Βλ. Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.397-398 σημ.294∙ ο ίδιος, Ζητήματα τόπου και χρόνου διεξαγωγής αναγκαστικού πλειστηριασμού, ΝοΒ 2011,26∙ Κολλιόπουλος , ΕΠολΔ 2008/914
257 Βλ. Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.398 σημ. 294∙ ο ίδιος, Ζητήματα τόπου και χρόνου διεξαγωγής αναγκαστικού πλειστηριασμού, ΝοΒ 2011,26∙ Κολλιόπουλος, ΕΠολΔ 2008/914∙ Πρβλ. ΑιτΕκθ του ν.3741/2008, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ. 1
258 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.82, η οποία όμως προσέγγιση βασίζεται στην προϊσχύουσα μορφή της ανακοπής του άρθρου 954§4, όπου η απόφαση δημοσιευόταν έως τις 12 το μεσημέρι. της προηγουμένης του πλειστηριασμού ημέρας..
259 Πρβλ. Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ.398 σημ.294 υποσημ.137∙ Κολλιόπουλος, ΕΠολΔ 2008.914, όπου αμφότεροι επισημαίνουν την ανάγκη τροποποίησης της ρύθμισης του άρθρου 954§4 ώστε να δημοσιεύεται η απόφαση το αργότερο την προηγούμενη ημέρα της έναρξης υποβολής γραπτών προσφορών. Με αυτόν τρόπο τονίζουν ότι θα αποκλειόταν η υιοθέτηση της αντίθετης εκδοχής.
66
όποιων διορθώσεων οι υποψήφιοι πλειοδότες, προτού καταθέσουν τις γραπτές προσφορές.
§8. Λόγοι ανακοπής
Σύμφωνα με την διατύπωση της διάταξης του άρθρου 954§4, η ανακοπή αυτή προσβάλλει παραδεκτά την κατασχετήρια έκθεση για κάθε είδους ατέλεια ή έλλειψή της, οι οποίες αφορούν κυρίως την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση της αξίας του και την τιμή πρώτη προσφοράς.
Έτσι, λοιπόν, σε νομολογιακό επίπεδο γίνεται δεκτό ότι ως λόγος ανακοπής διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης μπορεί να προβληθεί ότι η περιγραφή του κατασχεθέντος είναι εσφαλμένη260 ή ατελής261, ότι το κατασχεθέν ακίνητο είναι μισθωμένο262, ότι η μνεία των συστατικών και παραρτημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 995§5, είναι εσφαλμένη263, ότι γίνεται εσφαλμένη μνεία του χρηματικού ποσού της προσημείωσης ή υποθήκης264. Σε περίπτωση που με την ίδια κατασχετήρια έκθεση κατάσχονται πλείονα κινητά265 ή ακίνητα266, τότε η ανακοπή του άρθρου 954§4 μπορεί
260 ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626, όπου «εσφαλμένα αναγράφεται το εμβαδόν του κατασχεθέντος ακινήτου σε 52.240,40 τ.μ. αντί του ορθού αναγραφομένου στον τίτλο κτήσεως εμβαδού των 57.240,40 τ.μ.»∙ ΜΠρΒερ 343/2009, Αρμ 2010.699∙ ΜΠρΜεσολ 702/2011,ΝΟΜΟΣ, διορθώνει την κατασχετήρια έκθεση λόγω «εσφαλμένης περιγραφής ότι εντός του κατασχεθέντος ακινήτου του ανακόπτοντος κτίσμα ως παλαιά αγροτική αποθήκη εμβαδού περίπου 65 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ισόγεια οικία εμβαδού 141,60 τ.μ» .∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ, 2010,σ521 σημ.2191
261 ΜΠρΘεσσ 21210/2011, ΕΠολΔ 2011.504, κατά την οποία «πιθανολογήθηκε ότι το ανωτέρω διαμέρισμα εμβαδού καθαρού 110,45 τ.μ. που βρίσκεται σε οικοδομή χτισμένη πριν από 13 έτη, έχει θέα στη θάλασσα, είναι πολυτελούς κατασκευής, επενδεδυμένο με μάρμαρα, υπάρχουν χειροποίητες τοιχογραφίες, διαθέτει ατομική θέρμανση, τα είδη υγιεινής και η κουζίνα είναι ανακαινισμένα. Γι’ αυτό και η αξία του εν λόγω ακινήτου, ενόψει του εμβαδού, της θέσης και της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ανέρχεται στο ποσό των 300.000,00 ευρώ και όχι σε 255.000,00, ευρώ που εκτιμήθηκε». ∙ ΜΠρΑθ 10979/2014, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 10977/2014, ΝΟΜΟΣ∙ Βλ. Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ, 2010,σ.521 σημ.2191
262 ΜΠρΘεσσ 4321/2011,ΝΟΜΟΣ, δέχεται πως «η παράλειψη αναφοράς της ως άνω μίσθωσης στην κατασχετήρια έκθεση και δημιουργεί έλλειψή της ως προς την οικονομική ταυτότητα του κατασχεθέντος ακινήτου, ώστε δημιουργούνται σφαλερές εντυπώσεις στους μελλοντικούς πλειοδότες, οι οποίοι πρέπει να γνωρίζουν τις έννομες συνέπειες της ως άνω μίσθωσης, ως και της αναγκαστικής τριετούς προστασίας του μισθωτή κατοικίας» ∙ ΜΠρΚορινθ 1551/2011, ΝοΒ 2012.2003∙ Αντίθ. ΜΠρΒερ 343/2009, Αρμ 2010.699
263 ΜΠρΜεσολ 1065/2008, ΝΟΜΟΣ, η οποία διορθώνει την κατασχετήρια έκθεση λόγω εσφαλμένης περιγραφής του κατασχεθέντος οικοπέδου και των επ` αυτού κτισμάτων (συστατικών)∙ ΜΠρΑρτ 54/2009, ΝΟΜΟΣ∙ Χαμηλοθώρης,ΑσφΜ,2010, σ.521 σημ.2191
264 ΜΠρΜεσολ 702/2011, ΝΟΜΟΣ, διόρθωσε την κατασχετήρια έκθεση επειδή το « ακίνητο έφερε εμπράγματο βάρος (υποθήκη), ενώ το βάρος αυτό είχε εξαλειφθεί και διαγραφεί».
265 ΜΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ 2002.476, όπου «τα περιγραφόμενα στην έκθεση εννέα κινητά της ανακόπτουσας, των οποίων η αξία εκτιμήθηκε ενιαία από το δικαστικό επιμελητή, χωρίς να προσδιορίσει
67
να ασκηθεί και για ένα ή μερικά από αυτά. Αντίστοιχα, με την τελευταία περίπτωση πρέπει να γίνει δεκτό ότι και σε περίπτωση που το δικαστήριο διατάσσει την τμηματική πλειστηρίαση του ακινήτου μπορεί να ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 954§4 και για ένα ή μερικά τμήματα του ακινήτου, αφού στην προκειμένη περίπτωση το κάθε τμήμα θεωρείται ως ξεχωριστό αντικείμενο πλειοδοσίας267, δηλαδή επιβάλλεται η ξεχωριστή τιμή πρώτης προσφοράς για το κάθε τμήμα του ακινήτου. Κατά συνέπεια των ανωτέρω, οποιαδήποτε αμφισβήτηση σχετικά με την περιγραφή, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς του τμήματος του ακινήτου δικαιολογεί την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 954§4268. Αντίθετα, άσκηση της διορθωτικής ανακοπής δεν δικαιολογείται σε περίπτωση διαδικασίας πλειστηρίασης περισσοτέρων ακινήτων που κατασχέθηκαν με την ίδια κατασχετήρια έκθεση και περιγράφονται, παρά την αυθυπαρξία τους, ενιαία ή προσδιορίζεται ενιαία η αξία ή η τιμής πρώτης προσφοράς τους κατά παράβαση του άρθρου 1001§2269. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που το δικαστήριο διέταξε με βάση το άρθρο 998§5 την τμηματική πλειστηρίαση ακινήτου270.
ιδιαίτερη τιμή για το καθένα από τα κατασχεθέντα, αλλά αντιθέτως καθόρισε ενιαία την τιμή της πρώτης προσφοράς» ∙ Βλ. Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ,2010,σ.520 σημ.2189
266 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §59 σ.440 σημ. 82∙ Πίψου, Ζητήματα ταυτόχρονης πλειστηρίασης ακινήτων που κατασχέθηκαν με την ίδια κατασχετήρια έκθεση (ΚΠολΔ 1001§2), Αρμ 2007.1668, η οποία όμως αναφέρει ότι πρέπει να έχει προηγηθεί χωριστή περιγραφή και εκτίμηση της αξίας κάθε ακινήτου στην κατασχετήρια, διότι διαφορετικά δικαιολογείται και η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933∙ Παναγόπουλος, Παρατηρήσεις υπό ΕφΝαυπλ 373/1991, Δ 1992.162, σχετικά με την δυνατότητα διόρθωσης με την ήδη καταργηθείσα αίτηση του άρθρου 961 του προγράμματος πλειστηριασμού για ένα μόνο από τα ακίνητα που αναφέρονται σ’ αυτό.
267 Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 998§5 του ν.4335/2015, η οποία αντικατέστησε την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 1000 εδ. ε’ και στ’, προβλέπεται η δυνατότητα τμηματική εκποίηση ακινήτου ώστε να διευκολυνθεί η προσέλκυση πλειοδοτών στην διαδικασία του πλειστηριασμού και να επιτευχθεί έτσι μεγαλύτερο συνολικά πλειστηρίασμα. ∙ Βλ. Γέσιου-Φαλτσή,ΑνΕκτ ΙΙ ,§59 σ.440επ. σημ.84 επ. ∙ η ίδια, Ζητήματα του πλειστηριασμού που διεξάγεται με ταυτόχρονη τμηματική πλειστηρίαση κατά το άρθρο 1000 εδ. δ’ και ε’ ΚΠολΔ (Γνμδ), Αρμ 1991.1164
268 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή,ΑνΕκτ ΙΙ ,§59 σ.440επ. σημ.84 επ. ∙ η ίδια, Αρμ 1991.1164
269 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή,ΑνΕκτ ΙΙ,§59 σ. 439-440 σημ.82, η οποία σημειώνει ότι απαιτείται ο ξεχωριστός καθορισμός τιμής πρώτης προσφοράς για το καθένα από τα περισσότερα κινητά ή ακίνητα ώστε να μπορεί να καταστεί εφικτός ο «χωριστός» πλειστηριασμός ∙ Πίψου, Αρμ 2007.1669, όπου τονίζει ότι στην περίπτωση αυτή είναι αναγκαία η συνολική ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης.
270 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή,ΑνΕκτ ΙΙ ,§59 σ.443. σημ.87∙ η ίδια, Αρμ 1991.1164, επισημαίνει πως «αν δεν υπάρξει τιμή πρώτης προσφοράς ως προς το κάθε ένα από τα αντικείμενα της κάθε τμηματικής πλειοδοσίας, αφού η τιμή της πρώτης προσφοράς θα αποτελέσει την αφετηρία της, δεν είναι δυνατό να θεωρείται ότι τα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για την ύπαρξη των όρων της προδικασίας του πλειστηριασμού ως προς τα τμήματα συντρέχουν»
68
Επιπλέον, ο Άρειος Πάγος271 έκρινε ότι συντρέχει λόγος ανακοπής του άρθρου 954§4 λόγω εσφαλμένης περιγραφής του κατασχεθέντος δικαιώματος «στην περίπτωση που κατάσχεται μόνο η ψιλή κυριότητα του οφειλέτη, καίτοι έχει ήδη υποστρέψει στον κύριο η πρότερον υφιστάμενη επικαρπία τρίτου επί του πράγματος, όπου σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για κατάσχεση μέρους της όλης κυριότητας αλλά θωρείται κατασχεθέν το υπάρχον πράγματι κατά το χρόνο της κατασχέσεως δικαίωμα της πλήρους κυριότητας του οφειλέτη». Επομένως, αν η επικαρπία έχει ήδη αποσβεστεί μέχρι την επιβολή της κατάσχεσης, τότε η κατάσχεση μόνο της ψιλής κυριότητας καταλαμβάνει αυτόματα την πλήρη κυριότητα, αφού η επικαρπία, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, έχει παύσει να υφίσταται ως αυτοτελές δικαίωμα. Έτσι, με την ανακοπή του άρθρου 954§4 μπορεί να αποκατασταθεί η τυπική διάσταση μεταξύ του αντικειμένου της πράξεως της αναγκαστική κατασχέσεως και του αντικειμένου του πλειστηριασμού272. Επιπλέον, με αυτή την ανακοπή καθίσταται εφικτή η διόρθωση της αξίας του κατασχεθέντος δικαιώματος της πλήρης κυριότητας και κατά συνέπεια δύναται να οριστεί νέα τιμή πρώτης προσφοράς του πλειστηριαζόμενου αυτού δικαιώματος, ώστε να επιτευχθεί εντέλει το κατά το δυνατόν μεγαλύτερο πλειστηρίασμα που να ανταποκρίνεται στην αξία της πλήρους κυριότητας273. Αντίστοιχα, προκρίνεται η δυνατότητα άσκησης της διορθωτικής ανακοπής του άρθρου 954§4 και επί υποστροφής της επικαρπίας στην ψιλή κυριότητα μετά την κατάσχεση, αφού κατ’ εφαρμογή της αρχής της ελαστικότητας ο υπερθεματιστής αποκτά την πλήρη κυριότητα ακόμα και στην περίπτωση που η απόσβεση της επικαρπίας του άλλου λαμβάνει χώρα και μετά την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας του οφειλέτη274. Έτσι, με την ανακοπή του άρθρου 954§4 μπορεί να
271 ΑΠ 1657/2001, Δνη 2002.1046
272 ΕφΑθ 6850/2002, Δνη 2003.827∙ ΜΠρΑθ 3234/2007, ΕφΑΔ 2008.114∙ Βλ. Νικολόπουλος, Αλληλεπίδραση ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων στην αναγκαστική εκτέλεση, Τιμητικός Τόμος Κωνσταντίου Δ. Κεραμέως, 2010, σ. 1037, ιδίως σ.1049επ.
273 ΜΠρΑθ 3234/2007, με σύμφωνες παρατηρήσεις Ευ. Πουρνάρνα, ΕφΑΔ 2008.114, όπου κατά την ημερομηνία της κατάσχεσης ο ανακόπτων είχε αποκτήσει την πλήρη κυριότητα, λόγω απόσβεσης της επικαρπίας. Γι’ αυτό και διορθώνεται η έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ώστε η ορισθείσα αξία να αφορά την πλήρη και όχι την ψιλή κυριότητα, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στην έκθεση. ∙ Βλ. Νικολόπουλος, Τιμ.Τομ. Κεραμέως, σ.1049∙ Πουρνάρα, Παρατηρήσεις, υπό ΜΠρΑθ 3234/2007, ΕφΑΔ 2008.118
274 ΑΠ 1657/2001, Δνη 2002.1046∙ ΕφΑθ 6850/2002, Δνη 2003.827, όπου σημειώνει ότι «σύμφωνα με την αρχή της "ελαστικότητας", σε περίπτωση που η απόσβεση της επικαρπίας με το θάνατο του επικαρπωτή λάβει χώρα ενώ εκκρεμεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, που έχει ως αφετηρία την κατάσχεση της ψιλής
69
αποφευχθεί ο πλειστηριασμός του πράγματος σε τιμή που δεν αντιστοιχεί στην αξία της πλήρους κυριότητας μέσω της διόρθωσης της γενόμενης εκτιμήσεως και του ορισμού νέας τιμής πρώτης προσφοράς του πλειστηριαζόμενου πράγματος275.
Όπως εκτέθηκε πιο πάνω, με την κατ’ άρθρο 954§4 ανακοπή διόρθωσης επιτρέπεται να προβληθεί ως λόγος ανακοπής οποιοδήποτε σφάλμα της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Έτσι, λοιπόν, με την ανακοπή μπορεί να προβληθεί ως λόγος ανακοπής ότι ο υπολογισμός της εμπορικής αξίας του ακινήτου είναι εσφαλμένος276 ή ότι η εμπορική αξία του ακινήτου είτε υπερβαίνει είτε υπολείπεται των 2/3 της εκτιμηθείσας αξίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση κατάσχεσης κινητών, δηλαδή χωρεί ανακοπή του άρθρου 954§4, εφόσον
κυριότητας, η κατάσχεση αυτής (της ψιλής κυριότητας) καταλαμβάνει τη μία και καθολική κυριότητα και δεσμεύει όλες τις εξουσίες του κυρίου, μεταξύ των οποίων αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται και η ελπίδα του ψιλού κυρίου να αναρροφήσει τις εξουσίες και τις χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο της επικαρπίας. Επομένως, η κατάσχεση επεκτείνεται και καταλαμβάνει την (πλήρη) κυριότητα» ∙ ΜΠρΛαμ 17/2016, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα www.lawnet.gr ∙ Βλ. Παπαστερίου, Εμπράγματο Δίκαιο ΙΙΙ,2008, §76 σ.149 σημ.136
275ΑΠ 1657/2001, Δνη 2002.1046, σύμφωνα με τον ΑΠ στην σύγκρουση μεταξύ της τυπικότητας των κανόνων του δικαίου της εκτελέσεως και της ουσίας επιλέχθηκε η λύση της διευρύνσεως της υπάρχουσας κατασχέσεως αντί της επιβολής νέας επί της πλήρους κυριότητας. Με αυτό τον τρόπο ενόψει της επερχόμενης ένωσης ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, και παρά το γεγονός ότι δεν συνεπάγεται αυτόματη συγκατάσχεση της πλήρους κυριότητας, παρακάμπτεται το εμπόδιο της τυπικής δυνάμεως της κατασχέσεως και προκρίνεται ως λύση η αποφυγή πλειστηριάσεως του πράγματος σε τιμή που δεν αντιστοιχεί στην αξία της πλήρους κυριότητας. ∙ Πρβλ. Νικολόπουλο, Τιμ.Τομ. Κεραμέως, σ.1051-1052, ο οποίος σημειώνει ότι η θέση του ΑΠ είναι μεν «πρακτική», αλλά στερείται δογματικής συνέπειας, αφού αφενός προϋποθέτει άλλη διάσταση στην καθηλωτική δύναμη της κατασχέσεως, και αφετέρου προσδίδει άλλο περιεχόμενο στην ανακοπή του άρθρου 954§4. Άλλωστε, μια τέτοια εκδοχή θα σήμαινε ότι η διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής κατασχέσεως θα μπορούσε να δεσμεύσει και να στηρίξει πλειστηριασμό δικαιώματος του καθ’ ου διαφόρου κατά περιεχόμενο του υπάρχοντος κατά τον χρόνο επιβολής της. Για τον λόγο αυτό προκρίνει ως δογματικώς ορθότερη λύση την επιβολή (νέας) αναγκαστικής κατασχέσεως στο δικαίωμα της πλήρους κυριότητας.
