ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ 1045 ΑΚ - ΠΡΟΣΜΕΤΡΗΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ Η ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ 1051 ΑΚ, ΑΝΑΙΡΕΣΗ - ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΛΑΙΤΖΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1834/2014



 
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απόφαση 1834 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1834/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

.......ο αναιρεσίβλητος παραστάθηκε και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλαϊτζή, 
και το περιεχόμενο των ισχυρισμών του έγινε δεκτό απο τον Αρειο Πάγο..

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού (άρθρο 974 ΑΚ). Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος. Επί διεκδικητικής δε ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία έγινε δεκτό, ότι ο διάδικος έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου επί είκοσι τουλάχιστον έτη, στερείται νόμιμης βάσεως, εάν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις αυτού επί του επίδικου ακινήτου, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, όπως θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου κ.α., με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 795, 798, 800, 1033 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η εξώδικη διανομή, που αποσκοπεί στη λύση της συγκυριότητας με την αμοιβαία μεταβίβαση της ιδανικής μερίδας καθενός κοινωνού στον άλλον, περιέχει διάθεση του πράγματος, και ειδικότερα απαλλοτρίωση αυτού έναντι ανταλλάγματος, είναι ισοδύναμη με ανταλλακτική σύμβαση (πώληση, ανταλλαγή κλπ.) και υπόκειται στην ίδια με εκείνη ρύθμιση
.............
όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), αφού ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του νέμονταν το επίδικο, ασκώντας όλες τις προαναφερθείσες πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου (καλλιέργεια, εποπτεία, περίφραξη, άδεια κατασκευής πρόχειρου παραπήγματος στον αδελφό του), συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και δη από το 1952 μέχρι το 2003 που οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν για πρώτη φορά την κυριότητά του

Η απόφαση βρίσκεται εδώ!! και παρακάτω:::::
 
8888888888888888888888888888888888888888888888888

Απόφαση 1834 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1834/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Β., 2) Ν. Κ. του Β. και 3) Θ. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαμψών.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλαϊτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/4/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 30/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού (άρθρο 974 ΑΚ). Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος. Επί διεκδικητικής δε ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία έγινε δεκτό, ότι ο διάδικος έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου επί είκοσι τουλάχιστον έτη, στερείται νόμιμης βάσεως, εάν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις αυτού επί του επίδικου ακινήτου, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, όπως θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου κ.α., με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 795, 798, 800, 1033 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η εξώδικη διανομή, που αποσκοπεί στη λύση της συγκυριότητας με την αμοιβαία μεταβίβαση της ιδανικής μερίδας καθενός κοινωνού στον άλλον, περιέχει διάθεση του πράγματος, και ειδικότερα απαλλοτρίωση αυτού έναντι ανταλλάγματος, είναι ισοδύναμη με ανταλλακτική σύμβαση (πώληση, ανταλλαγή κλπ.) και υπόκειται στην ίδια με εκείνη ρύθμιση.