276 ΜΠρΑμαλ 480/2010, ΕφΑΔ 2011.103, διορθώνει την κατασχετήρια έκθεση επειδή «ενόψει της θέσης του επί κεντρικού δρόμου εξυπηρετεί πολλά δημοτικά διαμερίσματα της περιοχής και της κατάστασής του, μετά και τις εργασίες ανακαίνισης που διενήργησε η ανακόπτουσα από το έτος 2008 και εντεύθεν, ανέρχεται σε 180.000 ευρώ και όχι σε 150.000 ευρώ, όπως εκτιμήθηκε». ∙ ΜΠρΘεσσ 4321/2011,ΝΟΜΟΣ , διορθώνει την αξία του κατασχεθέντος «καθόσον πρόκειται για καλής κατασκευής διώροφη μονοκατοικία, η οποία αποτελείται από υπόγειο, εμβαδού 77,93 τ.μ., ισόγειο όροφο, 1ο όροφο- οροφοδιαμέρισμα, εμβαδού 77,93 τ.μ., ο οποίος επικοινωνεί με εσωτερική κλίμακα με τον 2ο όροφο, εμβαδού 77,93 τ.μ.. Το ακίνητο είναι σε περιοχή υψηλής ζήτησης και εξυπηρετείται από τη συγκοινωνία. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, η σημερινή πραγματική εμπορική αξία ολοκλήρου του ως άνω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 420.000,00 ευρώ και όχι στο ποσό των 390.000,00».∙ ΜΠρΤριπ 193/2011,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΜεσολ 49/2012, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 10979/2014, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 10977,ΝΟΜΟΣ
70
εκτιμήθηκε εσφαλμένα η αξία του κινητού277 ή η τιμή πρώτης προσφοράς δεν ανταποκρίνεται στα 2/3 της εκτιμηθείσας από τον δικαστικό επιμελητή αξίας278.
§9. Διαδικασία εκδίκασης της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ
I. Εφαρμοστέα διαδικασία
Η ανακοπή του άρθρου 954§4 δικάζεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ., δηλαδή με την ταχεία διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Όπως εκτέθηκε πιο πάνω279, η διορθωτική ανακοπή αποτελεί ρυθμιστικό μέτρο της αναγκαστικής εκτελέσεως, που διατάσσεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς, όμως, να εντάσσεται στα γνήσια ασφαλιστικά μέτρα. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι εφαρμόζονται μόνο όσες διατάξεις των άρθρων 682-703 συμβιβάζονται προς τη φύση της υπό εξέταση ανακοπής280.
II. Άσκηση της ανακοπής
1. Τρόπος άσκησης της ανακοπής- Προδικασία
Η ανακοπή του άρθρου 954§4 ασκείται με κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου τουλάχιστον είκοσι εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού. Από την διατύπωση του άρθρου 954§4 προκύπτει ότι για την ολοκλήρωση της ασκήσεως της ανακοπής αρκεί μόνο η κατάθεση της ανακοπής στην γραμματεία του δικαστηρίου281. Η προδικασία282, λοιπόν, της ανακοπής εξαντλείται στην
277 ΜΠρΡοδ 1612/2002, Δ 2004.414, όπου εσφαλμένα εκτιμήθηκε «η αξία ενός αυτοκινήτου σε € 7.200 αντί του ορθού € 7.400 και τιμή πρώτης προσφοράς τα € 3.600 αντί της ορθής € 3.700. Πριν το ν.3346/2005 η τιμή πρώτης προσφοράς ανερχόταν στο ½ της εκτίμησης» ∙ ΜΠρΧιου 268/2013, ΝΟΜΟΣ
278 Βλ. όπως προηγ. υποσημ.
279 Βλ. αναλυτικά ανωτ. §2 ΙΙ 1
280 Βλ. αναλυτικά ανωτ. §2 ΙΙ 1
281 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.215 σημ.79∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.190 σημ.58∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2033 σημ40∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.17 σ.670
282 Σχετικά με την αρχή τηρήσεως προδικασίας βλ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, εκδ.4η, 2006, σ.73επ, ιδίως σ.78, όπου υποστηρίζει ότι «η αρχή τηρήσεως προδικασία περιορίζεται, αποκλειστικά, στον τρόπο εισαγωγής της διαδικαστικής πράξεως με κατάθεση ή και με επίδοση ίδιου δικογράφου». Εν προκειμένω, στην ανακοπή του άρθρου 954§4 περιορίζεται στην κατάθεσή της, αφού δεν απαιτείται επίδοσή της. ∙ Πρβλ. Μακρίδου, Πρόσθετοι λόγοι Εφέσεως κατά τον ΚΠολΔ, 2000, σ. 194/195, σύμφωνα με την οποία εξ αφορμής της προδικασίας των ενδίκων μέσων δέχεται ότι εξαντλείται η
71
κατάθεση του σχετικού δικογράφου, αφού δεν απαιτείται η επίδοση αντιγράφου της ανακοπής στον αντίδικο, αλλά ούτε η παράλειψή της επάγεται αυτόματα για τον ανακόπτοντα οποιαδήποτε κύρωση283. Επίσης, ενόψει και της εκδίκασης της ανακοπής κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, θα πρέπει να γνωστοποιείται η εκδίκαση της ανακοπής υπό τους όρους που θα ορίσει ο αρμόδιος δικαστής (686§2)284. Αν δεν τηρηθεί η ανωτέρω προθεσμία κλητεύσεως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη σε κάθε περίπτωση που ο κλητευόμενος διάδικος δεν εμφανισθεί στη συζήτηση285,ενώ αν ο καθ’ ου η ανακοπή παραστεί κατά τη συζήτηση, χωρίς να προβάλλει την ακυρότητα της κλήτευσής του και την συνδρομή δικονομικής βλάβης, η σχετική ακυρότητα θεραπεύεται286.
Κατ’ αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή287, η ανακοπή του άρθρου 954§ θα πρέπει να ασκείται με κατάθεση δικογράφου και επίδοσή του προς τον αντίδικο, καθώς διαφορετικά περιορίζονται δραστικά τα χρονικά περιθώρια κλητεύσεως του αντιδίκου288. Υπό αυτή την ερμηνευτική εκδοχή συγχέεται η επίδοση του δικογράφου ως προϋπόθεση για την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, που αποσκοπεί στην έγκαιρη πληροφόρηση
προδικασία στην κατάθεση του σχετικού δικογράφου (495§1). Κατ’ αντιστοιχία της ανωτέρω θέσης η προδικασία της ανακοπής περιορίζεται στην κατάθεσή της, αφού για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 954§4 δεν προβλέπεται υποχρέωση επίδοσή της, όπως συμβαίνει και στα ένδικα μέσα.
283 Βλ. Μπέης ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2033 σημ.40∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ,§42 σ.190 σημ.58 υποσημ.159∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 954 αριθμ.21, σ.713
284 Βλ. Μπέης ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2033 σημ.40∙ Ορφανίδης, ΕλλΔνη 2002/337∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ,2010,σ.520 σημ.2187 ∙ ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ, όπου επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η κλήση προς συζήτηση στους καθ' ων η ανακοπή, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν στη δικάσιμο αυτή, και γι’ αυτό δικάσθηκαν ερήμην.
285 Γίνεται δεκτό ότι στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση απουσίας του καθ’ ου, όπου ο αρμόδιος δικαστής διατάσσει την κλήτευση του, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλήτευσής του και σε περίπτωση που κάτι τέτοιο δεν συνέβη κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, καθόσον θεωρείται δεδομένη η βλάβη του διαδίκου που απουσιάζει στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1462/2013,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 744/2012, ΝΟΜΟΣ∙
286 ΟλΑΠ 12/2000, ΝοΒ 2000.1249∙ ΟλΑΠ 2/2001, Δ 2001.726
287 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ. 77
288 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ. 78 υποσημ. 191∙ Πρβλ. Νικολόπουλος, Οι τροποποιήσεις, σ.27 υποσημ. 28β, σημειώνει ότι ο νομοθετικός καθορισμός επιδόσεως στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται περιττός, διότι η παρέμβαση του δικαστή για τον ορισμό της προθεσμίας αυτής δεν καταλείπει στον ανακόπτοντα δυνατότητα αιφνιδιασμού. Λαμβάνοντας υπόψη τη νέα ρύθμιση του άρθρου 954§4 επιβεβαιώνεται απολύτως η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή, αφού, πλέον, η ανακοπή κατατίθεται τουλάχιστον είκοσι εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό και δύναται ο αρμόδιος δικαστής εντός των διευρυμένου χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της καταθέσεως και της καταληκτικής ημερομηνίας δημοσίευσης της απόφαση να ορίσει την προθεσμία κλητεύσεως κατόπιν συνεκτιμήσεως και του απαιτούμενου χρόνου για ενημέρωση και προετοιμασία του καθ’ ου η ανακοπή.
72
του αντιδίκου ως προς το περιεχόμενό της289, με την κλήση του αντιδίκου να παραστεί στη συζήτηση ως ιδιαίτερη διαδικαστική πράξη, η οποία, όμως, συμβάλλει στην ενημέρωση του αντιδίκου ως προς την ημερομηνία της δικασίμου290. Όπως αναλύθηκε και πιο πάνω, η προδικασία της ολοκληρώνεται με μόνη την κατάθεση της, χωρίς να απαιτείται επίδοση αντιγράφου της. Το δικαίωμα ακροάσεως του καθ’ ου η ανακοπή κατοχυρώνεται με την επίδοση της κλήσεως για συζήτηση της ανακοπής. Μάλιστα, ενόψει της εκδίκασης της ανακοπή κατά τη ταχεία διαδικασία των άρθρων 686 επ., γίνεται δεκτό291 ότι ο αρμόδιο δικαστής θα καθορίσει το χρονικό διάστημα του πρέπει να μεσολαβήσει ανάμεσα στην επίδοση της κλήσεως και τη συζήτηση της ανακοπής, ώστε να διασφαλισθεί επαρκώς η δυνατότητα στον διάδικο για ενημέρωση και προετοιμασία πριν την επικείμενη συζήτηση. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 686§4 εδ.2, ο αρμόδιος δικαστής δύναται συγχρόνως με την επίδοση της κλήσης να διατάξει και την επίδοση αντιγράφου της ανακοπής292.
Τέλος, η άσκηση αντίθετης ανακοπής από τον καθ’ ου δεν πρέπει να αποκλείεται, αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 954§4293. Πλέον, μετά την ριζική μεταρρύθμιση του ΚΠολΔ, προβλέπεται στο άρθρο 268§4294 ότι η αντίθετη ανακοπή πρέπει να ασκείται αποκλειστικά με αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο θα πρέπει να κατατεθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 954§4. Αντιθέτως, υπό την προϊσχύουσα μορφή της διάταξης του άρθρου 268§4 ήταν δυνατή η άσκησή της ακόμα
289 Η επίδοση του αντιγράφου του δικογράφου μαζί με την κατάθεσή του αποτελούν τις προπαρασκευαστικές ενέργειες που συνθέτουν την προδικασία, βλ. αντί άλλων Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή, σ.76∙ Σχετικά με την αρχή τηρήσεως προδικασίας βλ. σχετικά Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή, σ.78-80 ∙ η ίδια, Πρόσθετοι λόγοι, σ.194/195∙ Ποδηματά, Ζητήματα, σ.28 υποσημ.29, με εκεί παραπομπές.
290 Βλ. Μακρίδου, Πρόσθετοι λόγοι, σ.194/195, με εκεί υποσημ.39∙ Ορφανίδης, ΕλλΔνη 2002.337
291 Βλ. ο.π. υποσημ. 284
292 ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ, όπου , εκτός από την κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε και ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης ανακοπής με πράξη ορισμού δικασίμου.
293 ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626, σύμφωνα με οποία διαφορετικά «καταλύεται η θέληση του νομοθέτη που θέτει ως προϋπόθεση για την εν λόγω διόρθωση την άσκηση ανακοπής, η οποία είναι ιδιώνυμη ανακοπή και απαιτείται η τήρηση ορισμένης προθεσμίας πριν από τον πλειστηριασμό για την κατάθεση της, διότι διαφορετικά» ∙ Πρβλ. αντίθετη θέση σε ΜΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ 2002.476, η οποία δέχεται «δεν απαιτείται η τήρηση προδικασίας και συνεπώς η ανταίτηση μπορεί να ασκηθεί με προφορική δήλωση»
294 Έτσι, το άρθρο 268§4, μετά την τροποποίηση με τον ν.4335/2015, έχει ως εξής:« Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο. Μετά την άσκηση της ανταγωγής, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απορριφθεί ή ο ενάγων την ανακαλέσει ή παραιτηθεί από αυτήν»
73
και προφορικά κατά τη συζήτηση295. Λόγοι οικονομίας της δίκης και αποφυγής αντικρουόμενων αποφάσεων υπαγορεύουν την συνεκδίκαση των αντίθετων ανακοπών που εκκρεμούν ενώπιον του δικαστηρίου296 και σε αυτή την περίπτωση είναι επιτρεπτή η κατάθεση κοινού σημειώματος και κοινών αποδεικτικών μέσων.
2. Περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής
Το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του κάθε δικογράφου297, σαφή έκθεση των ελλείψεων που δικαιολογούν την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, αναφορά των στοιχείων που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση και, τέλος, απαραίτητο στοιχείο της ανακοπής συνιστά και η διατύπωση συγκεκριμένου αιτήματος για διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης298.
Έτσι, λοιπόν, η ανακοπή του άρθρου 954§4, όταν ζητείται η διόρθωση της εσφαλμένης περιγραφής του κατασχθέντος, πρέπει να περιέχει σαφής επίκληση των πλημμελειών της περιγραφής του299. Στην περίπτωση της προσβολής της αξίας της εκτίμησης παρίσταται αναγκαία η σαφής επίκληση των περιστατικών εκείνων που δικαιολογούν την υψηλότερη ή χαμηλότερη εκτίμηση εκ μέρους του ανακόπτοντος της
295 Υπό την προϊσχύουσα διάταξη προβλεπόταν στο άρθρο 268§4 ότι « όπου η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, η ανταγωγή ασκείται και με τις τυχόν υποβαλλόμενες προτάσεις ή και προφορικά κατά τη συζήτηση, οπότε και καταχωρίζεται στα πρακτικά» ∙ Από νομολογία βλ. ΜΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ 2002.476∙ ΜΠρΑθ 1602/2011, ΝΟΜΟΣ
296 ΜΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ 2002.476∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626∙ ΜΠρΑθ 1602/2011, ΝΟΜΟΣ∙ Πρβλ. ΜΠρΜεσολ 49/2012, ΝΟΜΟΣ, σύμφωνα με την απόφαση ορισμένη είναι η ανακοπή του άρθρου 954§4 όταν περιέχει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 216§1
297 ΜΠρΛαμ 17/2016, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα www.lawnet.gr , η οποία σημειώνει ότι «η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ω.4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων»
298 ΜΠρΛαρ 2799/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 19984/2005, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626∙ ΜΠρΡοδ 1443/2007, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 943/2007,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 3234/2007, ΕφΑΔ 2008.114∙ ΜΠρΓιαννιτσ 417/2008, ΕΠολΔ 2008.868∙ ΜΠρΘεσσ 15499/2009, ΕΠολΔ 2011.663∙ ΜΠρΑμαλ 480/2010, ΕφΑΔ 2011.103∙ ΜΠρΤριπ 193/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 300/2012, ΝΟΜΟΣ ΜΠρΧιου 268/2013, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΖακ 112/2014, ΕφΑΔ 2014.948
299 ΜΠρΘεσσ 19984/2005, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626∙ ΜΠρΑθ 3234/2007, ΕφΑΔ 2008.114∙ ΜΠρΓιαννιτσ 417/2008, ΕΠολΔ 2008.868∙ ΜΠρΤριπ 193/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 300/2012, ΝΟΜΟΣ
74
αξίας του πράγματος300. Ωστόσο, η διόρθωση με την ανακοπή του άρθρου 954§4 της εκτίμησης του κατασχεμένου δικαιολογεί πάντοτε και αντίστοιχη διόρθωση της τιμής πρώτης προσφοράς301, αφού αυτή πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δυο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο, όπως ορίζουν τα άρθρα 954§2 εδ. γ’ και 993§2.
3. Εκκρεμοδικία
Η άσκηση της διορθωτικής ανακοπής προκαλεί εκκρεμοδικία302, οπότε κατ’ αντιστοιχία προς τα κρατούντα στο πλαίσιο των γνήσιων ασφαλιστικών μέτρων303 επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή των άρθρων 221§1 εδ. α’ και 222. Γι’ αυτό και αποκλείεται μετά την επέλευσή της η άσκηση νέας ανακοπής για τις ίδιες πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης304, αφού μετά την επέλευσή της είναι ανεπίτρεπτη κάθε μεταβολή του αντικειμένου της δίκης305. Ειδικότερα, ενόψει του διαπλαστικού χαρακτήρα του ενδίκου βοηθήματος της κατ’ άρθρο 954§4 ανακοπής, το αντικείμενο της δίκης προσδιορίζεται με εφαρμογή των όσων ισχύουν στην διαπλαστική δίκη306, δηλαδή
300 ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 3234/2007, ΕφΑΔ 2008.114∙ ΜΠρΡοδ 1443/2007, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 943/2007,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15499/2009, ΕΠολΔ 2011.663∙ ΜΠρΑμαλ 480/2010, ΕφΑΔ 2011.103∙ ΜΠρΧιου 268/2013, ΝΟΜΟΣ, ζητείται διόρθωση της εκτίμησης λόγω εσφαλμένης εκτίμησης της αξίας της ζυγαριάς-πλάστιγγας και των θαλάμων-ψυγείων η εμπορική αξία του κατασχεθέντος ακινήτου του αναβιβάζεται από τη σταθερή και αδιάρρηκτα συνδεδεμένη εγκατάσταση αυτών των συστατικών στοιχείων επ’ αυτού, λόγω επαγγελματικής χρήσης του ως εμπορικού καταστήματος (οπωροπωλείου) και είναι μεγαλύτερη από αυτήν που αναγράφεται ∙ ΜΠρΖακ 112/2014, ΕφΑΔ 2014.948
301 ΜΠρΛαρ 2799/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 19984/2005, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 1443/2007, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15499/2009, ΕΠολΔ 2011.663∙ ΜΠρΧιου 268/2013, ΝΟΜΟΣ, όπου ζητείται διόρθωση της τιμής πρώτης προσφοράς λόγω της αιτούμενης διόρθωσης εκτίμησης της αξίας του κατασχεθέντος
302 ΜΠρΑμαλ 514/2010, με αντίθετες παρατηρήσεις Ηλιακόπουλου, ΕφΑΔ 2011.94 ∙ ΜΠρΘεσσ 32563/2011, ΤΠΝΔΣΑ∙ Από θεωρία, βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.79∙ Πρβλ. κατ’ ουσία σύμφωνη θέση και σε Απαλαγάκη, Δ 2000.654-656∙ Αντίθετη θέση βλ. Βέργος, Δευτέρα διόρθωσις εκθέσεως εκτιμήσεως κατασχεθέντος και επαναληπτικού προγράμματος πλειστηριασμού, ΑρχΝ 1985.761
303 Βλ. Νίκας, Η ένσταση εκκρεμοδικίας στην πολιτική δίκη, σ.105∙ Ράμμος/ Κλαμαρής, Εγχειρίδιο Αστικού Δικονομικού Δικαίου ΙΙΙ, εκδ.2η, §569 σ.58επ.∙ Βερβεσός, Δ 1971.552∙ Κράνης, Δ 2003.688 σημ.16-17
304 ΜΠρΑμαλ 514/2010, με παρατηρήσεις Ηλιακόπουλου, ΕφΑΔ 2011.94, η οποία, ορθά, αντί να απορρίψει την ανακοπή, διέταξε την αναστολή της εκδίκασής της μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αρχικώς ασκηθείσας ανακοπής, καθώς έκρινε ότι σε αυτή την περίπτωση συνέτρεχε η αρνητική προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας.
305 Arg e 223, 224
306 Βλ. αντί άλλων Ποδηματά, Ζητήματα, σ.29 με περαιτέρω παραπομπές υποσημ.30 ∙ Πρβλ. την εκ διαμέτρου αντίθετη θεωρία και κριτική επ’ αυτής σε Καργάδο, Το πρόβλημα των «διαπλαστικών» αγωγών και αποφάσεων, 1975, §155 σ.135 επ.
75
προσδιορίζεται αφενός από το διορθωτικό αίτημα και αφετέρου από τους λόγους της ανακοπής, οι οποίοι άλλωστε αποτελούν την ιστορική βάση της. Υπό αυτή την έννοια, εάν ο ανακόπτων επικαλεσθεί μεταγενέστερα έναν νέο λόγο διάφορο από εκείνον στον οποίο θεμελιώνεται η ήδη ασκηθείσα ανακοπή, τότε θα πρόκειται για απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της ανακοπής, αφού θα προστίθεται νέο αντικείμενο δίκης. Ωστόσο, είναι επιτρεπτή η βελτίωσης της βάσης της ανακοπής έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, προκειμένου να αρθεί η σχετική αοριστία, αλλά πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα επιφέρει μεταβολή της βάσης της ανακοπής307.
4. Σώρευση
Στο δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 954§4 έχει την ευχέρεια ο ανακόπτων να σωρεύσει και άλλα αιτήματα για τη λήψη ρυθμιστικών μέτρων, εφόσον, όμως, αυτά στρέφονται εναντίον των ίδιων προσώπων, υπάγονται στην καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δικάζονται κατά την ίδια διαδικασία και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους308.
Ειδικότερα, η ανακοπή του άρθρου 954§4 παραδεκτά σωρεύεται επικουρικά με την αίτηση αναστολής του άρθρου 1000, καθώς συντρέχουν στην περίπτωση αυτή οι προϋποθέσεις του άρθρου 219309. Αντίστοιχα, πρέπει να γίνει δεκτή η επικουρική σώρευση της διορθωτικής ανακοπής με την αίτηση μείωση του άρθρου 966§3 και 4310, η οποία εξυπηρετεί μέσω της μείωσης της τιμής πρώτης προσφοράς την διευκόλυνση της ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού, χωρίς, ωστόσο, να διορθώνει τα ελαττώματα της
307 Σχετικά με τη δυνατότητα βελτίωσης της ιστορική βάσης στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, βλ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, εκδ.4η,2006, σ.200 υποσημ.65∙ Καλαβρός, Μεταβολή του αιτήματος στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων-αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων- επέκταση του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου- αοριστία της ιστορικής βάσης της αίτησης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, Δ 1985.870∙ Κράνης, Δ 2003/688 σημ.16-17
308 Για την δυνατότητα σώρευσης βλ. αντί άλλων Νίκας, ΠολΔικ ΙΙ, §61 σ.154επ.
309 ΜΠρΡοδ 1668/2005, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑμαλ 480/2010, ΕφΑΔ 2011.103, δέχεται την σώρευση της ανακοπής του άρθρου 954§4 με την αίτηση αναστολής του άρθρου 1000, αφού «το γεγονός ότι ο νομοθέτης χρησιμοποιεί στο άρθρο 219 ΚΠολΔ τον όρο «αγωγές», δεν σημαίνει ότι η διάταξη αυτή δεν αναπτύσσει ισχύ επί επικουρικής σώρευσης αιτήσεως δικαστικής προστασίας με ειδικότερο περιεχόμενο».
310 ΜΠρΧαν 281/2013, ΝΟΜΟΣ, δέχεται την σώρευση της διορθωτικής ανακοπής με την αίτηση μείωσης της τιμής πρώτης προσφοράς.
76
κατασχετήριας έκθεσης311. Εντούτοις, δεν αποκλείεται να συντρέχουν συγχρόνως και ελαττώματα της κατασχετήριας έκθεσης, οπότε ο ανακόπτων έχει την ευχέρεια να σωρεύσει αντικειμενικά την αίτηση του άρθρου 966§3 ή του άρθρου 966§4 με την ανακοπή του άρθρου 954§4312.
Επίσης, θα πρέπει να γίνει δεκτή η επικουρική σώρευση του ενδίκου βοηθήματος της αναστολής του άρθρου 937§1 εδ. β’ και της ανακοπής διόρθωσης, καθώς αμφότερα δικάζονται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων313. Ακόμη, η καθ’ ύλη αρμοδιότητα, σε περίπτωση επικουρικής σώρευσης των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων, προσδιορίζεται με βάση το ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο314, ήτοι θα υπάγεται στο δικαστήριο του ενδίκου μέσου ( 937§1 εδ. β). Εν προκειμένω, η σώρευση λαμβάνει χώρα κατ’ επικουρική τάξη και τελεί πάντοτε υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της αίτησης αναστολής, αφού με αυτήν επιδιώκεται η προσωρινή αποτροπή διενέργειας του πλειστηριασμού, ενώ, αντιθέτως, με την ανακοπή του άρθρου 954§4 επιδιώκεται η αποφυγή της διεξαγωγής του πλειστηριασμού σε τιμή που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του πλειστηριαζόμενου πράγματος.
III. Αποδεικτική διαδικασία στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4
Η κατά παραπομπή εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων επί της ανακοπής του άρθρου 954§4, σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία315, δικαιολογεί την
311 ΜΠρΚεφ 262/2011, ΝΟΜΟΣ, η οποία άλλωστε επισημαίνει ότι πρόκειται «για δύο διαφορετικά ένδικα βοηθήματα, καθώς η βάση του κάθε αιτήματος και οι προϋποθέσεις ευδοκίμησής τους είναι διαφορετικές και συγκεκριμένα στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ το αίτημα είναι η διαμόρφωση της τιμής πρώτης προσφοράς (προς τα άνω ή προς τα κάτω) ώστε να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του εκπλειστηριαζόμενου, ενώ στη περίπτωση του άρθρου 966 § 4 ΚΠολΔ εφόσον έχουν ματαιωθεί τρείς πλειστηριασμοί ελλείψει πλειοδοτών, το αίτημα είναι, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο λόγος μη εμφάνισης πλειοδοτών είναι η υψηλή τιμή, ο ορισμός μίας τιμής στην οποία θα μπορέσει να τελεσφορήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού».
312 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.134, και ιδίως υποσημ. 332 και 333
313 Πριν τις τροποποιήσεις του ν.4335/2015 γινόταν δεκτό ότι είναι δυνατή η επικουρική σώρευση της καταργηθείσας αίτησης αναστολής του 938 με την ανακοπή διόρθωσης του άρθρου 954§4, βλ. σχετικά ΜΠρΑθ 3234/2007,με σύμφωνες παρατηρήσεις Ευ. Πουρνάρα, ΕφΑΔ 2008.114∙ ΜΠρΛαμ 1761/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 10979/2014, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 10977/2011, ΝΟΜΟΣ∙ Βλ. Πουρνάρα, ΕφΑΔ 2008.118-119
314 ΕφΠειρ 241/1991, ΠειρΝ 1991.364∙ ΕφΘεσσ 1680/2011, Δνη 2012.581
315 ΜΠρΘεσσ 4294/1998, Αρμ 1998.1391∙ ΜΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ 2002.476∙ ΜΠρΡοδ 1612/2002, Δ 2004.414∙ ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΒολ 2398/2004, ΑρχΝ 2005.185∙ ΜΠρΑθ 5371/2005, Αρμ 2005.1446, με παρατηρήσεις Αρβανιτάκη ∙ ΜΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 2006.626∙ ΜΠρΑθ 3234/2007,
77
πιθανολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την βάση της ανακοπής. Ωστόσο, η ανακοπή αυτή εκδικάζεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων χωρίς, όμως, να αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο316. Σύμφωνα με την νομολογία317 προκρίνεται η εφαρμογή της πιθανολόγησης και στο πεδίο των μη γνήσιων ασφαλιστικών μέτρων, αλλά μόνο κατ’ εξαίρεση στις διαφορές του ν.2102/1992 απαιτεί την πλήρη απόδειξη318.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή319 σημειώνει πως θεμέλιο της πιθανολόγησης αποτελεί η προσωρινή ισχύς των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων και η τελολογική εξάρτηση της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων με την κύρια και συνεπώς όπου είναι ανύπαρκτη δεν καταλείπεται περιθώριο πιθανολόγησης, αλλά θα πρέπει να απαιτείται η πλήρης δικανική πεποίθηση. Κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας εκδοχής υποστηρίζεται ότι και στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954§ απαιτείται πλήρης απόδειξη, καθώς η ανοιχθείσα με την ανακοπή δίκη δεν τελεί σε παρακολουθηματικό χαρακτήρα έναντι ορισμένης κύριας δίκης ώστε να δικαιολογείται η πιθανολόγηση320.
Συνεπέστερη προς τη βούληση του νομοθέτη321 παρουσιάζεται η θέση της νομολογίας, δεδομένου ότι η νομοθετική αυτή παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπηρετεί την ανάγκη ταχείας εκδικάσεως της εν λόγω
ΕφΑΔ 2008.114∙ ΜΠρΘεσσ 32873/2007, ΝοΒ 2009.120∙ ΜΠρΜεσολ 1065/2008,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 15499/2009, ΕΠολΔ 2011.633∙ ΜΠρΧαλκ 778/2009, ΑρχΝ 2010.536∙ ΜΠρΘεσσ 21210/2010, ΕΠολΔ 2011.504∙ ΜΠρΘεσσ 4321/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΜεσολ 702/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΤριπ 193/2011, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 39/2012,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 22/20120,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 21/2012,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΜεσολ 49/2012, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΧαν 281/2013,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΧιου 268/2013,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 10977/2014,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαμ 369/2014,ΝΟΜΟΣ
316 Πρβλ. ΜΠρΑθ 3489/2009, με αντίθετες παρατηρήσεις Δημ. Μπαμπινιώτη, ΕΠολΔ 2009.360, όπου εσφαλμένα το δικαστήριο χαρακτηρίζει την ανακοπή διόρθωσης της έκθεσης κατάσχεσης ως ασφαλιστικό μέτρο.
317 ΑΠ 499/2007,ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 752/2014, ΝΟΜΟΣ, σχετικά με την κατ’ άρθρο 33§2 του ν.3190/1955 διαδικασία εξόδου εταίρου από Ε.Π.Ε.∙ ΑΠ 514/2015,ΝΟΜΟΣ, που αφορά την απόδοση της παρακαταθείσας στο ΤΠΔ αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως στο δικαιούχο ∙ ΕφΔωδ 103/2007, ΝΟΜΟΣ, με αφορμή απόδοση εγκαταλελειμμένου ακινήτου στους ιδιοκτήτες
318 ΑΠ 1382/1995,ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 598/2015, ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΘεσσ 2236/2013, Αρμ 2014.1522∙ ΕφΑθ 180/2012 ΕφΑΔ 2012.775∙ ΕφΑθ 268/2009, ΕφΑΔ 2009.694∙ ΕφΑθ 1012/2009, ΕφΑΔ 2010.705∙ ΜΠρΑθ 4290/2009,ΕΠολΔ 2009.508
319 Βλ. Απαλαγάκη, Δ 2003.653 ∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.112
320 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.112-113
321 Βλ. ΑιτΕκθ του ν.2298/1995, αναδημοσίευση της σε Γέσιου-Φαλτσή/Καϊσης/Νίκας, ΚΠολΔ και ΕισΝ, σ. 734
78
υποθέσεως322, και ως εκ τούτου στη σχετική δίκη, παρά το γεγονός ότι δεν αφορά προσωρινή δικαστική προστασία με τη μορφή ασφαλιστικού μέτρου, πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 690§1, όπου προβλέπει ρητώς την πιθανολόγηση των ισχυρισμών. Άλλωστε, η υιοθέτηση της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής θα προκαλούσε σημαντική δυσχέρεια στη σκοπηθείσα συναφώς γρήγορη δικαστική διάγνωση323, και άρα θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη συρρίκνωση του ρυθμιστικού εύρους της επίμαχης νομοθετικής παραπομπής.
Τέλος, η καθιέρωση της πιθανολογήσεως επάγεται τη διεξαγωγή ελεύθερης αποδείξεως, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τους κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους324, αλλά έχει την ευχέρεια να στηρίξει την κρίση του σε οποιαδήποτε "κατάλληλα" μέσα, τα οποία είναι σε θέση να πιθανολογήσουν την αλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
322 ΕφΘεσσ 1737/2013,Δνη 2014.142, η οποία εντάσσει την ανακοπή του άρθρου 954§4 στα ρυθμιστικά μέτρα της εκτελεστικής διαδικασίας, και ειδικότερα επισημαίνει ότι δεν τέμνεται, στις περιπτώσεις των ρυθμιστικών μέτρων, οριστικώς η κυρία διαφορά, που είναι η περί το κύρος του πλειστηριασμού τοιαύτη, που θα κριθεί κατά την προσήκουσα διαδικασία, αλλά αντιμετωπίζονται παρεμπίπτοντα περί την κίνηση του ζητήματα. Ενόψει, μάλιστα, της φύσεως τους και του δι` αυτών επιδιωκομένου σκοπού απαιτείται ταχεία εκκαθάριση τους, διότι διαφορετικά, θα οδηγούσε τον πλειστηριασμό σε μια χρονοβόρα έως ατέρμονη διαδικασία, διεξαγόμενη εν μέσω ανασφάλειας για την τύχη και την τελική εξέλιξη του, πράγμα που προφανώς δεν ήταν στο σκοπό του νομοθέτη του ΚΠολΔ ∙ Από θεωρία πρβλ. Κονδύλης, Δεδικασμένο, §34 σ.709 ∙ Κολοτούρος, ΕΠολΔ 2014.253
323 Βλ. ΕφΘεσσ 1737/2013,Δνη 2014.142
324 ΑιτΕκθ του ν.4335/2015, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ.18, όπου σημειώνει ότι «στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αρκεί η πιθανολόγηση. Για τη διαδικασία συλλογής του αποδεικτικού υλικού έχει τούτου ιδιαίτερη σημασία, αφού σύμφωνα με το 347, στις περιπτώσεις που ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τους κανόνες που ρυθμίζουν την αποδεικτική διαδικασία. Δηλαδή, με μέτρο την ανάγκη ταχείας παροχής της ζητούμενης προσωρινής δικαστικής προστασίας, ο δικαστής θα κρίνει ελεύθερα, κάθε φορά, αν θα εφαρμόσει μια από τις γενικές διατάξεις που συνθέτουν την αποδεικτική διαδικασία, στο πλαίσιο της διαγνωστικής δίκης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 347, ο δικαστής δεν δεσμεύεται από τον κατάλογο του άρθρου 339 που απαριθμεί τα αποδεικτικά μέσα». Κατά συνέπεια και ενόψει της νομοθετικής επιλογής της ταχείας διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων επί της ανακοπής του άρθρου 954§4 πρέπει να γίνει δεκτή η εφαρμογή του άρθρου 690, η οποία αφορά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να επηρεάζει το γεγονός ότι με αυτήν δεν ζητείται προσωρινή δικαστική προστασία» ∙ Από θεωρία βλ. Βερβεσός, Δ 1971.542 επ. ∙ Ράμμος/Κλαμαρής, ΕγχΑστΔικΔ ΙΙΙ, §572 σ.64 ∙ Νίκας, ΠολΔικ ΙΙ, §74 σ. 369 σημ.9
79
IV. Η παρέμβαση, η προσεπίκληση και η ανακοίνωση στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4
1. Πρόσθετη παρέμβαση
Α. Εφαρμογή των γενικών διατάξεων για την παρέμβαση
Όπως αναλύθηκε πιο πάνω325, ο χαρακτηρισμός της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 954§4 ως δίκης περί την εκτέλεση συνεπάγεται και την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 937§1, η οποία προβλέπει το δικαίωμα παρέμβασης του δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση. Με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται ειδικός κανόνας σε σχέση με τη γενική ρύθμιση των άρθρων 80 και 83 ως προς τη διαδικαστική προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση πρόσθετης παρέμβασης326. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να σημειωθεί ότι εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 79 επ., οι οποίες αφορούν τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία και τα αποτελέσματα της παρεμβάσεως, ως προς τους τρίτους οι έννομες σχέσεις των οποίων επηρεάζονται από την δίκη περί την εκτέλεση327. Επομένως, στην δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4, παράλληλα με την ειδική ρύθμιση του 937§1 για την παρέμβαση των δανειστών του καθ’ ου η εκτέλεση, παραδεκτά χωρεί η άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης τρίτων προσώπων που θεμελιώνουν έννομο συμφέρον κατά τις γενικές διατάξεις. Η παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί είτε με κατάθεση δικογράφου και επίδοσή του στους διαδίκους, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 686§6. Το δικόγραφο της παρέμβασης πρέπει να περιέχει υποχρεωτικά τα στοιχεία του άρθρου 81§1 εδ. α’ και γ’. Σε ό,τι αφορά το δικόγραφο της κατ’ άρθρο 937§1 παρέμβασης πρέπει να περιέχει σαφή προσδιορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση328, ενώ εάν πρόκειται για παρέμβαση κατά τις γενικές διατάξεις,
325 Βλ. ανωτέρω §2 ΙΙ 2
326 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η,§188 σ.526∙ Γιαννόπουλος, Η ενέργεια της παρέμβασης κατά τον ΚΠολΔ,2010, σ. 248
327 Βλ. Ράμμος, ΕγχΑστΔικΔ ΙΙΙ, §373 σ.1407∙ Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η, §188 σ.527∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §41 σ.652 σημ.43∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 937 αριθμ.4, σ.1803∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 937 αριθμ.6, σ. 471
328 Βλ. Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §29 σ.621 σημ.34, όπου τονίζει ότι στην κατ’ άρθρο 937§1 απαλλάσσονται οι δανειστές του καθ’ ου από την επίκληση εννόμου συμφέροντος, καθώς αρκεί η επίκληση της ιδιότητας τους ως δανειστών ∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.220 σύμφωνα με αυτόν η ιδιότητα αρκεί για την θεμελίωση
80
τότε πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στο δικόγραφο το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν αρκεί να είναι απλώς οικονομικό (άρθρο 81§1 στοιχ. β’).