Συνεπώς, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και εφόσον αντικείμενο της διανομής είναι κοινό ακίνητο, η περί αυτής συμφωνία υποβάλλεται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και σε μεταγραφή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη από 11-4-2007 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων Χ., Ν. και Θ. Κ. κατά του αναιρεσιβλήτου Κ. Τ. δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του οικισμού "…" της πόλης των Γρεβενών, βρίσκεται ένα οικόπεδο, εμβαδού 448 τμ., το οποίο συνορεύει ανατολικά σε πλευρά μήκους 38,60 μ. με ιδιωτική οδό πλάτους 4 μ., πέραν της οποίας υπήρχε το δημοτικό νεκροταφείο, νότια σε πλευρά 12,50 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Κ., δυτικά σε πλευρά μήκους 37 μ. με οικόπεδο ιδιοκτησίας Χ. συζ. Π. Ρ. και βόρεια σε πλευρά 12,55 μέτρων με την οδό …, όπου και η πρόσοψή του. Το οικόπεδο τούτο, το οποίο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Γρεβενών, με αριθμό ΚΑΕΚ … και με εμβαδό 480 τμ., αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο ανήκε αρχικώς στη συγκυριότητα των Β. συζ. Δ. Τ., κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και Ν. Χ. Π., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Περιήλθε δε σε αυτούς από αγορά, από τους Δ. Α. Ν., Γ. Χ. Ν., Θ. Χ. Ν., Χ. Α. Ν. και Μ. θυγ. Α. Ν., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1952 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γρεβενών Αθανασίου Στέργου, που μεταγράφηκε νομίμως. Κατά τον τίτλο κτήσεως, το εν λόγω ακίνητο είχε εμβαδόν 2 1/2 στρέμματα. Στις 15-2-1960 απεβίωσε χωρίς να συντάξει διαθήκη η Β. συζ. Δ. Τ. και άφησε ως πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, επί των 28/42 εξ αδιαιρέτου ποσοστών της επί τους ως άνω ακινήτου, το σύζυγό της, Δ. Β. Τ., κατά ποσοστό 7/42 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα της 1)Α. Δ. Τ., 2)Λ. Δ. Τ. (ενάγοντα), 3)Β. Δ. Τ., 4)Κ. Δ. Τ., 5)Γ. Δ. Τ., 6)Μ. συζ. Ι. Π., το γένος Δ. Τ. και 7)Ε. συζ. Γ. Σ., το γένος Δ. Τ., κατά ποσοστό 3/42 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Οι προαναφερόμενοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία με την υπ' αριθμ. .../1969 δήλωσή τους, ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Βασιλείου Αδάμου, που μεταγράφηκε νομίμως. Στις 15-3-1965 απεβίωσε ο Ν. Χ. Π., χωρίς να συντάξει διαθήκη και άφησε ως πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του επί των 16/48 εξ αδιαιρέτου ποσοστών του επί του άνω ακινήτου, τη σύζυγό του Μ. Χηρ. Ν. Π., κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του 1)Θ. συζ. Γ. Τ., το γένος Ν. Π., 2)Σ. Ν. Π., 3)Π. συζ. Μ. Σ., το γένος Ν. Π. και 4)Χ. συζ. Π. Ρ., το γένος Ν. Π., κατά ποσοστό 3/48 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, με την υπ' αριθμ. .../1968 δήλωση αποδοχής, ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. .../1969 συμβόλαιο, του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, οι 1)Δ. Β. Τ. και 2)Κ. Δ. Τ., δώρισαν τα 10/42 εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους (7/41 ο πρώτος και 3/42 ο δεύτερος) επί του παραπάνω ακινήτου προς τους α)Α. Δ. Τ., β)ΚΛ. Δ. Τ., γ)Β. Δ. Τ., δ)Μ. συζ. Ι. Π., το γένος Δ. Τ., ε)Γ. Δ. Τ. και στ)Ε. συζ. Γ. Σ., το γένος Δ. Τ.. Κατόπιν, οι 1)Α. Δ. Τ., 2)Γ. Δ. Τ., 3)Ε. συζ. Γ. Σ., το γένος Δ. Τ. και 4)Β. Δ. Τ., με το υπ' αριθμ. .../1970 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, πώλησαν στον Α. Ν. Κ. 398 τμ. από την μερίδα τους στο εν λόγω οικόπεδο. Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. .../1968 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, οι 1)Μ. Χηρ. Ν. Π. και 2)Θ. συζ. Γ. Τ., το γένος Ν. Π., συνέστησαν προς τον Π. Θ. Ρ. την προίκα της Χ. Ν. Π. και λόγω προίκας μεταβίβασαν σε αυτόν, η μεν πρώτη το ήμισυ επί της ως άνω οικοπέδου μερίδα της, ήτοι τα 2/48 εξ αδιαιρέτου ποσοστά, η δε δεύτερη ολόκληρη τη μερίδα της των 3/48 εξ αδιαιρέτου ποσοστών. Τέλος, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, οι 1)Μ. Χηρ. Ν. Π. και 2)Σ. Ν. Π., δώρισαν προς την Π. συζ. Μ. Σ., το γένος Ν. Π. η μεν πρώτη το υπόλοιπο ήμισυ της ως άνω εξ αδιαιρέτου μερίδα τους των 3/48 εξ αδιαιρέτου ποσοστών. Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω, κατέστησαν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου οι 1)Α. Δ. Τ., 2)Γ. Δ. Τ., 3)Β. Δ. Τ., 4)Ε. συζ. Γ. Σ., το γένος Δ. Τ., 5)Κ. Δ. Τ., 6)Μ. συζ. Ι. Π., το γένος Δ. Τ., 7)Α. Ν. Κ., 8)Π. συζ. Μ. Σ., το γένος Ν. Π., 9)Χ. συζ. Π. Ρ., το γένος Ν. Π.. Η τελευταία είχε και την ψιλή κυριότητα (κατά ποσοστό 4/48), ενώ επικαρπωτής κατά το αυτό ποσοστό ήταν ο σύζυγός της Π. Ρ.. Το κοινό τούτο οικόπεδό τους διένειμαν οι προαναφερόμενοι εκουσίως και εξωδίκως, με το υπ' αριθμ. .../1973 συμβόλαιο του παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως. Ειδικότερα, αφού το κατάτμησαν σε οκτώ (8) αυτοτελή και ανεξάρτητα οικόπεδα και εξίσωσαν τις μερίδες με την καταβολή χρημάτων, διένειμαν με την προαναφερόμενη πράξη τα αυτοτελή τεμάχια που προέκυψαν και ο καθένας έλαβε από ένα, ο δε ενάγων το επίδικο, που περιγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Προσέτι αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενοι συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου νέμονταν τούτο ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, από το έτος 1952, χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους. Ειδικότερα, το επόπτευαν και το καλλιεργούσαν με τριφύλλι και άλλοτε σιτάρι, χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους. Μετά δε την ως άνω εξώδικη διανομή και την περιέλευση του επίδικου τμήματος στον ενάγοντα, ο τελευταίος συνέχισε να νέμεται τούτο αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, που αρμόζουν στον κύριο και στη φύση και τον προορισμό του, χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους. Ειδικότερα, επόπτευε τούτο, το περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα (βλ. και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες) και φύτευσε εντός αυτού οπωροφόρα δένδρα (δαμασκηνιές, μηλιές). Εκτός τούτων, επέτρεψε στον αδελφό του, Κ. Τ., να κατασκευάσει εντός αυτού πρόχειρο παράπηγμα για τις κότες του αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι, είτε οι εναγόμενοι είτε οι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου και ότι τούτο περιήλθε σε αυτούς από κληρονομία του πατέρα τους, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. …/29003 δήλωση αποδοχής, της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παπαθανασίου, που μεταγράφηκε νομίμως. Το ακίνητο των εναγομένων, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή, ουδεμία σχέση έχει με το επίδικο, με το οποίο συνορεύει προς τη νότια πλευρά του (επιδίκου). Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου, με τρόπο παράγωγο. Σε κάθε δε περίπτωση, απέκτησε την κυριότητα τούτου και με τρόπο πρωτότυπο και, συγκεκριμένα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το είχε στη νομή του συνεχώς για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι (20) ετών (άρθρα 974 και 1045 ΑΚ), αφού από το 1973 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής νέμεται τούτο, οι δε δικαιοπάρχοί του από το 1952 το αρχικό μεγαλύτερο ακίνητο. Επίσης, αποδείχθηκε ότι στις 12-9-2003, οι εναγόμενοι, για πρώτη φορά αμφισβήτησαν την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου, όταν υπέβαλαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Γρεβενών τις υπ' αριθμ. 16680, 16681 και 16682/12-9-2003 δηλώσεις τους, στις οποίες περιέλαβαν τούτο, ισχυριζόμενοι ότι ανήκει στη συγκυριότητά τους, στον πρώτο κατά ποσοστό 33,34% εξ αδιαιρέτου και στους δεύτερο και τρίτη κατά ποσοστό 33,33% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, και ότι περιήλθε σε αυτούς με την παραπάνω δήλωση αποδοχής. Μετά δε τις ως άνω δηλώσεις τους, το επίδικο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία και έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ….
Τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, Π. Θ. Ρ., ο οποίος ως ιδιοκτήτης όμορου ακινήτου, που προέκυψε σύμφωνα με την προαναφερόμενη κατάτμηση του μεγαλύτερου ακινήτου, έχει ίδια αντίληψη των γεγονότων. Ο μάρτυρας αυτός, με τη σαφή και πλήρως αναλυτική κατάθεσή του, επιβεβαιώνει πλήρως τους ισχυρισμούς του ενάγοντος. Η κατάθεση δε αυτού δεν αναιρείται από τη γενική και αόριστη ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγομένων Α. Ε. Ρ., του οποίου η ηλικία, ο τόπος γέννησης, η σχέση τους με την επίδικη περιοχή ως στοιχεία της γνώσης του, δεν αναφέρονται σε αυτήν, όπως δεν αναφέρεται και η όποια πηγή της γνώσης του, με συνέπεια τούτη να κρίνεται μη πειστική. Η ως άνω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται και από τα παρακάτω: α) Στο απόσπασμα του κτηματολογικού πίνακα του αγροκτήματος Γρεβενών, έτους 1936, έχουν καταγραφεί μεταξύ των ιδιοκτητών του υπ' αριθμ. 400 αγρού, συνολικού εμβαδού 53.895 τμ. και οι κληρονόμοι του Χ. Ν., ήτοι οι πωλητές του μεγαλύτερου ακινήτου, από την κατάτμηση του οποίου προσήλθε το επίδικο. Στη συνέχεια, η πρώτη τοπογραφική αποτύπωση και λεπτομερής καταγραφή του ως άνω αγρού (από τον οποίο προήλθε το ακίνητο), ως ιδιοκτησία των κληρονόμων Δ. Τ. (προφανώς της συζύγου του Β. Τ.) και Ν. Π., με εμβαδόν 3.813 τ.μ. και αριθμό τεμαχίου …., έγινε το έτος 1966, από την αρμόδια κρατική υπηρεσία (βλ. την υπ' αριθμ. Πρωτ. 591/2008 βεβαίωση του Τμήματος τοπογραφίας της Ν.Α. Γρεβενών, το υπ' αριθμ. Πρωτ. 591/2008 απόσπασμα του χάρτη του αγροκτήματος Γρεβενών με το σχετικό υπόμνημα, καθώς και το απόσπασμα του κτηματολογικού πίνακα). Από τα εν λόγω έγγραφα, εκτός από την έκταση του ως άνω ακινήτου προκύπτουν και τα όρια τούτου, κατά το έτος 1966, ήτοι προς βορρά με δρόμο με αριθμό τεμαχίου … , προς νότο με ιδιοκτησίες του Γεωργικού Συνεταιρισμού με αριθμό τεμαχίου … , των κληρονόμων Κ. (εναγομένων με αριθμό τεμαχίου … , του Ν. Ν. με αριθμό τεμαχίου … , του Α. Μ. με αριθμό τεμαχίου … , προς δυσμάς με ιδιοκτησία Ε. Ζ. με αριθμό τεμαχίου … και προς ανατολάς το νεκροταφείο Γρεβενών με αριθμό τεμαχίου …. β) Στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Η. Κ., που συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, το Μάρτιο του 1969, μετά από εντολή των συγκυρίων του ως άνω μεγαλύτερου ακινήτου, ενόψει της κατάτμησης και διανομής του, τούτο βρέθηκε να έχει εμβαδόν 3.420 τμ., εντός των συγκεκριμένων ορίων του. Επίσης, το εν λόγω διάγραμμα αποτέλεσε τη βάση για τη διανομή του ακινήτου που ακολούθησε και σ' αυτό αποτυπώνονται και τα οκτώ (8) τεμάχια που προέκυψαν από τη διανομή, μεταξύ αυτών και το επίδικο με αριθμό 1, εμβαδόν 448 τμ., το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του όλου ακινήτου, προς το νεκροταφείο. γ)Η ίδια κατάσταση, όπως προηγουμένως, με το όλο το οικόπεδο και τα τμήματα, στα οποία άτυπα αρχικά είχε συμφωνηθεί η κατάτμησή του, αποτυπώνεται και στην υπ' αριθμ. 135/19-8-1970 άδεια οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομίας Γρεβενών, που αφορά την ανοικοδόμηση του δυτικά του επιδίκου κειμένου οικοπέδου ιδιοκτησίας Χ. Ρ., ως και το συνημμένο σ' αυτήν από έτους 1970 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Α. Μ.. Το επίδικο αποτυπώνεται λεπτομερώς και ως ιδιοκτησία Α/φων Τ.. Ομοίως, όλα τα ανωτέρω αποτυπώνονται και στα σχετικά έγγραφα και σχέδια της πράξης εφαρμογής της επέκτασης του σχεδίου πόλης των Γρεβενών, όπως προκύπτει τούτο από το υπ' αριθμ. πρωτ. 11451/2008 έγγραφο του Δήμου Γρεβενών, το σχετικό πίνακα και το απόσπασμα του σχετικού διαγράμματος της πράξης. Το επίδικο ακίνητο αποτυπώνεται με