Με βάση τα ανωτέρω, το έννομο συμφέρον του τρίτου θεμελιώνεται στην επέκταση του δεδικασμένου329 ή στην erga omnes διαπλαστική ενέργεια της αποφάσεως330. Γι’ αυτό και γίνεται δεκτό ότι, όταν ασκείται παρέμβαση στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4, πρόκειται για παρέμβαση αυτοτελή με την έννοια του άρθρου 83. Ο τρίτος που παρεμβαίνει υπέρ ενός από τους διαδίκους της δίκης αυτής αποκτά εξουσίες αναγκαίου ομοδίκου331.
Αντίθετα, στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 κύρια παρέμβαση τρίτου δεν νοείται. Αφού το αίτημα της ανακοπής είναι η διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, δεν μπορεί να υπάρξει στην προκειμένη περίπτωση αντιποίηση εκ μέρους του τρίτου332. Εξάλλου, το αίτημα της κύριας παρέμβασης θα έπρεπε κατ’ ανάγκη να είναι αίτημα διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης και ως εκ τούτου θα ταυτιζόταν με το αίτημα του ανακόπτοντος, χωρίς να ενδιαφέρει εάν η κύρια παρέμβαση στηρίζεται σε διαφορετικούς λόγους.
Β. Η παρέμβαση των δανειστών του καθ’ ου
Στη δίκη της ανακοπής του άρθρο 954§4, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, εφαρμόζεται η ρύθμιση του άρθρου 937§1333. Η ειδική πρόβλεψη αναγνωρίζει δικαίωμα
του εννόμου συμφέροντος του δανειστή του καθ’ ου προς άσκηση παρεμβάσεως. ∙ Απαλαγάκη (-Μπαλογιάννη), Εφαρμογές 2β, σ.532 σημ.56
329 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβασις , Η δικονομική Έννομη τάξη Ι, 1981 σ. 60επ.,
330 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §41 σ.653 σημ.43∙ η ίδια, Δικονομική Ι, σ.71∙ Νίκας, ΠολΔικ Ι, §30 σ.388 σημ. 1
331 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η, §188 σ.527∙ Γέσιου-Φαλτσή, Δικονομική Ι, σ.60∙ Απαλαγάκη (-Μπαλογιάννη), Εφαρμογές 2β, σ.532 σημ.56
332 Βλ. Ράμμος, ΕγχΑστΔικΔ ΙΙΙ, §372 σ.1406∙ Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,§188 σ.526∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι,§41 σ.654 σ.45∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ τ.22ος, σ.1405 σημ.9∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.220
333 Βλ. Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.22ος, σ.1401∙ Γιαννόπουλος, Η παρέμβαση, σ.246∙ Αντίθ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), άρθρο 937 αριθμ.3, σ.1803, κατά τον οποίο η ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου με αφορμή την ανακοπή του άρθρου 954§4 αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση της «δικαιοτελεστικής» λειτουργίας του δικαίου και δεν έχει τον χαρακτήρα της δίκης περί την εκτέλεση, στις οποίες μπορούν να εφαρμοσθούν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 937 και οι ειδικοί κανόνες του άρθρ. 933 επ., αλλά πραγματώνεται με την εφαρμογή των κανόνων των άρθρ.686-703, κατάλληλα προσαρμοσμένων στο χώρο του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως. Υπό την ερμηνευτική εκδοχή αυτή αποκλείεται η
81
παρέμβασης σε οποιονδήποτε δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση, χωρίς, ωστόσο, να απαιτεί επίκληση και απόδειξη της συνδρομής εννόμου συμφέροντος334, όπως απαιτείται κατά τις γενικές διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση, το συμφέρον του παρεμβαίνοντος δανειστή θεωρείται αυτονόητο ότι συντρέχει στο πλαίσιο της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 954§4. Το συμφέρον του παρεμβαίνοντος δανειστής εδράζεται κυρίως στο ενδιαφέρον του για σύννομη εξέλιξη της εκτελεστικής διαδικασίας335 και γι’ αυτό μπορεί να είναι και απλώς οικονομικό336. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον δικαιολογείται απολύτως και από την erga omnes διαπλαστική ενέργεια της απόφασης337 που διορθώνει την κατασχετήρια, η οποία επηρεάζει δίχως άλλο και την θέση του τρίτου. Ενόψει και της διαπλαστικής ενέργειας της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι η πρόσθετη
εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 937§1 ως αφορούσα τις δίκες περί την εκτέλεση, και ως εκ τούτου δεν δύναται ο δανειστής του καθ’ ου η εκτέλεση να παρέμβει στην δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 954§4 απλώς με την επίκληση της ιδιότητας του ως δανειστής. Υπό αυτή την έννοια, πρέπει ο δανειστής του καθ’ ου η εκτέλεση που παρεμβαίνει στο πλαίσιο της δίκης της διορθωτικής ανακοπής να επικαλεστεί και να αποδείξει το έννομο συμφέρον του, αφού εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις ως προς το έννομο συμφέρον, ενώ αντιθέτως στις υπόλοιπες δίκες περί την εκτέλεση αρκεί απλώς η επίκληση της ιδιότητας του παρεμβαίνοντος ως δανειστής του καθ’ ου. Προκύπτει, λοιπόν, πως ,σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, οι προϋποθέσεις για την παρέμβαση στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 θα είναι αυστηρότερες σε σύγκριση με τις υπόλοιπες δίκες περί την εκτέλεση, χωρίς να τεκμηριώνεται το εν λόγω παράδοξο, το οποίο άλλωστε και αντιβαίνει στον γενικότερο σκοπό των δικών περί της εκτέλεση για επιτάχυνση της διαδικασίας. Μάλιστα, η θέσπιση της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 937§1 διαφοροποιήθηκε από τις γενικές διατάξεις ως προς το έννομο συμφέρον ως διαδικαστική προϋπόθεση της παρεμβάσεως διευρύνοντας το έννομο συμφέρον στο πλαίσιο μιας δίκης περί την εκτέλεση, αφού θεωρεί ότι το συμφέρον μπορεί να είναι και αμιγώς οικονομικό, το οποίο άλλωστε δεν θα δικαιολογούσε έννομο συμφέρον προς άσκηση πρόσθετης παρέμβασης κατά τις γενικές διατάξεις. Ενόψει των ανωτέρω, η υιοθέτηση της προαναφερθείσας εκδοχής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο αποκλεισμό των δανειστών του καθ’ ου να παρέμβουν στην ανοιχθείσα δίκη, ενώ, μάλιστα, την ίδια στιγμή η διάταξη του άρθρου 954§4 αναγνωρίζει δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής σ’ αυτούς.
334 Βλ. Ράμμος, ΕγχΑστΔικΔ ΙΙΙ, §372 σ.1406∙ Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η, §188 σ.526∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §41 σ.656 σημ.47∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §29 σ.621 σημ.34∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ τ.22ος, σ.1402 σημ.6∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 937 αριθμ.5, σ.1803∙ Γιαννόπουλος, Παρέμβαση, σ.251
335 Βλ. Ράμμος, ΕγχΑστΔικΔ ΙΙΙ,§372 σ.1406∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 937 αριθμ.5, σ.1803∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.220
336 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §41 σ.656 σημ.47∙ Κουσούλης, Η παρέμβαση του δανειστή στην εκτελεστική δίκη, 1990, σ.31 επ., ιδίως σ.51-52 ∙ Έτσι, το οικονομικό συμφέρον στο πλαίσιο της δίκης της ανακοπής του άρθρου 954§4 πρέπει να θεωρείται βέβαιο καθότι η ευδοκίμηση της ανακοπής ή απόρριψή της θα συνεπάγεται διεύρυνση ή περιορισμό ή διατήρηση της αξίας του κατασχεθέντος πράγματος ώστε εν πάσει περιπτώσει η εκδοθείσα απόφαση επιδρά στο οικονομικό συμφέρον του δανειστή. Για αυτό τον λόγο παρίσταται απολύτως δικαιολογημένη η δυνατότητα παρέμβασης του δανειστή του καθ’ ου στην εκκρεμούσα δίκη.
337 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η,§188 σ.526, δέχεται ότι «το έννομο συμφέρον υφίσταται πάντοτε, εφόσον η διαπλαστική ενέργεια της εκδοθησομένης αποφάσεως θα δεσμεύει του δανειστές του καθ’ ου η εκτέλεση, εις τρόπο να δικαιούνται να ασκήσουν (αυτοτελή) πρόσθετη παρέμβαση»
82
παρέμβαση με βάση το άρθρο 937§1 θα έχει το χαρακτήρα της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης338.
Από την διατύπωση της διάταξης του άρθρου 937§1 συνάγεται ότι δικαίωμα παρέμβασης έχουν όλοι οι δανειστές του καθ’ ου ανεξαρτήτως εάν έχουν εκτελεστό τίτλο, ή αν έχουν προβεί σε αναγγελία της απαιτήσεώς τους339. Δηλαδή αρκεί η επίκληση και απόδειξη εκ μέρους του παρεμβαίνοντος της ιδιότητά του ως δανειστή του καθ’ ου. Κατά τα λοιπά, η παρέμβαση των δανειστών ασκείται κατά τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για κάθε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
2. Προσεπίκληση και ανακοίνωση
Η συμμετοχή τρίτων στην εκκρεμή δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 μπορεί να προκληθεί και από τους διαδίκους μέσω προσεπίκλησης ή ανακοίνωσης δίκης340. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι παρά την κοινή λειτουργική αποστολή τους, ήτοι την ενημέρωση του τρίτου για την εκκρεμή δίκη, τα εν λόγω ένδικα βοηθήματα διαφέρουν ουσιωδώς ως προς την εμβέλεια τους, όπως θα εξετασθεί παρακάτω. Οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσεπίκλησης και της ανακοίνωσης δίκης λόγω της απουσίας ειδικής διατάξεως ρυθμίζονται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 86 επ. και 91 αντιστοίχως341.
Πιο συγκεκριμένα, η προσεπίκληση, σύμφωνα με το άρθρο 86 είναι επιτρεπτή όταν απευθύνεται στον αναγκαίο ομόδικο του καθ’ ου η ανακοπή. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής από οποιοδήποτε έχει έννομο συμφέρον, που δεν απευθύνεται κατά του οφειλέτη και κατά του επισπεύδοντος δανειστή, είναι επιτρεπτή η προσεπίκληση του αναγκαίου ομοδίκου που δεν συμπεριέλαβε στο δικόγραφο της
338 Βλ. Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η,§188 σ.526∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §41 σ.656 σημ.47∙ η ιδία, Δικονομική Ι, σ.71∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.221∙ Γιαννόπουλος, Η παρέμβαση, σ.251-252∙ Απαλαγάκη (-Μπαλογιάννη), Εφαρμογές 2β, σ.532 σημ.56
339 Βλ. Ράμμος, ΕγχΑστΔικΔ ΙΙΙ, §372 σ.1406∙ Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η,§188 σ.526∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §41 σ.657 σημ.47∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §29 σ.621 σημ.34∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.22ος, σ.1405 σημ.8∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.219 υποσημ.279∙ Γιαννόπουλος, Η παρέμβαση, σ.254
340 Σχετικά με την δυνατότητα αυτή στις δίκες περί την εκτέλεση, δηλαδή και της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 954§4, βλ. Ράμμος, ΕγχΑστΔικΔ ΙΙΙ, §372 σ.1407∙ Μπρίνιας, ΑνΕκτ Ι,εκδ.2η,§188 σ.527∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, §41 σ.656 σημ.46∙ Νίκας, ΑνΕκτ Ι, §29 σ.621 σημ.36
341 Βλ. παραπεμπόμενους συγγραφείς στην προηγ. υποσημ.
83
ανακοπής342. Με τον τρόπο αυτό, ο ανακόπτων αποφεύγει την κήρυξη της ανακοπής ως απαράδεκτης343 και ταυτοχρόνως διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της δίκης, καθώς δεσμεύεται ο προσεπικαλούμενος από τις συνέπειες της αποφάσεως344. Μάλιστα, ο προσεπικαλούμενος καθίσταται διάδικος με μόνη την άσκηση της προσεπίκλησης. Η προσεπίκληση, σύμφωνα με το άρθρο 89, ασκείται με κατάθεση δικογράφου και επίδοσή του στον προσεπικαλούμενο, χωρίς όμως να απαιτείται επίδοσή της στον αντίδικο του προσεπικαλούντος. Σε κάθε περίπτωση η απουσία του προσεπικαλούμενου επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 76.
Εν αντιθέσει με την προσεπίκληση όπου προβλέπεται αποκλειστικά για τις περιπτώσεις των άρθρων 86 έως 88, η ανακοίνωση δίκης δικαιολογείται σε κάθε περίπτωση όπου ο ανακοινώνων δικαιολογεί γενικά έννομο συμφέρον να επιτύχει τη συμμετοχή του τρίτου345. Ωστόσο, εκείνος προς τον οποίο έγινε η ανακοίνωση, αν δεν ασκήσει παρέμβαση, δεν αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου και συνεπώς δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως που εκδίδεται επί της δίκης που ανακοινώθηκε346. Με βάση τα ανωτέρω, στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 μπορεί ο καθ’ ου η
342Βλ. σχετικά με την αναγκαία ομοδικία καθ’ ου η εκτέλεση και επισπεύδοντος αναλυτικά πιο πάνω §4 ΙΙ 2
343 Σύμφωνα με την νομολογία του Αρείου Πάγου σχετικά με την ανακοπή του άρθρου 933 δέχεται ότι σε περίπτωση που «όταν η ανακοπή στρέφεται κατά του ενός ή επιδόθηκε μόνον στον ένα, δυνατότητα προσεπικλήσεως στη δίκη του άλλου (κατά το όρθρο 86 του ΚΠολΔ … , τελεί πάντοτε υπό την προϋπόθεση, ότι αυτή θα έχει συντελεσθεί μέσα στην αναφερόμενη προθεσμία του άρθρου 934 του ΚΠολΔ.», βλ. ΟλΑΠ 6/2005, ΕλλΔνη 2005.691∙ ΑΠ 214/2009,ΝΟΜΟΣ∙ Κατ’ αντιστοιχία, θα πρέπει και η προσεπίκληση στην δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 954§4 να κατατίθεται εντός της προθεσμίας του ίδιου άρθρου, χωρίς να απαιτείται και επίδοσή της, αφού τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται ούτε και για την κατάθεση της ανακοπής. Ζήτημα ενδεχομένως να ανακύψει σε περίπτωση εκ παραδρομής παράλειψης στο δικόγραφο της ανακοπής ενός εκ των αναγκαίων ομοδίκων. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να αναγνωρισθεί η δυνατότητα προσεπίκλησης ακόμη και εάν έχει παρέλθει η προθεσμία της ανακοπής, υπό την προϋπόθεση έγκαιρης επίδοσης της προσεπίκλησης και της κλήτευσης στον προσεπικαλούμενο ώστε να διασφαλιστεί πλήρως το δικαίωμα ακροάσεώς του. Υπέρ αυτής της εκδοχής συνηγορεί και η απουσία ρητής πρόβλεψης υποχρέωσης επίδοσης της ανακοπής, αφού τόσο ο αναγκαίος ομόδικος κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, όσο και ο προσεπικαλούμενος θα λάβουν γνώση της επικείμενης συζήτησης της ανακοπής με τη επίδοση της κλήσης. Υπό αυτή την εκδοχή διασφαλίζεται απολύτως και ο σκοπός της ανακοπής του άρθρου 954§4, δηλαδή η δυνατότητα διόρθωσης ελλείψεων ή ατελειών της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την περιγραφή, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς ώστε να ανταποκρίνεται στην πραγματική του κατάσταση ∙ Πρβλ. αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή απ’ αυτή του ΑΠ σχετικά με την ανακοπή του άρθρου 933 σε Διαμαντόπουλο, Η ανακοπή, σ.145 σημ.95
344 Βλ. Απαλαγάκη, Το δικαίωμα ακροάσεως των διαδίκων στην πολιτική δίκη: έννοια, περιεχόμενο, εκφάνσεις, δ.δ., 1989, σ.199
345 Βλ. Απαλαγάκη, Το δικαίωμα ακροάσεως, σ.202
346 ΑΠ 1012/1991, Δ 1992.459∙ ΕφΠατρ 842/2007, ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΑθ 5601/2009,Δνη 2011.222
84
εκτέλεση να ανακοινώσει την εκκρεμή δίκη στους δανειστές του, ώστε να παρέμβουν σ’ αυτήν. Αντίστοιχα, ο επισπεύδων δανειστής-καθ’ ου η ανακοπή έχει την ευχέρεια να ανακοινώσει την εκκρεμή δίκη στον δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση επιδιώκοντας την συμμετοχή τους στην δίκη. Ως προς το χρόνο και τον τρόπο της ασκήσεως της ανακοινώσεως της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 954§ ισχύει η διάταξη του άρθρου 91.
V. Αίτημα προσωρινής διαταγής
Ενόψει της παραπομπής της ανακοπής του άρθρου 954§4 στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων έχει υποστηριχθεί ότι ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να εκδώσει προσωρινή διαταγή ως προς τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως για τη ρύθμιση της κατάστασης έως την έκδοσης της απόφασής του347. Υπό αυτή την εκδοχή, η προσωρινή διαταγή υποκαθιστά την δυνατότητα αναστολής της εκτελέσεως348. Πράγματι, υπό την προϊσχύουσα μορφή της ανακοπής του άρθρου 954§4, η πρόβλεψη για το χρονικό όριο
347 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.215 σημ.77∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.190 σημ.58∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2033 σημ.40∙ ο ίδιος, σημείωση υπό ΜΠρΠειρ 1495/2006, Δ 2006.584∙ Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 954 αριθμ.25, σ.714∙ Καμπουράκη, Αρμ 1973.64∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ,2010,σ.522 σημ.2195∙ Τσαμπάζη- Ταρασίδου, Δ 1994.1101∙ Πρβλ. Δημητρίου, Η ανακοπή του άρθρου 954IV, η αίτηση του άρθρου 961I και η δυνατότητα (ή μη) αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως, Αρμ 1995.261, ο οποίος θεωρεί πως μόνο εάν γίνεται ταυτόχρονα δεκτή και η δυνατότητα αναστολή της εκτελέσεως χωρεί δυνατότητα εκδόσεως προσωρινής διαταγής με την οποία να παρεμποδίζεται η συνέχιση της εκτελέσεως. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, η έκδοση προσωρινής διαταγής θα πρέπει να ζητείται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 938§2.
348 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.215 σημ.77∙ Καμπουράκη, Αρμ 1973.64∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ,2010,σ.522 σημ.2195∙ Απαλαγάκη (-Μπαλογιάννη), Εφαρμογές 2β, σ.540 σημ.83∙ Τσαμπάζη- Ταρασίδου, Δ 1994.1101∙ Πρβλ. Ευθυμίου, ΕΠολΔ 2014.310, όπου υποστηρίζει ότι η κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 938 στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954§4 αποτελεί νόμιμο λόγο καθήλωσης της εκτελεστικής διαδικασίας και της μη νόμιμης διενέργειας πλειστηριασμού, εφόσον πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση της διορθωτικής ανακοπής. Ακολούθως, δέχεται ότι υφίσταται δυνατότητα προσωρινής διαταγής-σημειώματος κατ’ άρθρο 938§2 μέχρι την συζήτηση της διορθωτικής ανακοπής. Υπό αυτή την εκδοχή, παραβλέπεται η ρητή βούληση του δικονομικού νομοθέτη για έκδοση της απόφασης επί της ανακοπής σε χρονικό σημείο προγενέστερο του πλειστηριασμού. Άλλωστε, με την πρόσφατη τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 954§4 προβλέπεται πλέον ρητά η υποχρέωση του δικαστή για έκδοση της απόφασης δέκα ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό, γεγονός που υπό την προϊσχύουσα διατύπωση της ρύθμιση αυτής δεν πρόκυπτε. Εξάλλου, με την πρόσφατη τροποποίηση καταργήθηκε η κατ’ άρθρο 938 δικαστική αναστολή και προβλέφθηκε δυνατότητα αναστολής της εκτελέσεως μόνο σε περίπτωση που πιθανολογείται η ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της ανακοπής. Ως «ανακοπή», όπως προκύπτει από την ΑιτΕκθ του ν.4335/2015, νοείται, στην προκειμένη περίπτωση, η ανακοπή του άρθρου 933. Με βάση τις ανωτέρω διευκρινήσεις προκύπτει ότι δεν υφίσταται περιθώριο αναστολής στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954§4, αλλά ούτε και δυνατότητα προσωρινής διαταγής, καθώς ο νομοθέτης ειδικώς προέβλεψε αυτή την δυνατότητα μόνο στην περίπτωση του άρθρου 937§1 εδ. β’ για την ανακοπή του άρθρου 933 και μόνο εφόσον πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου κατά της απορριπτικής απόφασης επ’ αυτής.
85
έκδοσης της απόφασης αποτελούσε νομοθετική ευχή349 και γι’ αυτό είχε προκριθεί η δυνατότητα προσωρινή διαταγής, υπό τύπο εμπόδισης της εκτελέσεως, έως την έκδοση της αποφάσεως επί της ανακοπής350. Πλέον, μετά την εκτεταμένη τροποποίηση του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως, η απόφαση της ανακοπής του άρθρου 954§4 εκδίδεται υποχρεωτικά δέκα (10) ημέρες πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού, γεγονός που συνηγορεί υπέρ του αποκλεισμού της δυνατότητας εκδόσεως προσωρινής διαταγής. Εξάλλου, ο νομοθέτης επιδιώκοντας την επιτάχυνση της εκτελεστικής διαδικασίας προέβη σε κατάργηση της κατ’ άρθρο 938 αιτήσεως αναστολής της εκτελέσεως. Συνεπώς, η αναγνώριση δυνατότητας αναστολής της εκτελέσεως μέσω προσωρινή διαταγής αντιβαίνει στη σαφώς εκφρασθείσα νομοθετική βούληση για αποφυγή των παρελκύσεων και ταχύτερη διεξαγωγής της εκτελεστικής διαδικασίας.351. Τέλος, με την νέα διάταξη του άρθρου 691Α, στην οποία περιλαμβάνονται οι ρυθμίσεις σχετικά με την προσωρινή διαταγή, προβλέπεται η δυνατότητα έκδοση προσωρινής διαταγής αποκλειστικά στο πλαίσιο αιτήσεως για λήψη ασφαλιστικού μέτρου352.
§10. Η απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ
I. Περιεχόμενο της απόφασης
Σύμφωνα με το άρθρο 954§4 εδ. α’, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Το περιεχόμενο της αποφάσεως επί της
349 Βλ. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 954, αριθμ.22, σ.713, σημειώνει ότι «η έκφραση «κατά το δυνατόν» δεν υποδηλώνει χρήση φράσης ισοδύναμης με ποινή ακυρότητα, αλλά μάλλον «ευχή», που η τυχόν παραβίασή της δεν επιφέρει οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες» ∙ Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.217 σημ.81∙ Νικολόπουλος, Οι τροποποιήσεις, σ.27
350 Βλ. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ V, άρθρο 954, αριθμ.25, σ.714∙ Απαλαγάκη (-Μπαλογιάννη), Εφαρμογές 2β, σ.540 σημ.83∙ Καμπουράκη, Αρμ 1973.64
351 ΑιτΕκθ του ν.4335/2015, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ.21, όπου σημειώνεται ως λόγος επιβάρυνσης του χρόνου διάρκειας της αναγκαστικής εκτέλεσης και η δυνατότητα αίτησης αναστολής της εκτελέσεως. Ωστόσο, υπό τη νέα δομή της εκτελεστικής διαδικασίας δυνατότητα αναστολής δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις όπου ορίζεται ρητά, όπως λ.χ. στο άρθρο 937§1 εδ. β’.
352 Βλ. Κράνης, Ασφαλιστικά Μέτρα κατά το Σχέδιο ΚΠολΔ, ΕΠολΔ 2014.241∙ Πρβλ. σχετικά με την προηγούμενη ρύθμιση για την προσωρινή διαταγή, Ορφανίδη, Η προσωρινή διαταγή κατ’ άρθρο 691§2 ΚΠολΔ, ΕΠολΔ 2011.155επ.
86
ανακοπής του άρθρου 954§4 εξαρτάται από το περιεχόμενο της ανακοπής353. Δηλαδή το δικαστήριο θα διατάξει την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης με βάση το αίτημα και του λόγους του ανακόπτοντος354. Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, μετά την πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 954§4 το δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας355.
Ακόμη, η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 επιδέχεται διόρθωση με τη διαδικασία των άρθρων 315επ.356. Όπως γίνεται παγίως δεκτό357, διόρθωση χωρεί για εκείνα τα σφάλματα που εκ παραδρομής διεισδύουν και πλήττουν το κείμενο της απόφασης, ώστε να υφίσταται ασυμφωνία μεταξύ του νοήματος που θέλησε να εκφράσει το δικαστήριο στην απόφαση του και αυτού που εν τέλει διατυπώθηκε στην απόφαση. Ειδικότερα, η απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954§4 μπορεί να διορθωθεί μετά από άσκηση αίτησης κατά το άρθρο 315358, εφόσον εκ παραδρομής παρεισέφρησαν λάθη γραφικά ή λογιστικά359. Η διορθωτική απόφαση σημειώνεται κατά το άρθρο 320 στο πρωτότυπο της απόφασης που διορθώνεται και παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευση της απόφασης που
353 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.217 σημ.81∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.191 σημ.59
354 ΜΠρΡοδ 300/2012, ΝΟΜΟΣ, σύμφωνα με την οποία επειδή «γίνεται μόνον παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (η οποία δεν προσδίδει στη διαφορά την ιδιότητα του ασφαλιστικού μέτρου), δεν μπορεί να γίνει λόγος για αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 692 παρ. 1 ΚΠολΔ και να διατάξει το Δικαστήριο τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, παρά το γεγονός ότι δεν ζητείται κάτι τέτοιο, αφού η ως άνω διάταξη δεν συμβιβάζεται με τη φύση της δικαζόμενης υπόθεσης και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοσθεί». ∙ Αντιθ. ΜΠρΑθ 3489/2009, με αντίθετες παρατηρήσεις Δημ. Μπαμπινιώτη, ΕΠολΔ 2009.360, όπου διατάζει την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, παρά την απουσία σχετικού αιτήματος, καθώς κρίνει ότι η ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο.
355 ΑιτΕκθ του 4335/2015, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ.22, σημειώνεται πως η ανάγκη δημοσιότητας του πλειστηριασμού καλύπτεται πλέον με την ανάρτηση αποσπάσματος στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεως πλειστηριασμού του Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν και Ε.Τ.Α.Α, και σε κάθε περίπτωση οι διορθώσεις που θα διατάξει το δικαστήριο συμπληρώνουν τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν τον πλειστηριασμό το ήδη αναρτημένο απόσπασμα ώστε να λάβουν γνώση οι ενδιαφερόμενοι υπερθεματιστές..
356 ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ
357 Βλ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο - Γενικό μέρος, 1986, §114 σ.292 ∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 315 αριθμ. 1, σ.621∙ Παϊσίδου, Διόρθωση και ερμηνεία των δικαστικών αποφάσεων κατά τον ΚΠολΔ, §5 σ.55-56
358 ΜΠρΛαρ 575/2013, ΝΟΜΟΣ∙ Από θεωρία, βλ. Γιαννόπουλο, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.117 ∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 315 αριθμ.11, σ. 623, σύμφωνα με την οποία κάθε απόφαση ελληνικού πολιτικού δικαστηρίου επιδέχεται διόρθωση. Κατά συνέπεια διορθώνεται και η απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954§4.∙ Τζίφρας, ΑσφΜ, εκδ.4η, σ.64
359 Βλ. εκτενή ανάλυση για την έννοια των λογιστικών και γραφικών παραδρομών σε Παϊσίδου, Διόρθωση, §5 σ.56επ.
87
διορθώνεται και όχι από την διόρθωσή της360. Επιπροσθέτως, η διορθωτική απόφαση πρέπει να αναρτηθεί αμέσως με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου στην ιστοσελίδα του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων361, ώστε να λάβουν γνώση της διόρθωσης της ήδη αναρτημένης εκδοθείσας αποφάσεως οι ενδιαφερόμενοι υπερθεματιστές.
II. Δημοσίευση της απόφασης
Η απόφαση επί της ανακοπής, σύμφωνα με το άρθρο 954§4 εδ. γ’, πρέπει υποχρεωτικά να δημοσιεύεται έως τις 12:00΄ το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων362. Μάλιστα, υπό την νέα διατύπωση
360 Βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 315 αριθμ.16, σ.624
361 Σύμφωνα με το άρθρο 318 κατά τη διόρθωση ακολουθείται η διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η προς διόρθωση απόφαση. Γι’ αυτό και απαιτείται δημοσίευση της απόφασης και υποχρεωτική ανάρτησή της στην ιστοσελίδα Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν, ώστε να λάβουν γνώση της διορθώσεως οι υποψήφιοι πλειοδότες. Αυτό ισχύει ακόμη και σε περίπτωση που η διαδικασία της διορθώσεως κινείται αυτεπαγγέλτως. ∙ Βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 318 αριθμ.1, σ.628, σύμφωνα με την οποία μπορεί να συντμηθεί η οκταήμερη προθεσμία με βάση το άρθρο 150. Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να προεξοφλείται ως βέβαιος ο σπουδαίος λόγος, καθώς η κατ’ άρθρο 315 αίτηση διόρθωσης της απόφασης πρέπει να συζητηθεί και να εκδοθεί απόφαση επ’ αυτής εντός περιορισμένων χρονικών περιθωρίων. Μάλιστα, η απόφαση πρέπει να εκδοθεί σε χρόνο προγενέστερο της διενέργειας του πλειστηριασμού, ώστε να μην προκαλείται αβεβαιότητα σχετικά με την διενέργειά του, αλλά και ταυτοχρόνως να διασφαλίζεται η έγκαιρη γνωστοποίηση της διόρθωσης της ήδη εκδοθείσας και αναρτηθείσας απόφασης ώστε να λάβουν γνώση των διορθώσεων και οι ενδιαφερόμενοι πλειοδότες ∙ Τζίφρας, ΑσφΜ, εκδ.4η, σ.64, σύμφωνα με τον οποίο, στις περιπτώσεις όπου η διορθωτέα απόφαση εκδικάζεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν τηρείται η προθεσμία του άρθρου 318∙ Πρβλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.117, ο οποίος σημειώνει ότι η κατ’ άρθρο 315 διόρθωση επιτρέπεται μόνο εφόσον σώζεται η προθεσμία του άρθρου 954§4. Ενόψει όμως της διευρυμένης προθεσμίας της ανακοπής και του σκοπού του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος, πρέπει να αναγνωριστεί η δυνατότητα διόρθωσης και μετά το πέρας της προθεσμίας, υπό την προϋπόθεση να επαρκεί το χρονικό διάστημα για την γνώση των ενδιαφερόμενων υπερθεματιστών, δηλαδή η προθεσμία των δέκα ημερών.
362 Το π.δ. 67/2015 (ΦΕΚ Α’ 110 17/09/2015) προβλέπει την διαδικασία ηλεκτρονικής δημοσίευσης αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης και περιλήψεων πράξεων και δηλώσεων στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Ενιαίου Ταμείου Απασχολουμένων – Τομέα Ασφάλισης Νομικών ( ΕΤΑΑ-ΤΑΝ). Ωστόσο, με το άρθρο 56 του ν.4342/2015( ΦΕΚ Α’ 143 9/11/2015),όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 64 του ν.4356 ( ΦΕΚ Α’ 181 24/12/2015), αναστέλλεται μέχρι 30.4.2016 και οι δημοσιεύσεις που αφορούν στους πλειστηριασμούς της Αθήνας και του Πειραιά θα γίνονται στο «ΔΕΛΤΙΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ» του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, ενώ οι δημοσιεύσεις που αφορούν στους πλειστηριασμούς της
88
του άρθρου 954§4 απαλείφθηκε η φράση «κατά το δυνατόν» που συνέβαλλε στην ερμηνεία του προβλεπόμενου χρονικού ορίου έκδοσης της απόφασης ως νομοθετική ευχή χωρίς ιδιαίτερη δικονομική σημασία363. Ακόμη, υπό την διατύπωση του άρθρου 954§4 απαιτείται, εκτός από δημοσίευση της απόφασης, και ανάρτησή της από την γραμματεία του δικαστηρίου την ίδια ημέρα στην ιστοσελίδα του Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν., ώστε να έχουν οι ενδιαφερόμενοι δανειστές επαρκές χρονικό διάστημα για να λάβουν γνώση της διόρθωσης, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015364.
III. Ένδικα μέσα
Όπως εκτέθηκε πιο πάνω365, η ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί ρυθμιστικό μέτρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που κατά νομοθετική παραπομπή εκδικάζεται κατά την ταχεία διαδικασία των 686 επ.. Μάλιστα, η παραπομπή για την εκδίκαση της ανακοπής του άρθρου 954§4 στις διατάξεις των άρθρων 686 επ. περιλαμβάνει και τη διάταξη του άρθρου 699, που αποκλείει την προσβολή της απόφασης επί της ανακοπής με οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Ωστόσο, ζήτημα γεννάται, αν ο αποκλεισμός των ενδίκων μέσων τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954§4.
Ήδη, από τις Προπαρασκευαστικές Εργασίες του ΚΠολΔ366 προκρίθηκε η ανάγκη εφαρμογής ταχείας διαδικασίας σχετικά με την αμφισβήτηση της εκτίμησης του
λοιπής επικράτειας σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στον τόπο του πλειστηριασμού, είτε στον Δήμο είτε στην Περιφερειακή Ενότητα είτε στην Περιφέρεια.
363 Βλ. αναλυτικά ανωτ. υποσημ. 349
364 Βλ. ανωτ. υποσημ. 351
365 Βλ. πιο πάνω §2 ΙΙ 1
366 ΣχΠολΔ VIII, σ.150-151: « Περαιτέρω, ο κ. Οικονομόπουλος φρονεί ότι … η απόφασις του ειρηνοδίκου πρέπει να μην υπόκειται εις ένδικα μέσα». Ακολούθως, «ο κ. Ράμμος λέγει ότι ο κ. Οικονομόπουλος δεν διαφωνεί με τον κ. Μιχελάκην ή μη μόνον εις το αν θα επιτραπούν τα ένδικα μέσα κατά της περί εκτιμήσεως αποφάσεως του ειρηνοδίκου ή εν ανάγκη και του μονομελούς πρωτοδικείου». Εν συνεχεία, «οι κ.κ. Ράμμος και Οικονομόπουλος λέγουν ότι πρέπει να επιτραπεί μεν η αμφισβήτησις της γενόμενης εκτιμήσεως, να επιδιώκεται όμως η ταχεία περαίωσις του ζητήματος τούτου εφαρμοζομένης της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας» και «ο κ. Σακκέτας συμφωνών προς το κ. Μιχελάκην φρονεί ότι το πρώτον τούτο στάδιον της εκτιμήσεως πρέπει να χωρισθεί και να περατούται αμέσως, διότι διερωτάται τι θα γίνει αν ανατραπεί η εκτίμησις υπό του Εφετείου». Εν τέλει καταλήγουν «κατόπιν των ανωτέρω και αποφασίζεται να επιτραπεί μεν η προσβολή της ως αν εκτιμήσεως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου εκτελέσεως οίον είναι το του άρθρου 32 εισηγήσεως κ. Μιχελάκην κατά σύντομον όμως διαδικασίαν και να μην επιτρέπονται κατά της αποφάσεως ένδικα μέσα»
89
κατασχεθέντος πράγματος και της τιμής πρώτης προσφοράς, η οποία, όπως ρητά τονίσθηκε, δεν θα υπόκειται σε ένδικα μέσα. Μάλιστα, το ανέκκλητο της ανακοπής δικαιολογήθηκε και από την ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας δικαίου στην διαδικασία του πλειστηριασμού367. Άλλωστε και υπό την αρχική μορφή του ΚΠολΔ υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 1018§4 ΚΠολΔ/1968 ως προς το ανέκκλητο της ανακοπής διόρθωσης368. Ωστόσο, μετά την εκτεταμένη τροποποίηση του ΚΠολΔ/1968 με το ν.δ. 958/1971 και την υπαγωγή της ανακοπής διόρθωσης στη διαδικασία των 686 επ. θα αποτελούσε νομοθετικό πλεονασμό η ρητή απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 699, απαγορεύεται κατά κανόνα η άσκηση ενδίκων μέσων κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων369. Με βάση τη διαχρονική εξέλιξη της ανακοπής του άρθρου 954§4, η νομολογία370 προκρίνει τον αποκλεισμό των ενδίκων μέσων δεχόμενη ότι «πρέπει να αποκλειστεί η άσκηση των ενδίκων μέσων στην περίπτωση αυτή, κατ’ άρθρο 699, διότι δεν συμβιβάζεται ούτε προς το γράμμα ούτε προς το σκοπό του νόμου». Υπέρ του ανέκκλητου της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 και η απολύτως κρατούσα άποψη στην θεωρία371.