αριθμ. …, ως ιδιοκτησία του ενάγοντος, με εμβαδόν 489,67 τμ. δ)Σε όλες τις παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις και τις τοπογραφικές αποτυπώσεις, από της αγοράς του όλου οικοπέδου, προς ανατολάς το όριο του ακινήτου (είτε στην αρχική του μορφή είτε ως αυτοτελές τμήμα) είναι ο δρόμος και το νεκροταφείο Γρεβενών, χωρίς να παρεμβάλλεται οποιαδήποτε άλλη ιδιοκτησία, που δεν περισσότερο των εναγομένων. Και ε)οι εναγόμενοι με την υπ' αριθμ. …/25-10-1999 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Αδάμου και μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατέρα τους, χωρίς να περιλάβουν σε αυτή το επίδικο, ενώ περιέλαβαν τον αγρό, εμβαδού 13 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην ένδικη περιοχή ("…"). Στη συνέχεια, συνέταξαν νέα, την υπ' αριθμ. …/22-8-2003, ενώπιον της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογία Παπαϊωάννου, στην οποία συμπεριέλαβαν, για πρώτη φορά μεταξύ άλλων και το επίδικο, όταν άρχισε και βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία εγγραφών στο κτηματολόγιο. Τέλος, όταν με την υπ' αριθμ. …/1997 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Αδάμου, αποδέχθηκαν την κληρονομία της μητέρας τους, η οποία κατά τα ιστορούμενα και στην έφεσή τους ήταν συγκυρία του επιδίκου, δεν έκαναν αναφορά στο επίδικο. Εκεί γίνεται λόγος για τον αγρό των 13 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην ένδικη περιοχή. Η ως άνω κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται: α)από το γεγονός ότι στον αρχικό τίτλο κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος (υπ' αριθμ. …/1952) το όλο ακίνητο φέρεται να έχει εμβαδόν 2 1/2 στρέμματα, ενώ στην πρώτη τοπογραφική αποτύπωση και λεπτομερή καταγραφή του, που έγινε από την αρμόδια κρατική υπηρεσία, φέρεται να έχει εμβαδόν 3.813 τμ. Η οποία απόκλιση ενδεχομένως να οφείλετο και στη διάκριση μεταξύ παλαιού και νέου στρέμματος (ένα παλαιό στρέμμα ισούται προς 1.270 τμ.). Το σίγουρο είναι ότι την ακριβή έκτασή του αποτύπωσε η επίσημη καταγραφή, ενώ τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιoπάροχοί του νέμονταν τη συγκεκριμένη έκταση, όπως προέκυψε από την επίσημα καταγραφή, συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας επ' αυτής όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, από μεν το έτος 1952 οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος το όλο ακίνητο και από το 1973 ο τελευταίος το επίδικο, χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους. β)Ούτε από το ότι ο ενάγων δεν δήλωσε τα δικαιώματά του στο κτηματολόγιο, με αποτέλεσμα το επίδικο, στις δύο αναρτήσεις (Α' και Β') να φαίνεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη και γ)ούτε, τέλος, από το από μηνός Μαΐου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του Π. Γ. Σ., αρχιτέκτονα μηχανικού, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, στο οποίο αποτυπώνεται το επίδικο ως ιδιοκτησία Ν. Κ., καθόσον το περιεχόμενο τούτου αναιρείται από όλες τις ως άνω παραδοχές. Με τις παραπάνω ενέργειές τους, οι εναγόμενοι αμφισβητούν τη κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου και συνεπώς ο τελευταίος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του αυτό".