367 ΣχΠολΔ VIII, σ. 150 και 159 : « Ο κ. Οικονομόπουλος συνεχίζων λέγει ότι εάν γίνει δεκτή η πρότασις του η αξία των κατασχεθέντων θα προσδιορίζεται κατά τρόπον οριστικόν προ της καταρτίσεως του προγράμματος του πλειστηριασμού». Ακολούθως, «οι κ.κ. Ράμμος και Μιχαηλίδης συμφωνούν προς την γνώμην του κ. Οικονόπουλου ότι η τιμή της πρώτης προσφοράς πρέπει να σταθεροποιείται απ’ αρχής και να μην υπόκειται μεταγενεστέρως εις διακυμάνσεις διότι τούτο ως υποστηρίζουν θα αποτελέσει εμπόδιον εις την ταχεία πρόοδον της διαδικασίας της εκτελέσεως».
368 Βλ. αναλυτικά ανωτ. §1 ΙΙΙ 2 Α
369 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.23
370 ΑΠ 1107/2009, ΕλλΔνη 2000.388, κατά την οποία η απόφαση της ανακοπής του άρθρου 954§4 δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, όπως προβλέπει το άρθρο 699. Σημειώνει επίσης, ότι το άρθρο 699 ισχύει και επί διαφορών που έχουν ως αντικείμενο τη λήψη μέτρων ρυθμιστικών καταστάσεως, τα οποία εξομοιώνονται προς ασφαλιστικά μέτρα, αφού η απόφαση που εκδίδεται επ` αυτών έχει προσωρινή ισχύ και δεν τέμνει οριστικά τη διαφορά ∙ ΕφΑθ 4156/2009, ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΘεσσ 1737/2013, ΝΟΜΟΣ, με αφορμή αίτηση του άρθρου 973§4, σημειώνει ότι η παραπομπή της εκδίκασης της ανακοπής του άρθρου 954§4 στις διατάξεις των άρθρων 686επ. ΚΠολΔ, περιλαμβάνει και τη διάταξη του άρθρου 699.
371 Βλ. Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.192 σημ.61∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος, σ.2033 σημ.38∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954 αριθμ.6, σ.1843∙ Κονδύλης, Δεδικασμένο, §34 σ.709∙ Απαλαγάκη, Δ.2003/656∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ,2010,σ.522 σημ.2195∙ Δαμουλάκης, Η άμυνα εναντίον της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, Δ 2001/1197
90
IV. Δυνατότητα αίτησης ανάκλησης της αποφάσεως
Η κατ’ άρθρο 696 δυνατότητα ανάκλησης των αποφάσεων που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στην απαγόρευση ενδίκων μέσων. Από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 696§1 και 3 προκύπτει πως η δυνατότητα ανάκλησης αφορά αποκλειστικά τα γνήσια ασφαλιστικά μέτρα372. Ζήτημα γεννάται, ωστόσο, αναφορικά με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 696 και στα μη γνήσια ασφαλιστικά μέτρα, όπως λ.χ. στη ανακοπή του άρθρου 954§4.
Σύμφωνα με την μάλλον κρατούσα γνώμη στη θεωρία373, την οποία ασπάζεται και μέρος της νομολογίας374, η απόφαση της ανακοπής του άρθρου 954§4 είναι δεκτική ανάκλησης υπό τους όρους του άρθρου 696§3. Περαιτέρω, έχει υποστηριχθεί375 ότι επιτρέπεται η ανάκληση σύμφωνα με το άρθρο 696§1. Υπό αυτή την ερμηνευτική εκδοχή, η δυνατότητα ανάκλησης της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής του άρθρου 954§4 δικαιολογείται ενόψει της παραπομπής στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και της απαγόρευσης άσκησης ενδίκων μέσων.
Αντίθετα, η κρατούσα θέση της νομολογίας376 δέχεται ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 δεν υπόκειται σε ανάκληση, έστω και αν
372 Στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 954§4 αυτονόητος είναι ο αποκλεισμός της δυνατότητας ανάκλησης της απόφασης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 697 και 698 που αφορούν αποκλειστικά τα ασφαλιστικά μέτρα, όπως άλλωστε προκύπτει και από την διατύπωση των διατάξεων.
373 Βλ. Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.192 σημ.61∙ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, τ.23ος , σ.2039 σημ.68∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954, αριθμ.6, σ.1843∙ Κονδύλης, Δεδικασμένο, §34 σ.709 υποσημ.46∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954, αριθμ.19, σ.670∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ,2010,σ.522 σημ.2195∙ Αντιθ. Γέσιου-Φαλτσή ΑνΕκτ, §54 σ.215 σημ.77∙ Απαλαγάκη, Δ 2003.656∙ Μωράτης, ΝΔ 1977.324
374 ΜΠρΠειρ 1495/2006, με σημείωμα Κ. Μπέη, Δ 2006.581∙ ΜΠρΧαλκ 778/2009, ΑρχΝ 2010.536∙ ΜΠρΖακ 112/2014, ΕφΑΔ 2014.948
375 Βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954, άριθμ.6, σ.1843∙ Κονδύλης, Δεδικασμένο, §34 σ.709 υποσημ.46∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.125/126, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η δυνατότητα ανάκλησης μόνο με βάση το άρθρο 696§1∙ Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ,2010,σ.522 σημ.2195∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954, αριθμ.19, σ.670, αμφότεροι αναφέρονται ότι υπόκειται σε ανάκληση η απόφαση της ανακοπής χωρίς διάκριση μεταξύ των άρθρων §1 και 2∙ Πρβλ. Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ ΙΙ, §54 σ.215 σημ.77∙ Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.192 σημ.61, αμφότεροι, παρά την αντίθετη άποψη τους σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 696§3, δεν κάνουν αναφορά στην διάταξη του άρθρου 696§1. Ενδεχομένως επειδή αυτή δεν συμβιβάζεται με τη φύση και τους σκοπούς της ανακοπής του άρθρου 954§4.
376 ΜΠρΛαρ 1486/2001, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΤρικ 76/2001, Δ 2001.470∙ ΜΠρΛαρ 2799/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 943/2007, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑμαλ 514/2010, ΕφΑΔ 2011.94∙ ΜΠρΘεσσ 14016/2011, με σύμφωνο σημείωμα Παν. Γιαννόπουλου, ΕΠολΔ 2011.659∙ ΜΠρΧαν 281/2013, ΝΟΜΟΣ
91
συντρέχουν οι όροι του άρθρου 696, διότι η απόφαση αυτή δεν διατάσσει ασφαλιστικό μέτρο αλλά ρυθμιστικό μέτρο της εκτελέσεως και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ανάκλησης και μεταρρύθμισης που συνδέονται εννοιολογικά με τη φύση των ασφαλιστικών μέτρων ως ιδιαίτερης μορφής προσωρινής παροχής έννομης προστασίας377. Συνεπώς, η εφαρμογή των άρθρων 696§1 και 3 πρέπει να θεωρείται ασυμβίβαστη με τον χαρακτηρισμό της ανακοπής του άρθρου 954§4 ως ρυθμιστικού μέτρου της εκτελεστικής διαδικασίας. Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών, δηλαδή συνδρομής νέων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν ή πιθανολογούν την ανακοπή του άρθρου 954§4, δεν δικαιολογείται αίτηση ανάκλησης σύμφωνα με το άρθρο 696§3378. Στην περίπτωση αυτή, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει εκ νέου την διορθωτική ανακοπή, καθώς τα νέα πραγματικά περιστατικά θα εκφεύγουν των χρονικών ορίων του προσωρινού δεδικασμένου της προηγούμενης απόφασης. Αντίστοιχα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και σε περίπτωση που ο θιγόμενος τρίτος δεν έλαβε μέρος379 ή ο διάδικος δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση380 υπάρχει η δυνατότητα άσκησης ανακοπής του άρθρου 954§4, εφόσον με αυτήν προβάλλονται ιάσιμα ελαττώματα της κατασχετήριας έκθεσης, που δεν διορθώθηκαν με την προηγηθείσα ανακοπή.
377 Βλ. αντί άλλων Βερβεσός, Δ 1971.554επ.∙ Κράνης, Δ 2003.695επ.∙ Σταματόπουλος Στ., Ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (γμνδ), ΕΠολΔ 2014.479 επ. ∙ Νίκας, Η τύχη της αιτήσεως ανακλήσεως απορριπτικής αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που εισάγεται στο πολυμελές πρωτοδικείο ως δικαστήριο της κύριας δίκης (Γνμδ), ΕλλΔνη 2005.682,683, με εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία.
378 Όπως, άλλωστε, υποστηρίζεται στην θεωρία η αίτηση ανάκλησης του άρθρου 696§3 αφορά αποκλειστικά τις αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων Βλ. ενδεικτικά Βερβεσός, Δ 1971.556,557∙ Μητσόπουλος, Εν απορρίψει αιτήσεως ασφαλιστικού μέτρου είναι παραδεκτή η υποβολή νέας αιτήσεως εάν επήλθε «μεταβολή πραγμάτων». «Μεταβολή πραγμάτων» δικαιολογούσαν την υποβολήν νέας αιτήσεως συνιστά η έκδοσις αποφάσεως αλλοδαπού δικαστηρίου περί της κυρίας απαιτήσεως, δι’ ην το αιτούμενον μέτρον , Μελέται γενικής θεωρίας δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου, σ.723∙ Κράνης, Δ 2003.697∙ Σταματόπουλος Στ., ΕΠολΔ 2014.480,481
379 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.118∙ Πρβλ. τον ίδιο, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.126, υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση ο τρίτος έχει δυνατότητα ανάκλησης της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 696§1. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρίτος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, παρά την έκδοση απόφασης, διατηρεί το δικαίωμα άσκησης ανακοπής του άρθρου 954§4, καθώς δεν δεσμεύεται από το προσωρινό δεδικασμένο που παράγει η εκδοθείσα απόφαση. Γι’ αυτό και πρέπει να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 696§1, εφόσον μπορεί ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 954§4.
380 Σχετικά με την μη κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή, βλ. αναλυτικά ανωτ.§9 ΙΙ 1
92
V. Αποτελέσματα της αποφάσεως στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4
1. Διαπλαστική ενέργεια της απόφασης
Η απόφαση που διορθώνει την κατασχετήρια έκθεση μετά την ανακοπή του άρθρου 954§4 είναι διαπλαστική381. Έτσι, η απόφαση αυτή αναδίδει διαπλαστική ενέργεια έναντι όλων, έστω και αν πρόκειται για πρόσωπα που δεν ήταν διάδικοι. Η erga omnes ισχύς της διαπλαστικής ενέργειας αρχίζει από την έκδοσή της απόφασης382. Σε περίπτωση απόρριψης της ανακοπής του άρθρου 954§4 καμία διαπλαστική ενέργεια δεν παράγεται από την απορριπτική απόφαση. Μάλιστα, ενόψει της erga omnes διαπλαστική ενέργεια της αποφάσεως που θα εκδοθεί στη δίκη της ανακοπής προσδίδεται στην παρέμβαση των τρίτων, οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον για συμμετοχή στη δίκη αυτή, χαρακτήρας αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως383.
2. Η δεσμευτικότητα της απόφασης
Κατά τη κρατούσα στη νομολογία θέση384, η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954§4 παράγει προσωρινό δεδικασμένο παραπλήσιο εκείνου της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων. Μάλιστα, η απόφαση παράγει προσωρινό δεδικασμένο ανεξαρτήτως εάν δέχεται ή απορρίπτει την ανακοπή και ο προσδιορισμός των υποκειμενικών και αντικειμενικών ορίων του γίνεται με βάση τις διατάξεις των
381 ΑΠ 293/2007, με σημ. Κων. Γιαννόπουλου, ΕΠολΔ 2008.107
382 Μετά την τροποποίηση του άρθρου 954§4 με τον ν. 4335/2015, προβλέπεται υποχρεωτική δημοσίευση και ανάρτηση της απόφασης στην ιστοσελίδα Δ.Δ.Δ. του Τ.Α.Ν και Ε.Τ.Α.Α. τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. Με αυτόν τον τρόπο καλύπτεται επαρκώς η ανάγκη δημοσιότητας των διορθώσεων που διατάσσει η απόφαση, χωρίς να απαιτείται πλέον κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αναπτύσσει διαπλαστική ενέργεια από την δημοσίευσή της. Αντιθέτως, υπό την προϊσχύουσα ρύθμιση του άρθρου 954§4 δικαιολογημένα γινόταν δεκτό ότι η απόφαση ανέπτυσσε διαπλαστική ενέργεια όχι από την έκδοση της, αλλά από την κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, καθώς με αυτόν τον τρόπο διασφαλιζόταν η ασφάλεια των πλειοδοτών και συνολικά της εκτελεστικής διαδικασίας., βλ. ΑΠ 293/2007, με σημ. Κων. Γιαννόπουλου, ΕΠολΔ 2008.107 ∙ Από θεωρία ενδεικτικά βλ. Νίκας, ΑνΕκτ ΙΙ, §42 σ.191 σημ.60∙ Νικολόπουλος, ΑνΕκτ, σ.304 υποσημ.31∙ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 954, αριθμ. 18, σ.670∙ Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.117
383 Βλ. αναλυτικά ανωτ. §9 IV 1 Α
384 ΜΠρΛαρ 2799/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΛαρ 575/2003, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΡοδ 943/2007, ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΜεσολ 1065/2008,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΧαλκ 778/2009, ΑρχΝ 2010.536∙ ΜΠρΘεσσ 21210/2011,ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσσ 14016/2011, με σημ. Παν. Γιαννόπουλου, ΕΠολΔ 2011.662 ∙ ΜΠρΖακ 112/2014, ΕφΑΔ 2014.948∙ Από θεωρία εκτενή ανάλυση για το «προσωρινό δεδικασμένο», βλ. Κονδύλη, Δεδικασμένο, §34 σ.699 επ.
93
άρθρων 325 και 322 αντιστοίχως385. Συνεπώς, το δεδικασμένο, εν αντιθέσει με την διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει αποκλειστικά τους διαδίκους της δίκης της ανακοπής, αλλά κατ’ εξαίρεση δεσμεύει και τα πρόσωπα που προβλέπονται ρητά στο άρθρο 325, όπως λ.χ. οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι των διαδίκων. Σε ό,τι αφορά την αντικειμενική οριοθέτηση του προσωρινού δεδικασμένου ισχύουν αναλόγως τα άρθρα 322 και 324386. Με άλλα λόγια, το προσωρινό δεδικασμένο που αναπτύσσεται οριοθετείται με βάση τους προβληθέντες λόγους ανακοπής, οι οποίοι και αποτελούν τις βάσεις του διορθωτικού αιτήματος. Γι’ αυτό και το προσωρινό δεδικασμένο αναπτύσσεται ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των προβληθέντων και κριθέντων δικαιωμάτων δικαστικής διάπλασης, που θεμελιώνουν αντίστοιχους λόγους ανακοπής.
Με βάση τις ανωτέρω διευκρινίσεις, αποβαίνει κρίσιμο να εξετασθούν οι συνέπειες της παραδοχής του προσωρινού δεδικασμένου που πηγάζει από την εκδοθείσα απόφαση. Κατ’ αρχήν, αν απορριφθεί κατ’ ουσία η ανακοπή, τότε νέα ανακοπή, που στηρίζεται στον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτη λόγω της αρνητικής λειτουργίας του προσωρινού δεδικασμένου387. Παρ’ όλα αυτά, το προσωρινό δεδικασμένο δεν εμποδίζει την άσκηση της νέας ανακοπής που θεμελιώνεται σε άλλη ιστορική αιτία ή σε μεταβολή των συνθηκών388. Αντίστοιχα, αν η ανακοπή απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης κάποιας διαδικαστικής προϋπόθεσης, νέα ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου ως προς την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης389. Τέλος, σε περίπτωση που η ανακοπή γίνει δεκτή, νέα ανακοπή με την ίδια ιστορική αιτία είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου390.
385 ΜΠρΘεσσ 14016/2011, με σημ. Παν. Γιαννόπουλου, ΕΠολΔ 2011.662 ∙ Από θεωρία εκτενή ανάλυση για το «προσωρινό δεδικασμένο», βλ. Κονδύλη, Δεδικασμένο,§34 σ. 706∙ Μπέης, Τα υποκειμενικά όρια της προσωρινής ισχύος απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (Γνμδ), Δ 1986.639επ.,
386 ΜΠρΘεσσ 14016/2011, με σημ. Παν. Γιαννόπουλου, ΕΠολΔ 2011.662
387 ΜΠρΖακ 112/2014, ΕφΑΔ 2014.948∙ Από θεωρία βλ. Βερβεσός, Δ 1971.553∙ Κονδύλης, Δεδικασμένο,§34 σ.702∙ Νίκας, ΕλλΔνη 2005.686∙ Νίκας/Μακρίδου, Προσωρινό δεδικασμένο αποφάσεως η οποία απέρριψε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Έννοια μεταβολής πραγμάτων αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να συζητείται αυτοτελώς ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της κύριας υποθέσεως, αλλά μόνο μαζί με την εκκρεμούσα σ’ αυτό κύρια υπόθεση (Γνμδ), Αρμ 2013.207∙ Μπαλογιάννη, Δ 2001.471
388 Βλ. Κονδύλης, Δεδικασμένο,§34 σ.703∙ Νίκας, ΕλλΔνη 2005.686∙ Νίκας/Μακρίδου, Αρμ 2013.207
389 Βλ. Κονδύλης, Δεδικασμένο, §34 σ. 704/705
390 Βλ. Βερβεσός, Δ 1971.553∙ Κονδύλης, Δεδικασμένο, §34 σ. 704
94
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι τα αντικειμενικά όρια του προσωρινού δεδικασμένου, όπως και τους οριστικού, εκδηλώνονται εντός των χρονικών ορίων του. Δηλαδή το προσωρινό δεδικασμένο δεν καλύπτει επιγενόμενα της δικαστικής αποφάσεως γεγονότα. Συνεπώς, η άσκηση νέας ανακοπής του άρθρου 954§4 θεωρείται παραδεκτή, εφόσον με αυτήν επικαλείται νέα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης και τα οποία, όμως, πρέπει να μην υπήρχαν κατά το χρόνο που εκδόθηκε η προηγούμενη απόφαση391. Επίσης, σε αντιστοιχία με την κρατούσα θέση για τα ασφαλιστικά μέτρα, η νέα ανακοπή δικαιολογείται και με βάση οψιφανή περιστατικά, δηλαδή με περιστατικά που υπήρχαν μεν κατά το χρόνο συζητήσεως της προηγούμενης ανακοπής, αλλά αποκαλύφθηκαν όμως αργότερα392. Έχει υποστηριχθεί393 πως ο ανακόπτων θα μπορούσε ίσως με την νέα ανακοπή να προβάλλει πραγματικά περιστατικά που υπήρχαν και τα γνώριζε κατά το χρόνο της συζητήσεως, όταν ο ίδιος δεν μπορούσε αντικειμενικά να τα προβάλει στο δικαστήριο.
Τέλος, μεμονωμένα έχει υποστηριχθεί394 ότι με την ανακοπή του άρθρου 954§4 εισάγεται γνήσια διαφορά ιδιωτικού δικαίου και απονέμεται οριστική έννομη προστασία και συνεπώς η απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο αυτής της δίκης παράγει γνήσιο δεδικασμένο. Κατ’ αποτέλεσμα και η ανωτέρω εκδοχή δικαιολογεί την εφαρμογή των άρθρων 321 επ., αν και στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για ευθεία εφαρμογή, ενώ υπό την κρατούσα εκδοχή χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί δεδικασμένου.
391 ΜΠρΛαμ 17/2016, ΝΟΜΟΣ, όπου δέχεται ότι « λόγω της υποστροφής της επικαρπίας στην ψιλή κυριότητα, η υφιστάμενη κατάσχεση περιλαμβάνει την πλήρη κυριότητα, την οποία άλλωστε θα αποκτήσει ο υπερθεματιστής που δεν θα ελπίζει μόνο σε μελλοντική απόσβεση την επικαρπίας». Ακολούθως, σημειώνει ότι « αυτό έχει ως λογικό επακόλουθο, την αύξηση της αξίας και της τιμής της πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος, η οποία πλέον ανέρχεται σε μεγαλύτερο ποσό από αυτό, στο οποίο εκτιμήθηκε με την υπ’ αριθμ. 241/2014 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, καθόσον δεν είχε επέλθει ακόμη η συνένωση επικαρπίας-ψιλής κυριότητας» ∙ βλ. Νίκας, ΕλλΔνη 2005.686∙ Νίκας/Μακρίδου, Αρμ 2013.207
392 Βλ. Βερβεσός, Δ 1971.557∙ Κονδύλης, Δεδικασμένο,§34 σ.702 υποσημ.26∙ Νίκας, ΕλλΔνη 2005.686 ∙ Νίκας/Μακρίδου, Αρμ 2013.207
393 Βλ. Βερβεσός, Δ 1971.557∙ Κονδύλης, Δεδικασμένο,§34 σ.702 υποσημ.26∙ Νίκας, ΕλλΔνη 2005.686 ∙ Νίκας/Μακρίδου, Αρμ 2013.207
394 ΜΠρΧαν 281/2013, ΝΟΜΟΣ∙ Από θεωρία, βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.118
95
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ειδικότερα θέματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ
§11. Ειδικά ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 954§4 μετά το ν. 4335/2015
I. Μεταβατικές διατάξεις του ν. 4335/2015
Με τον ν. 4335/2015 επέρχονται εκτενείς τροποποιήσεις στον ΚΠολΔ και κυρίως στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως. Σύμφωνα με τις άρθρο 9§3 του άρθρου 1 του νέου νόμου προβλέπεται ότι «Οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά τις 1.1.2016». Οι μεταβατικές διατάξεις του νέου νόμου προβλέπουν αντίστοιχες ρυθμίσεις με αυτές του άρθρου 50§1 ΕισΝΚΠολΔ395, του οποίου η ρυθμιστική εμβέλεια περιοριζόταν στη διευθέτηση ζητημάτων διαχρονικού δικαίου που προέκυψαν από την μετάβαση από την ΠολΔ/1834 στον ΚΠολΔ/1968396. Γι’ αυτό και πρέπει να γίνει αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50§1 ΕισΝΚΠολΔ, δηλαδή να γίνει δεκτό πως ο νομοθέτης με τις μεταβατικές διατάξεις του νέου νόμου υπήγαγε την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, ενόψει της ενότητας των πράξεων που συνθέτουν την διαδικασία της, σε ενιαίο νομοθετικό καθεστώς αντιμετωπίζοντας την ως «οργανική ενότητα»397. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει πως στην νέα ρύθμιση υπάγονται μόνο οι περιπτώσεις που η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεσης, δηλαδή η έναρξη της αναγκαστική εκτελέσεως διενεργείται μετά την 1.1.2016. Αντίθετα, οι εκτελέσεις που άρχισαν με την επίδοση επιταγής πριν την 1.1.2016 διέπονται από το παλαιό δίκαιο. Ακόμη, σε περίπτωση επίδοσης επιταγής από άλλον δανειστή μετά τη ματαίωση του πλειστηριασμού και δήλωση του περί υποκαταστάσεως δεν αποτελούν έναρξη νέας εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά συνέχιση της παλαιάς, με συνέπεια, εάν η αρχική επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε πριν την 1.1.2016, να διέπεται από το παλαιό δίκαιο ανεξαρτήτως εάν η δήλωση συντάχθηκε πριν ή μετά την 1.1.2016.
Αντιθέτως, όμως, οι δίκες περί την εκτέλεση, όπως είναι και η δίκη που ανοίγει με την υπό εξέταση ανακοπή του άρθρου 954§4, καθιστάμενες εκκρεμείς μετά την
395 Βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κουσούλης), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 50 ΕισΝΚΠολΔ, αριθμ.1, σ.2080
396 ΟλΑΠ 21/1994, ΕλλΔνη 1995.574
397 Πρβλ. σχετικά με το άρθρο 50§1 ΕισΝΚΠολΔ,, Γέσιου-Φαλτσή, ΑνΕκτ Ι, σ.65∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κουσούλης), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 50 ΕισΝΚΠολΔ, αριθμ. 1, σ.2080
96
1.1.2016, έστω και εάν η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε υπό το προϊσχύσαν καθεστώς θα διεξαχθούν κατά τις διατάξεις του ν. 4335/2015398.
II. Μεταβολή του τρόπου εκτίμησης της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς του ακινήτου
Με τον νέο νόμο τροποποιείται το εδάφιο γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 993, που, πλέον, ορίζει ότι «για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης» και το εδάφιο γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 995, που προβλέπει ότι «Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο κατάσχεσης». Ωστόσο, οι ανωτέρω τροποποιήσεις θα τεθούν σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί το αργότερο μέχρι 1.6.2016 και το οποίο θα καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια399. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος ως τιμή πρώτης προσφοράς θα ορίζεται η αντικειμενική αξία του ακινήτου, όπως ισχύει κατά τον χρόνο της κατάσχεσης400.
Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις ο τρόπος εκτίμησης της αξίας του ακινήτου και καθορισμού της τιμής προσφοράς αυτού θα γίνεται με βάση την εμπορική και όχι την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Καταρχήν, πρέπει να αναφερθεί ότι η αναγωγή της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ως κατώτατου ορίου της τιμής πρώτης προσφοράς είχε προκριθεί ως η προσφορότερη λύση για την αποτροπή εκποιήσεων ακινήτων σε μη εύλογες και ιδιαίτερα χαμηλές τιμές προς βλάβη των συμφερόντων των δανειστών, αλλά πρωτίστως των οφειλετών401. Πράγματι, με το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού η αξία του ακινήτου προέκυπτε, βάσει ορισμένων προκαθορισμένων και πρόσφορων κριτηρίων, μια κατ’ ελάχιστο τεκμαιρόμενη αξία του ακινήτου, η οποία, ωστόσο, έπρεπε να αναπροσαρμόζεται ανά δύο χρόνια ή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ώστε να
398 Βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κουσούλης), ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 50 ΕισΝΚΠολΔ, αριθμ. 4 σ.2081
399 Άρθρο 9§12 του άρθρου 1 του ν.4335/2015
400 Άρθρο 9§13 του άρθρου 1 του ν.4335/2015
401 Βλ. ΑιτΕκθ του ν. 3714/2008 (231 Α'/07.11.2008) , διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (www.hellenicparliament.gr), σ. 1
97
ανταποκρίνεται, κατά το δυνατόν, στις εκάστοτε διαμορφούμενες αγοραίες αξίες. Ωστόσο ,όπως προσφάτως έκρινε το ΣτΕ402, οι αντικειμενικές αξίες κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης δεν αναπροσαρμόσθηκαν ώστε να ανταποκρίνονται με τις εμπορικές αξίες που το ίδιο διάστημα είχαν μειωθεί σημαντικά403, με αποτέλεσμα να υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των αξιών αυτών και των αντικειμενικών αξιών, επί των οποίων υπολογίζεται η τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του ακινήτου. Με βάση τις ανωτέρω επισημάνσεις εξηγείται απολύτως ο μεγάλος αριθμός των ματαιώσεων των πλειστηριασμών λόγω έλλειψης πλειοδοτών, καθώς στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η αντικειμενική αξία του ακινήτου υπερβαίνει κατά πολύ την αγοραία αξία του.
Πρέπει, εξάλλου, να διευκρινιστεί ότι ο νομοθέτης με αυτήν την μεταβολή αποσκοπεί στην αποσύνδεση του προσδιορισμού της εκτίμησης της αξίας του κατασχεθέντος ακινήτου από το αντικειμενικό σύστημα αξιών που καθορίζεται από τις φορολογικές αρχές αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς. Με την νέα ρύθμιση προβλέπεται ρητά ότι η εκτίμηση της αξίας και η τιμή πρώτης προσφοράς θα προσδιορίζεται με βάση την εμπορική αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της κατάσχεσης404. Ωστόσο, ο τρόπος προσδιορισμού, το αρμόδιο όργανο και κάθε σχετική λεπτομέρεια θα καθοριστούν με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί το αργότερο μέχρι 1.6.2016. Με αυτές τις τροποποιήσεις προκρίνεται η υιοθέτηση ως βάση προσδιορισμού
402 ΟλΣτΕ 4003/2014, με παρατ. Καϊδατζή, Αρμ 2015.300, Αρμ 2015/300, σύμφωνα με την οποία ο νομοθέτης «προέβλεψε σύστημα περιοδικής ανά διετία αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, βάσει του οποίου οι αντικειμενικώς καθορισθείσες φορολογητέες αξίες πρέπει να ελέγχονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και να αναπροσαρμόζονται, ώστε να ανταποκρίνονται, κατά το δυνατόν, στις εκάστοτε διαμορφούμενες αγοραίες αξίες» ∙ ΟλΣτΕ 4446/2015, ΝΟΜΟΣ
403 ΟλΣτΕ 4003/2014, με παρατ. Καϊδατζή, Αρμ 2015/300∙ ΟλΣτΕ 4446/2015, ΝΟΜΟΣ ∙ Πρβλ. Έκθεση Διοικητή ΤτΕ για το έτος 2014, διαθέσιμη online στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος (http://www.bankofgreece.gr ), σ. 92-97, σημειώνει ότι «Στην αγορά των κατοικιών, η μείωση των τιμών και των συναλλαγών συνεχίστηκε και το 2014, αν και με πιο συγκρατημένους ρυθμούς. Ειδικότερα, τα στοιχεία που συλλέγονται από τα πιστωτικά ιδρύματα δείχνουν ότι οι τιμές των διαμερισμάτων υποχώρησαν το 2014 με μέσο ετήσιο ρυθμό 7,5%, έναντι 10,9% το 2013 και 11,7% το 2012. Σωρευτικά πάντως από το 2008 (μέσο επίπεδο) έως το τελευταίο τρίμηνο του 2014 οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν κατά 38,1% με βάση τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα (Αθήνα: -40,4%, Θεσσαλονίκη: -42,4%), ενώ ακόμη μεγαλύτερη μείωση δείχνουν τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα κτηματομεσιτικά γραφεία.»
404 ΜΠρΧαν 59/2014,ΝΟΜΟΣ, η οποία αναφέρει ορισμένες παραμέτρους για τον προσδιορισμό της πραγματικής αγοραίας αξίας του κατασχεθέντος ακινήτου. Έτσι, σημειώνει ότι ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να λαμβάνει υπόψη την « θέση του οικοπέδου, το εμβαδό, την ιδιότητα του ως αρτίου και οικοδομήσιμου, τα τυχόν κτίσματα που υπάρχουν μέσα σ` αυτό, την παλαιότητα του χρόνου κατασκευής, καθώς επίσης και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερσή τους».
98
η εμπορική αξία του ακινήτου ώστε η τιμή πρώτης προσφοράς να μην αποτρέπει την προσέλκυση όσο το δυνατόν περισσότερων πλειοδοτών, όπως συνέβαινε υπό την προϊσχύουσα ρύθμιση405.
Αξίζει, ακόμη, να επισημανθεί ότι, όπως είχε υποστηριχθεί ήδη από τις Προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ, η τιμή πρώτης προσφοράς πρέπει να αποτρέπει την εκποίηση της περιουσίας του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη έναντι «ευτελούς» τιμήματος406. Ωστόσο, ο ορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς δεν πρέπει ούτε και να αποκλείει την προσέλκυση όσο τον δυνατόν περισσότερων πλειοδοτών407. Υπό αυτά τα δεδομένα, προκύπτει ότι ο ορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς πρέπει να προκύπτει κατόπιν σταθμίσεως των συμφερόντων του οφειλέτη και του δανειστή. Ενόψει των ανωτέρων, έχει υποστηριχθεί408 ότι η τιμή πρώτης προσφοράς που ανέρχεται στο ήμισυ της εκτίμησης σε ένα υγιές περιβάλλον πλειστηριασμού είναι προτιμότερη, αφού δεν παραβλάπτει τα συμφέροντα του οφειλέτη, ούτε βεβαίως του δανειστή. Επειδή όμως κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης καταγράφηκε σημαντική μείωση των εμπορικών αξιών των ακινήτων, σκόπιμο κρίθηκε η τιμή πρώτης προσφοράς να ανέρχεται στα 2/3 της εμπορικής αξίας ώστε να αποτραπεί η εκποίηση των ακινήτων στις ιδιαίτερα χαμηλές εμπορικές αξίες που διαμορφώθηκαν κατά την οικονομική κρίση, αλλά ταυτοχρόνως να διασφαλίζει την προσέλκυση όσο κατά το δυνατόν περισσότερων υποψηφίων πλειοδοτών409. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί η καινοτόμα ρύθμιση του άρθρου
405Πρβλ. σχετική ανάλυση για το σύστημα των αντικειμενικών αξιών ως βάση καθορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς σε Γιαννόπουλο, Διόρθωση κατασχετήριας, σ.106-111
406 ΣχΠολΔ VIII, σ.159
407 ΣχΠολΔ VIII, σ.160, όπου ο κ. Μιχελάκης παρατηρεί ότι «πρέπει να μείνει εις το επίπεδον του 1/3, ν’ αφεθεί δε εις το δικαστήριον αν κρίνει τούτο ενδεδειγμένον να ορίσει μείζονα τιμήν. Εάν δεχθώμεν ανώτερον όριον θα φθάσουμε εις σοβαράν δυσχέρειαν εις ην περίπτωσιν δεν εμφανισθούν πλειοδόται»
408 Βλ. Διαμαντόπουλος, Η ανακοπή, σ. 418 σημ.310
409 Βλ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του ΣχΝΚΠολΔ 2014 ως προς το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ΕΠολΔ 2014.270, η οποία υποστηρίζει ότι «με τα νέα δεδομένα της πτώσης της αγοραίας τιμής των ακινήτων σε επίπεδα κάτω και από την αντικειμενική τους αξία σε πολλές περιπτώσεις, θα ήταν ουτοπικό να αναμένεται ενδιαφέρον πλειοδοτών με τέτοια τιμή πρώτης προσφοράς. Μετά τις τροποποιήσεις η τιμή πρώτης προσφοράς θα ανέρχεται στα 2/3 τουλάχιστον της εκτιμηθείσας (ίση με την αντικειμενική, όπου υπάρχει) αξίας». Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο υπολογισμός της εκτίμησης του ακινήτου με την αντικειμενική αξία αντικαταστάθηκε από με την εμπορική, η οποία όμως θα υπολογίζεται με βάση το προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί, και το οποίο θα διαμορφώσει ένα «αντικειμενικό» σύστημα εμπορικών αξιών που θα ανταποκρίνεται περισσότερων στις πραγματικές αξίες των ακινήτων σε σχέση με τις αντικειμενικές αξίες που καθορίζονται αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς.
99
995§6410 που προβλέπει την δυνατότητα επίσκεψης του κατασχεθέντος ακινήτου από υποψήφιους πλειοδότες με τη συνοδεία του δικαστικού επιμελητή. Η νέα ρύθμιση του 995§6 θα συμβάλλει ουσιαστικά στην αποτροπή της εκποίησης της περιουσίας του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη έναντι «ευτελούς» τιμήματος, καθώς οι ενδιαφερόμενοι υπερθεματιστές, προτού υποβάλλουν την προσφορά τους, θα έχουν την δυνατότητα να επισκεφθούν του ακίνητο και να έχουν άποψη σχετικά με την πραγματική κατάστασή του411. Υπό την έννοια αυτή, η νέα ρύθμιση θα συμβάλλει ουσιαστικά στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος των πλειοδοτών και την επίτευξη του μεγαλύτερου κατά το δυνατόν πλειστηριάσματος.
410 Το άρθρο 995§6 έχει ως εξής: «Μέσα στην ίδια προθεσμία του εδαφίου α’ της παραγράφου 4 ο δικαστικός επιμελητής καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγγραφο σημείωμα στο οποίο καθορίζονται ημέρες και ώρες επίσκεψης από υποψήφιους πλειοδότες του ακινήτου που κατασχέθηκε, το αργότερο επτά (7) ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η επίσκεψη πραγματοποιείται με τη συνοδεία του δικαστικού επιμελητή. Το σημείωμα συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση που συντάσσει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το περιεχόμενο του δημοσιεύεται μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 4 στην ανωτέρω ιστοσελίδα»
411 Βλ. Γιαννόπουλος, Διόρθωση κατασχετήριας, σ. 105-106, όπου σημειώνει ότι «κατά κανόνα το πλειστηρίασμα θα είναι ουσιωδώς χαμηλότερο από το τίμημα που θα επιτυγχανόταν σε περίπτωση ελεύθερης εκποίησης του καθώς οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνεις χώρα η πλειοδοσία είναι εξ ορισμού απρόσφορες για την επίτευξη της αγοραίας αξίας». Πλέον, όμως, ο υπερθεματιστής έχει την δυνατότητα να δει το ακίνητο και να γνωρίζει την πραγματική κατάστασή του πριν από την υποβολή της προσφοράς και ως εκ τούτου είναι πιθανό το πλειστηρίασμα ακόμη και να ξεπερνάει την εμπορική αξία του ακινήτου σε περίπτωση που προσελκύσει το ενδιαφέρον αρκετών πλειοδοτών. Άλλωστε, η τιμή πρώτης προσφοράς αποτελεί την κατ’ ελάχιστο τιμή του ακινήτου που τίθεται ώστε να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερους πλειοδότες.