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του αναιρεσιβλήτου είναι βάσιμη και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του επικαλουμένου (με την ένδικη αγωγή) δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο ακίνητο τόσο με παράγωγο τρόπο, με βάση το .../1973 συμβόλαιο εκούσιας (εξώδικης) διανομής του συμβολαιογράφου Γρεβενών Βασιλείου Αδάμου, που μεταγράφηκε νόμιμα, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), αφού ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του νέμονταν το επίδικο, ασκώντας όλες τις προαναφερθείσες πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου (καλλιέργεια, εποπτεία, περίφραξη, άδεια κατασκευής πρόχειρου παραπήγματος στον αδελφό του), συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και δη από το 1952 μέχρι το 2003 που οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν για πρώτη φορά την κυριότητά του. Δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "ο ακριβής χρόνος των διακατοχικών πράξεων", αφού η σαφής παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν από το 1952 μέχρι το 2033 τη νομή του επίδικου ακινήτου, συνεχώς και αδιαλείπτως, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, οι πρώτος και έκτος, κατά το τέταρτο μέρος, λόγοι της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1054 και 1055 ΑΚ, διότι δεν δέχθηκε ότι: α)τμήμα του επίδικου ακινήτου παραχωρήθηκε από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, το έτος 1918, προς την Μητρόπολη Γρεβενών για την επέκταση του κοιμητηρίου, και ότι έτσι αυτό κατέστη ανεπίδεκτο χρησικτησίας, β)το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους, κατά το θάνατο του οποίου το έτος 1946 αυτοί (αναιρεσείοντες) ήταν ανήλικοι και τελούσαν υπό τη γονική μέριμνα της μητέρας τους και ότι από τότε μέχρι το έτος 2003 που προέβησαν στη δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του (πατέρα τους), το πιο πάνω ακίνητο εξαιρούνταν της χρησικτησίας από άλλον, καθώς και ο έκτος (κατά σειρά επίκλησης), κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι: α)"αγνόησε το γεγονός ότι η μητέρα των αναιρεσειόντων ήταν ασφαλισμένη στον ΟΓΑ έως το θάνατό της το 1995, ασκώντας έτσι λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της όλες τις απαραίτητες πράξεις νομής και β)δεν έλαβε υπόψη το πλήθος των αντιφάσεων του αναιρεσιβλήτου, καθώς και ότι το επίδικο σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα εμφανίζεται ότι είναι αγνώστου ιδιοκτήτη και σε άλλα ως ιδιοκτησία αδελφών Τ. και όχι μόνο του αντιδίκου" είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν τις ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου πραγματικές παραδοχές του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, επί πλέον δε στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο άνηκε στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα των αναιρεσειόντων, ενώ το Εφετείο δέχθηκε το αντίθετο, ότι δηλαδή το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τον αναιρεσίβλητο τίτλους κυριότητας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί κα μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο κατ' εκτίμηση την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ που αναφέρεται στο αναιρετήριο, ως προς τον πέμπτο λόγο) ότι δεν έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος τα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το τοπογραφικό διάγραμμα και οι φωτογραφίες αυτού. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση στο διατακτικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες στον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αναφέρουν ότι "κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, παραδοχή πραγμάτων από το δικαστήριο ως αληθινών χωρίς απόδειξη ή παράλειψη διάταξης αποδείξεων ως λόγος αναίρεσης". Ο λόγος αυτός είναι παντελώς αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού εκτός από την παράθεση του (εν μέρει τροποποιηθέντος με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001) κειμένου της πιο πάνω διάταξης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ποια ήταν τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά χωρίς απόδειξη, τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε σφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999). Δεν αποτελούν, όμως, έγγραφα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, μεταξύ άλλων, τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, τα τοπογραφικά διαγράμματα, τα πρακτικά συνεδρίασης που περιέχουν τις καταθέσεις μαρτύρων κ.α., και επομένως δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Επίσης, ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή, καθώς και όταν σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και τα επίμαχα έγγραφα, χωρίς αυτά να εξαίρονται ιδιαιτέρως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο κατά το τρίτο μέρος, και τον έκτο (κατά σειρά επίκλησης), κατά το πρώτο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α)των φωτογραφιών, με βάση τις οποίες δέχθηκε την ύπαρξη οπωροφόρων δένδρων, πασσάλων και περίφραξης στο επίδικο, ενώ είναι πασιφανές από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες ότι δεν υπήρχαν ούτε οπωροφόρα δέντρα ούτε περίφραξη, παρά μόνο πεταμένα μάρμαρα από το όμορο κοιμητήριο, καθώς και μόνη η περίφραξη του κοιμητηρίου, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση διακατοχικών πράξεων διανοία κυρίου από τον αναιρεσίβλητο" β)της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου Π. Ρ., εξαίροντας τη σημασία της, και αναφέροντας ότι ο εν λόγω μάρτυρας έχει ίδια αντίληψη των γεγονότων και επιβεβαιώνει πλήρως με τη σαφή και αναλυτική κατάθεσή του τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να εξηγεί πως με την κατάθεση αυτή οδηγήθηκε (το Εφετείο) στο λανθασμένο συμπέρασμα της άσκησης διακατοχικών πράξεων διανοία κυρίου από τον αναιρεσίβλητο", γ)της εφημερίδας της Κυβερνήσεως του 1953, δ)του δωρητηρίου συμβολαίου του 1918 προς τη Μητρόπολη Γρεβενών, "με το οποίο επιτράπηκε η επέκταση του κοιμητηρίου προς δυσμάς, δηλαδή προς την ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων ως προς το επίδικο ακίνητο", ε)όλων των τίτλων ιδιοκτησίας που προσκομίσθηκαν και αποδεικνύουν τη συνεχή και αδιάλειπτη ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους στο επίδικο από το έτος 1917, στ)της δήλωσής τους στο κτηματολογικό Γραφείο Γρεβενών, 7)της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρά τους, ο οποίος, σε αντίθεση με το μάρτυρα του ενάγοντος δεν έχει ίδιον περιουσιακό όφελος, η)του τοπογραφικού διαγράμματος του Η. Κ., που αποδίδει το επίδικο στους αδελφούς Τ., ενώ ο αντίδικος (αναιρεσίβλητος) είναι μόνον ένας, ως φερόμενος ιδιοκτήτης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως προς τις υπό στοιχεία β', ζ', η' αιτιάσεις, ως απαράδεκτοι, διότι δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου (που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων και το τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ ως προς τις λοιπές, υπό στοιχεία α', γ', δ', ε', στ' αιτιάσεις, οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως σωστό.
Με τον έκτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, κατ' εκτίμηση, υπάγεται στη ρύθμιση του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το πιο πάνω αίτημα εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, εάν απορριφθεί (ΑΠ 1817/2009, ΑΠ 40/2008).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2012 αίτηση των Χ. Κ.η κλπ για αναίρεση της 147/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Βγαίνει και στα Ελληνικά;;;