100
§12. Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Η ιδιώνυμη ανακοπή του άρθρου 954§4 αποτελεί ειδικό ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία αποτελεί το νομικό το θεμέλιο της διαδικασίας του πλειστηριασμού που θα επακολουθήσει. Ο νομοθέτης επιδιώκει με το εν λόγω ένδικο βοήθημα την διόρθωση κάθε είδους ιάσιμης ατέλειας ή ελλείψεως της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την περιγραφή του κατασχεμένου, την εκτίμηση της αξίας του και τον ορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς αυτού. Με τον τρόπο αυτό, ο νομοθέτης αποσκοπεί αφενός να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για την απρόσκοπτη διενέργεια του πλειστηριασμού, τον περιορισμό των κινδύνων ακύρωσής του και κυρίως την επίτευξη του μεγαλύτερου κατά το δυνατόν πλειστηριάσματος, και αφετέρου να επιτύχει την επιτάχυνση και την οικονομία της εκτελεστικής διαδικασίας. Στην πράξη, όμως, η ανακοπή του άρθρου 954§4 χρησιμοποιούταν κατά κόρον ως μέσο παρελκύσεως της εκτελεστικής διαδικασίας.
Ωστόσο, υπό την νέα μορφή της ανακοπής του άρθρου 954§4, που έλαβε μετά την πρόσφατη τροποποίηση με τον ν.4335/2015, δεν καταλείπεται κανένα περιθώριο παρέλκυσης της εκτελεστικής διαδικασίας, αφού αποκλείεται ρητά η δυνατότητα ορισμού νέας ημέρας πλειστηριασμού σε περίπτωση ευδοκίμησης της ανακοπής. Με βάση τα ανωτέρω, η πρόσφατη νομοθετική επέμβαση στο πεδίο της αντιμετώπισης των ατελειών της κατασχετήριας έκθεσης πρέπει να θεωρηθεί ως επιτυχής, επειδή αφενός διασφαλίζει την κατά το μέτρο του δυνατού ακριβή περιγραφή και εκτίμηση του κατασχεθέντος πράγματος και αφετέρου αποκλείει κάθε ενδεχόμενη παρέλκυσης της εκτελεστικής διαδικασίας.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, μετά την πρόσφατη τροποποίηση των άρθρων 993§2 εδ. γ’ και 995§1 εδ. δ’, ο τρόπος εκτίμησης της αξίας του ακινήτου και καθορισμού της τιμής προσφοράς αυτού θα γίνεται με βάση την εμπορική και όχι την αντικειμενική αξία του. Η μεταβολή αυτή αποτέλεσε επιτακτική ανάγκη, καθώς οι αντικειμενικές αξίες κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης δεν αναπροσαρμόσθηκαν ώστε να ανταποκρίνονται με τις εμπορικές αξίες, που το ίδιο διάστημα είχαν μειωθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα να υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των αξιών αυτών και των αντικειμενικών αξιών, επί των οποίων υπολογίζεται η τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του ακινήτου. Με βάση τα ανωτέρω, εξηγείται απολύτως ο μεγάλος
101
αριθμός των ματαιώσεων των πλειστηριασμών λόγω έλλειψης πλειοδοτών, καθώς στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η αντικειμενική αξία του ακινήτου υπερβαίνει κατά πολύ της αγοραίας του αξίας. Υπό αυτά τα δεδομένα, πρέπει κατ’ αρχάς να επιδοκιμασθεί η υιοθέτηση ως βάσης προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου. Ωστόσο, η επιλογή του δικονομικού νομοθέτη θα αξιολογηθεί ουσιαστικά μετά την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, που θα καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας, το αρμόδιο όργανο και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
102
XI
ΠΙΝΑΚΑΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ*
Glasson/Tissier/Morel/Ράμμος, Σύστημα Πολιτική Δικονομίας, τ. 5ος, 1935
Απαλαγάκη Χ., Το δικαίωμα ακροάσεως των διαδίκων στην πολιτική δίκη: έννοια, περιεχόμενο, εκφάνσεις, δ.δ., 1989
Η ίδια, Δεδικασμένο και εκτελεστότητα στα νομικά πρόσωπα και στα μέλη τους, 2001
Η ίδια, (-συνεργάτης), Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας 2β, 2008
Η ίδια, Προϋποθέσεις παρεκτάσεως της κατά τόπο αρμοδιότητας στις δίκες περί την εκτέλεση, Δ 2002.1065
Η ίδια, Η εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων στις ιδιωτικού δικαίου διαφορές που δεν συνιστούν ασφαλιστικό μέτρο, Δ 2003.656
Αποστολόπουλος Ι., Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, 6η, 1966
Βαθρακοκοίλης Β., Κώδικας πολιτικής δικονομίας, Ερμηνευτική – νομολογιακή ανάλυση, τ. Δ’ (1996) και τ. Ε’ (1997)
Βερβεσός Ν., Ουσιώδη δικονομικά ζητήματα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, Δ 1972.533
Βέργος Μ., Δευτέρα διόρθωσις εκθέσεως εκτιμήσεως κατασχεθέντος και επαναληπτικού προγράμματος πλειστηριασμού, ΑρχΝ 1985.761
Γέροντας Απ./Ψάλτης Αθ., Ερμηνεία ΚΕΔΕ, εκδ.2η,2013
Γέσιου-Φαλτσή Π./Καϊσης Αθ./Νίκας Ν., Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικός Νόμος, 1996
Γέσιου-Φαλτσή Π., Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβασις , Η δικονομική Έννομη τάξη Ι, 1981
Η ίδια, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης τ. ΙΙ (1983)
* Ο βιβλιογραφικός πίνακας δεν περιλαμβάνει τις παρατηρήσεις, τα σχόλια και τις σημειώσεις κάτω από δικαστικές αποφάσεις. Στο κείμενο, η παραπομπή σε συγγράμματα γίνεται με σύντμηση του τίτλου.
XII
Η ίδια, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό μέρος τ. Ι (1998), Ειδικό μέρος τ. ΙΙ (2001)
Η ίδια, Οι θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της αναγκαστικής εκτελέσεως-Ειδικότερα: Η αρχή διαθέσεως, Δ 1987.641επ.
η ίδια, Ζητήματα του πλειστηριασμού που διεξάγεται με ταυτόχρονη τμηματική πλειστηρίαση κατά το άρθρο 1000 εδ. δ’ και ε’ ΚΠολΔ (Γνμδ), Αρμ 1991.1161επ.
Η ίδια, Ζητήματα από τη διαδικασία δικαστική διανομή κοινού κληρονομιαίου ακινήτου (Γνμδ), ΕλλΔνη 1992.275επ.
Η ίδια, Ανεφάρμοστο του λόγου ανακοπής για την παρακώλυση του ελεύθερου ανταγωνισμού στον πλειστηριασμό για τη δικαστική διανομή ακινήτου-Προυποθέσεις προσβολής της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως για πλαστότητα (Γνμδ), ΕλλΔνη 2011.36
Γιαννόπουλος Π., Η ενέργεια της παρέμβασης κατά τον ΚΠολΔ,2010
Ο ίδιος, Διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης και της τιμής πρώτης προσφοράς στον πλειστηριασμό, 2013
Γιαννούλης Κ., Σκέψεις γύρω από την τροποποίηση του ν.2298/1995 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Δ 1995.882επ.
Δαμουλάκης Β., Η άμυνα εναντίον της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, Δ 2001.1193επ.
Δεληκωστόπουλος Σ./Σινανιώτης Λ., Αναστολή της δεσμευτικότητας που έχει η διαπλαστική απόφαση, με την οποία ακυρώνεται ο πλειστηριασμός (Γνμδ), Δ 1978.454επ.
Δημητρίου Δ., Η ανακοπή του άρθρου 954IV, η αίτηση του άρθρου 961I και η δυνατότητα (ή μη) αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως, Αρμ 1995.257επ.
Διαμαντόπουλος Γ., Η ανακοπή κατά αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου κατά τον ΚΠολΔ, 2009
Ο ίδιος, Ζητήματα τόπου και χρόνου διεξαγωγής αναγκαστικού πλειστηριασμού, ΝοΒ 2011.15επ.
XIII
Ευθυμίου, Η δυνατότητα δικαστικής αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει λόγω άσκησης της ανακοπής του άρθρου 954§4 (με αφορμή τη ΜΠρΡοδ 80/2014), ΕΠολΔ 2014.298επ.
Καλαβρός Κ., Το ανίσχυρο των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, 2010
Ο ίδιος, Μεταβολή του αιτήματος στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων-αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων- επέκταση του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου- αοριστία της ιστορικής βάσης της αίτησης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, Δ 1985.865επ.
Ο ίδιος, Η παράλειψη παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, Δ 2003.659επ.
Καργάδος Π., Το πρόβλημα των «διαπλαστικών» αγωγών και αποφάσεων, 1975
Κεραμεύς Κ., Αστικό Δικονομικό Δίκαιο - Γενικό μέρος, 1986
Ο ίδιος, Επιτρεπτό εφέσεως εναντίον αποφάσεων περί καθορισμού της πρώτης προσφοράς επί ειδικής εκκαθαρίσεως ανώνυμης εταιρίας (ν.δ.3562/1956 άρθρ.20 ν.1386/1983 άρθ.9) (Γνμδ), ΕΕμπΔ 1988.713επ.
Κεραμεύς Κ./Κονδύλης Δ./Νίκας Ν. (-συνεργάτης), Ερμηνεία ΚΠολΔ τ. Ι και ΙΙ, 2000
Κεραμεύς Κ./Κουσούλης Σ., άσκηση ενδίκων μέσων κατά παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας αποφάσεως στα ασφαλιστικά μέτρα (Γνμδ), ΝοΒ 1997.416επ.
Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη Ευδ., Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του ΣχΝΚΠολΔ 2014 ως προς το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ΕΠολΔ 2014/270
Κιτσικόπουλος Αντ., Πολιτική Δικονομία, τ. Η΄(1959) και τ. Θ’ (1962)
Κολλιόπουλος Ι., ο νέος νόμος 3714/2008 «Προστασία δανειοληπτών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 231/7.11.2008). Ερμηνευτική προσέγγιση και προβληματισμοί, ΕΠολΔ 2008.911επ.
Κολοτούρος Π., Η υπαγωγή της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής στο σύστημα της προσωρινής δικαστικής προστασίας, ΕΠολΔ 2014.251επ.
XIV
Κονδύλης Δ., Το δεδικασμένο κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκδ.2η ,2007
Κουσούλης Σ., Η παρέμβαση του δανειστή στην εκτελεστική δίκη, 1990
Ο ίδιος, «ενδιάμεσο ουσιαστικό δίκαιο» και ασφαλιστικά μέτρα, ΝοΒ 2002.1221επ.
Κοτσίρης Λ., Πτωχευτικό Δίκαιο, εκδ.8η,2011
Κράνης, Λειτουργικές δομές των ασφαλιστικών μέτρων, Δ 2003.685
Ο ίδιος, Ασφαλιστικά Μέτρα κατά το Σχέδιο ΚΠολΔ, ΕΠολΔ 2014.241
Μάζης Π., Αδυναμίες του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης, Δ 1993.877επ.
Ο ίδιος, Αναγκαστική εκτέλεση με το ν.δ. 17.7/13.8.1923 σε ενυπόθηκο ακίνητο και στα παραρτήματα του(Γνμδ), Αρμ 1996.129επ.
Ο ίδιος., Η κατάργηση του προγράμματος, η αναμόρφωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και του αναπλειστηριασμού και άλλες ουσιώδεις τροποποιήσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης με το ν. 2298/1995, Δ 1996.955
Ο ίδιος, Αναγκαστική εκτέλεση ενυπόθηκου ακινήτου με άρθρα 48επ. ν.δ. από 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών»- Η εκτέλεση επισπεύδεται χωρίς τίτλο εκτελεστό άρθρου 904§2 ΚΠολΔ- Με βάση ποιους εκτελεστούς τίτλους διενεργείται- Νομική φύση πλειστηριασμού ενεχυριασμένων κινητών- Άποψη ότι πρόκειται για αναγκαστικό και όχι για εκούσιο πλειστηριασμό- Η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου με εγγραφή επιταγής στο βιβλίο κατασχέσεων σύμφωνα με το άρθρο 57 ν. του 1923 ισχύει για όλο το οφειλόμενο ποσό και όχι έως το ποσό εγγραφής της υποθήκης (Γνμδ), ΕλλΔνη 2000.1558επ.
Ο ίδιος, Παρέμβαση αναφορικά με τις διατάξεις του Σχεδίου για την αναγκαστική εκτέλεση, ΕΠολΔ 2014.278επ.
Μακρίδου Κ., Πρόσθετοι λόγοι Εφέσεως κατά τον ΚΠολΔ, 2000
Η ίδια, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, εκδ.4η, 2006
Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τ. ΙΙ ,2012
Μητσόπουλος Γ., Εν απορρίψει αιτήσεως ασφαλιστικού μέτρου είναι παραδεκτή η υποβολή νέας αιτήσεως εάν επήλθε «μεταβολή πραγμάτων». «Μεταβολή πραγμάτων»
XV
δικαιολογούσαν την υποβολήν νέας αιτήσεως συνιστά η έκδοσις αποφάσεως αλλοδαπού δικαστηρίου περί της κυρίας απαιτήσεως, δι’ ην το αιτούμενον μέτρον ,Μελέται γενικής θεωρίας δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου, σ.722επ.
Ο ίδιος Η φύσις του «σημειώματος» περί αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως κατ’ άρθρο 938§1, Αρμ 1989.429επ.
Μπέης Κ., Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις, 1968
Ο ίδιος, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τ. ΙΙ, 1969
Ο ίδιος., Πολιτική Δικονομία- Γενικές αρχές και ερμηνεία των άρθρων, τ. 4ος (1974), τ. 22ος (2004) και τ.23ος (2005)
Ο ίδιος Τα υποκειμενικά όρια της προσωρινής ισχύος απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (Γνμδ), Δ 1986.637επ
Ο ίδιος, Ανακοπή προς διόρθωση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία επισπεύδεται αναγκαστικός πλειστηριασμός πλοίου, επιβαρυμένου με υποθήκη σε συνάλλαγμα (Γνμδ), Δ 1996.672επ.
Μπρίνιας Ι., Αναγκαστική Εκτέλεσις, εκδ. 1η τ. ΙΙ (1971) και εκδ. 2η τ. Ι (1978), τ. ΙΙ (1985) και τ. V (1985)
Νίκας Ν., Η ένσταση εκκρεμοδικίας στην πολιτική δίκη,1991
Ο ίδιος, Πολιτική Δικονομία, τ. Ι (2003) και τ. ΙΙ (2005)
Ο ίδιος, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό μέρος τ. Ι (2010) και Ειδικό μέρος τ. ΙΙ (2012)
Ο ίδιος, Η τύχη της αιτήσεως ανακλήσεως απορριπτικής αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που εισάγεται στο πολυμελές πρωτοδικείο ως δικαστήριο της κύριας δίκης (Γνμδ), ΕλλΔνη 2005.682,683
Νίκας Ν./Μακρίδου Κ., Προσωρινό δεδικασμένο αποφάσεως η οποία απέρριψε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Έννοια μεταβολής πραγμάτων αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να συζητείται αυτοτελώς ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της κύριας υποθέσεως, αλλά μόνο μαζί με την εκκρεμούσα σ’ αυτό κύρια υπόθεση (Γνμδ), Αρμ 2013.207
XVI
Νικολόπουλος Γ., Οι τροποποιήσεις του Δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως με το ν.2298/1995
Ο ίδιος, Αναγκαστική Εκτέλεση, εκδ.2η , 2012
Ο ίδιος, Αλληλεπίδραση ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων στην αναγκαστική εκτέλεση, Τιμητικός Τόμος Κωνσταντίου Δ. Κεραμέως, 2010, σ. 1037
Οικονομίδης Β./Λιβαδάς Μ./Γιδίπουλος Γ., Εγχειρίδιον της Πολιτικής Δικονομίας, 7η ,1926
Ορφανίδης, Ζητήματα προθεσμιών κατά τον ΚΠολΔ, ΕλλΔνη 2002.325επ.
Ο ίδιος, Η προσωρινή διαταγή κατ’ άρθρο 691§2 ΚΠολΔ, ΕΠολΔ 2011.155επ
Παϊσίδου Ν., Διόρθωση και ερμηνεία των δικαστικών αποφάσεων κατά τον ΚΠολΔ,2010
Παπαστερίου Δ., Εμπράγματο Δίκαιο, Δουλείες-Εμπράγματη ασφάλεια, τ. ΙΙΙ (2008)
Περάκης Ε., Πτωχευτικό δίκαιο,2010
Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή,2006
Η ίδια, Η αναγγελία δανειστή στην αναγκαστική κατά τον ΚΠολΔ,2001
Η ίδια, Ζητήματα ταυτόχρονης πλειστηρίασης ακινήτων που κατασχέθηκαν με την ίδια κατασχετήρια έκθεση (ΚΠολΔ 1001§2), Αρμ 2007.1667επ.=Τιμητικός Τόμος Κωνσταντίου Δ. Κεραμέως, 2010, σ. 1195
Ποδηματά Ευ., Ζητήματα εφαρμογής των άρθρων 933 και 936 ΚΠολΔ, 1991
Ράμμος Γ., Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, τ. Ι (1978) και τ. ΙΙΙ (1982)
Ο ίδιος, Η ύπαρξις και το κύρος της κατασχέσως ως προϋπόθεσις κανονικής διεξαγωγής του αναγκαστικού πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, Αναμνηστικός τόμος Καθηγητού Εμμ. Μιχελάκη,1973
Ράμμος Γ./Κλαμαρής Ν., Εγχειρίδιο Αστικού Δικονομικού Δικαίου ΙΙΙ, εκδ.2η,2010
Σοφιαλίδης Απ., Δικονομική ακυρότητα,1991
Σταματόπουλος Β., Αναγκαστική εκτέλεση στον ΚΠολΔ και τον ΚΙΝΔ: Κοινά σημεία και διαφοροποιήσεις, ΕπιστΕπιτΑρμ 2008.167επ.
XVII
Ο ίδιος, Η άσκηση της εμπράγματης υποθηκικής αγωγής από ανώνυμη εταιρία του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923 Lex specialis και Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Αρμ.2012.898
Σταματόπουλος Στ., Ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (γμνδ), ΕΠολΔ 2014.479
Τζίφρας Π., Ασφαλιστικά Μέτρα, εκδ. 4η, 1985
Τομαράς Δ., Η αναγκαστική Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων κατά τον ΚΕΔΕ, 2011 Τριανταφυλλίδης Χ., Εισηγήσεις Εμπορικού Δικαίου,2009
Τσαντίνης Σπ., Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας-Γενικός Μέρος, ΕΠολΔ 2014.178επ.
Χαμηλοθώρης Ι., Ασφαλιστικά Μέτρα, 2010
Χρυσανθάκης Χ., Η ανακοπή του ΚΕΔΕ υπό τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, Δ 2000.1071επ.
Ψυχομάνης Σπ., Πτωχευτικό δίκαιο, εκδ.4η ,2011
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: