Αναγνώριση ακυρότητας συμβολαίων .Χρησικτησία

Αναγνώριση ακυρότητας συμβολαίων. 4892/2012 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ ( 595447) Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου Εικονικότητα..
ως προς το τίμημα. Την αναγνώριση της ακυρότητας μεταβιβαστικής της κυριότητας του ακινήτου συμβάσεως, λόγω εικονικότητας, μπορεί να ζητήσει και ο επικαλούμενος ότι η κυριότητα του ακινήτου περιέρχεται σε αυτόν. Δικαστική συμπαράσταση-χρησικτησία. Ενάγουσα που τελεί υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης. Ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης, λόγω έκτακτης χρησικτησίας. Πρόσωπα που εξαιρούνται από τη χρησικτησία. Μεταξύ αυτών και αυτά που τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση. Αντένσταση περί εξαίρεσης της ενάγουσας από τη χρησικτησία, λόγω του καθεστώτος της δικαστικής συμπαράστασης, υπό το οποίο τελεί. Δεκτή η αντένσταση, βάσει των ανωτέρω. Ένσταση εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με τη μορφή της αποδυνάμωσης. Απορρίπτει ένσταση, αφού η εναγομένη δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα, βάσει των ως άνω περί εξαίρεσης της ενάγουσας από τη χρησικτησία. Παύση πληρεξουσιότητας, λόγω θανάτου. Θάνατος δικαιοπαρόχου της εναγομένης. Σύνταξη συμβολαίου από την εναγομένη σε εκτέλεση προσυμφώνου πωλήσεως με αυτοσύμβαση και με πληρεξουσιότητα χορηγηθείσα από το δικαιοπάροχό της με το προσύμφωνο, κατόπιν του θανάτου του. Άκυρο το συμβόλαιο, καθ΄όσον συντάχθηκε μετά την παύση της πληρεξουσιότητας. Πράξη εφαρμογής και διορθωτική πράξη εφαρμογής. Πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας, υπό την προϋπόθεση ότι ο φερόμενος ιδιοκτήτης ήταν πραγματικός κύριος. Ο δικαιοπάροχος της εναγομένης ναι μεν φερόταν ως ιδιοκτήτης, βάσει της πράξεως εφαρμογής, ωστόσο δεν υπήρξε ποτέ πραγματικός κύριος των ακινήτων και, ως εκ τούτου, δεν απέκτησε κυριότητα από τη μεταγραφή της διορθωτικής πράξεως εφαρμογής. Περαιτέρω μεταβίβαση από την εναγομένη στις έτερες εναγόμενες. Κακόπιστες οι έτερες εναγόμενες, αφού γνώριζαν την ακυρότητα του τίτλου κτήσεως, καθ΄όσον όταν προέβησαν στη δήθεν αγορά είχε ήδη εγγραφεί η διεκδικητική αγωγή στα βιβλία διεκδικήσεων. Αναγνωρίζει την ακυρότητα των συμβολαίων και αναγνωρίζει την ενάγουσα ως συγκυρία, συννομέα και συγκάτοχο σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων.

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 4892/2012

(Αριθμός εκθέσεως καταθέσεως αγωγής 55756/2009)

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ευφροσύνη Φουκαράκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη, Πρωτοδίκη, Κωνσταντίνο Καλαϊτζίδη, Πρωτοδίκη - Εισηγητή και από τη Γραμματέα Ζωή Παπαδοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 16η Μαΐου 2011 για να δικάσει την αγωγή με τον ανωτέρω αριθμό εκθέσεως καταθέσεως, με αντικείμενο αναγνώριση ακυρότητας συμβολαίων και αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ......... .............. του ................, συζ. .............. ........... ή .............., κατοίκου .......................... Θεσσαλονίκης, οδός ..................... αριθμ. ....., η οποία τελεί υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση με δικαστικό συμπαραστάτη τον ....................., κάτοικο ομοίως ............. Θεσσαλονίκης, οδός .................... αριθμ. ....., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του ΔΣ Θεσσαλονίκης Αθανασίας Ραγιά (ΑΜ 3415), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ...................... ................. του ..............., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ............................ αριθμ. ....., και 2) ............... ............... του ................, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ......... ....... αριθμ. ..., ως νομίμων κληρονόμων του ................. ................. του ..............., 3) .............συζ. ........... ............, το γένος ........... ................., κατοίκου ............. Θεσσαλονίκης, οδός ................... αριθμ. ..., 4) .......... ........................ του ............... ....................., κατοίκου ................. Θεσσαλονίκης, οδός ............................. αριθμ. ...., και 5) ....... ..................... του ......... ................., κατοίκου ............... ............................, οδός........................ αριθμ. ..., εκ των οποίων η μεν τρίτη παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΔΣ Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη (ΑΜ 2430), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν.

Συμπαραστάθηκε και η ασκουμένη δικηγόρος Αθηνά Παντελίδου.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ της ανωτέρω υποθέσεως προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 4ης-10-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της ως άνω αγωγής στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ’ αριθμ. 8281/5-3-2010, 8280/5-3-2010, 7963/29-12-2009 και 7962/29-12-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Παντελή Δημ. Δεμίρογλου, που νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση να παραστούν κατά τη δικάσιμο της 4ης-10-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-5-2011), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο, δεύτερο, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, αντιστοίχως. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και επομένως, ενόψει του ότι η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ’ αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 § 4 του ΚΠολΔ, βλ. σχετ. και ΑΠ 94/2004 δημ. στη ΝΟΜΟΣ), πρέπει να δικαστούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η διαδικασία σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 270 § 1 και 226 § 4 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 §§ 2 και 3 του Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ’ αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεώς τους (βλ. ΑΠ 826/2010 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 261/2003 ΕλλΔνη 2004, 801). Εξάλλου κατά το άρθρο 12 § 7α εδ. γ΄ του ίδιου Ν. 1337/1983, για τις ιδιοκτησίες που στις πράξεις εφαρμογής αναγράφονται με ελλιπή στοιχεία ή με την ένδειξη "άγνωστος", η καταχώρηση στη μερίδα των ιδιοκτητών γίνεται μετά από έκδοση διορθωτικής πράξης του οικείου Νομάρχη (βλ. ΑΠ 826/2010 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ).

Κατά το άρθρο 138 εδ. α΄ του ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Πραγματικό, επομένως, της παρ. 1 της ανωτέρω διατάξεως αποτελεί το γεγονός ότι η δήλωση των συμβαλλομένων για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας βρίσκεται σε θελημένη διάσταση με τη βούληση αυτών, αφού αυτοί συνήψαν μία δικαιοπραξία της οποίας αποκρούουν την ενέργεια, δηλαδή δικαιοπραξία κατ’ επίφαση μόνο, γενόμενη κατά κανόνα, προς παρακώληση των δανειστών ή της φορολογικής αρχής, έννομη δε συνέπεια αυτού του πραγματικού είναι η απόλυτη ακυρότητα της δικαιοπραξίας. Βάσει της διατάξεως του άρθρου 138 ΑΚ, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα μόνο της φαινομενικής (εικονικής) δικαιοπραξίας όχι όμως και της κάτω από αυτήν καλυπτομένης άλλης δικαιοπραξίας, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω κατά νόμο προϋποθέσεις (βλ. ΑΠ 387/1993 ΕλλΔνη 1994. 1301). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 εδ. πρώτο και 513 ΑΚ προκύπτει ότι για την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης πώλησης που επάγεται η απόλυτη εικονικότητά της, δηλαδή γιατί η απαιτούμενη για την κατάρτισή της σύμβαση αυτής δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων μερών δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, μόνο η επίκληση και διαπίστωση ότι η σύμβαση αυτή είναι εικονική ενέχει αντίστοιχα επίκληση και διαπίστωση της έλλειψης σοβαρότητας της δήλωσης βούλησης των μερών και ότι αυτή έγινε μόνο φαινομενικά (βλ. ΑΠ 475/1991 ΕλλΔνη 1993. 564). Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι, για το κύρος της καταρτισθείσης συμβάσεως πωλήσεως, δεν ασκεί καμιά επιρροή αν και πως κατέβαλε ο αγοραστής το τίμημα που συμφωνήθηκε, ούτε η μη καταβολή του τιμήματος καθιστά αυτή και μόνη την πώληση εικονική (βλ. ΑΠ 306/1993 ΕλλΔνη 1984. 1301), αφού το τίμημα μπορεί εκ των υστέρων να δωρηθεί ή να αφεθεί από τον πωλητή προς τον αγοραστή ή να αποσβεσθεί η σχετική αξίωση κατ’ άλλο τρόπο (βλ. ΑΠ 1750/1991 ΕλλΔνη 1993, 592, ΑΠ 253/1992 ΕλλΔνη 1993. 1312). Απλώς το γεγονός της μη καταβολής του τιμήματος μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας, όχι όμως και αυτοτελή ισχυρισμό για τη θεμελίωση δικαιώματος για την ακύρωση της πώλησης ως εικονικής (βλ. ΑΠ 306/1993 ο.α., ΑΠ 1048/1993 EλλΔνη 35. 1575, ΕφΑθ 2620/1995). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 KΠολΔ προκύπτει ότι και ο τρίτος, που δεν είναι συμβαλλόμενος στη σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ άλλων, έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητός της, όταν γι’ αυτό έχει έννομο συμφέρον, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διάταξη νόμου του αποκλείει το δικαίωμα αυτό. Το έννομο δε συμφέρον του, το οποίο μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις και γενικώς υπάρχει, όταν από την κατάρτιση της ακύρου συμβάσεως δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του και κίνδυνος για τα συμφέροντά του, είτε άμεσος είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή άλλου μέλλοντος περιστατικού, την αποτροπή του οποίου εξασφαλίζει η αιτούμενη αναγνώριση της ακυρότητος της συμβάσεως (ΑΠ 475/1991 EλλΔνη 34. 564). Περαιτέρω, το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού περί της εικονικότητος της δικαιοπραξίας, ο οποίος μπορεί να προβληθεί και κατ’ ένσταση (ΑΠ 1332/1976 NοB 25. 933), το φέρει ο επικαλούμενος την εικονικότητα (AΠ 618/1996 ό.π.). O ισχυρισμός αυτός μπορεί ν’ αποδειχθεί με τα, κατά τις διατάξεις του KΠολΔ, επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, διότι δεν πρόκειται για τροποποίηση της δικαιοπραξίας, κατά το περιεχόμενό της που καθορίστηκε από τους συμβληθέντες ώστε ν` απαιτείται, κατ` άρθρο 164 AK, για την τροποποίησή της ο τύπος που ορίζεται για τη δικαιοπραξία, ούτε η απόδειξη της εικονικότητος στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, το οποίο αναγνωρίζεται ως έχει εξωτερικώς, αλλά στρέφεται κατά του κύρους της δικαιοπραξίας, κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού νόμου, ως εκ του ότι έγινε χωρίς πρόθεση να παραγάγει έννομα αποτελέσματα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 394 § 1 εδ. δ` KΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες (AΠ 160/1996 EλλΔνη 37. 1325, AΠ 1453/1995 EλλΔνη 38. 1084, AΠ 373/1993 NοB 42. 1002). Εξάλλου, αν η δήλωση των κατ’ επίφαση δικαιοπρακτούντων γίνεται ενώπιον τρίτου (λ.χ. συμβολαιογράφου), εφόσον πρόκειται για πώληση ακινήτου (άρθρ. 513 AK), δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει και αυτός ότι η δήλωση αυτή γίνεται μόνον κατ’ επίφαση (ΑΠ 1406/1988 EEN 1988. 390, EφAθ 1096/1996 EλλΔνη 37. 1626). Την αναγνώριση της ακυρότητος μεταβιβαστικής της κυριότητος του ακινήτου συμβάσεως λόγω εικονικότητας, μπορεί να τη ζητήσει και ο επικαλούμενος ότι η κυριότητα του ακινήτου περιέρχεται σ’ αυτόν (ΑΠ 475/1991 EλλΔνη 34. 564, ΑΠ 731/1980 NοB 29. 37).

Όταν στη διεκδικητική αγωγή σωρεύεται αίτημα να υποχρεωθεί ο υποθηκοφύλακας να μεταγράψει την απόφαση που θα εκδοθεί, το αίτημα αυτό είναι μη νόμιμο, εφόσον τούτο αποτελεί υποχρέωση του αρμοδίου υποθηκοφύλακα και σε περίπτωση αρνήσεώς του μπορεί να εξαναγκασθεί με τη διαδικασία των άρθρων 791 και 739 επ. KΠολΔ (EφAθ 1861/1990 EλλΔνη 34. 636).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της, όπως παραδεκτά παραιτήθηκε μ’ αυτήν από το δικόγραφο της υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 15932/2008 όμοιας αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 45309/2009 όμοιας αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (άρθρ. 294, 295 § 1 και 297 του ΚΠολΔ), η ενάγουσα, η οποία τελεί υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση (είχε δε τεθεί με το παλαιό νομικό καθεστώς σε δικαστική απαγόρευση, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2166/1953 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και έχει διορισθεί, με νεότερη δικαστική απόφαση (ήτοι την υπ’ αριθμ. 23472/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά τη νεότερη τροποποίηση του νόμου) ως δικαστικός συμπαραστάτης της ο ................. ..... ................., στον οποίο χορηγήθηκε η από 28-12-2009 συναίνεση του εποπτικού συμβουλίου για την άσκηση και συζήτηση της ένδικης αγωγής για λογαριασμό της συμπαραστατούμενης, ισχυρίζεται, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, ότι είναι συγκυρία, συννομέας και συγκάτοχος, κατά μεν ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου η ίδια, κατά δε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο ................... ...................., των λεπτομερώς περιγραφομένων στο ιστορικό της αγωγής, κατά θέση και όρια, δύο όμορων ακινήτων (υπ’ αριθμ. 06 και 08 οικοπέδων), εμβαδού 167,59 τ.μ. το πρώτο και 147,45 τ.μ. το δεύτερο, αξίας 150.000 ευρώ το καθένα, που βρίσκονται στο Δήμο ................ Θεσσαλονίκης, στο 1121Β Οικοδομικό Τετράγωνο, με παράγωγο τρόπο (ήτοι με τη μνημονευόμενη στο δικόγραφο δήλωση αποδοχής κληρονομίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Κατσικέα, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, και τη δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, οι οποίες μεταγράφηκαν νομίμως, σε συνδυασμό με τους μνημονευόμενους τίτλους μεταβίβασης και την κυρωθείσα με απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης Πράξη Εφαρμογής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης που ομοίως μεταγράφηκαν νομίμως), καθώς και με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας), καθόσον από έτος 1952, που απεβίωσε ο άμεσος δικαιοπάροχός της και απώτερος δικαιοπάροχος του ως άνω συγκυρίου της, μέχρι και σήμερα, ασκούσε επ’ αυτών (για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων της) όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση τους και περιγράφονται λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο. Ισχυρίζεται ακόμη ότι ο.............. ............................... δικαιοπάροχος πατέρας των δύο πρώτων εναγομένων, κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την αναφερόμενη στο δικόγραφο εικονική αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του κατά της ......... .......... (νυν τρίτης εναγομένης), ισχυριζόμενος αναληθώς ότι δήθεν απέκτησε, το Μάρτιο του 1961, με άτυπη αγορά από τον ίδιο τον .......... .................. (πατέρα και δικαιοπάροχο της ενάγουσας, ο οποίος όμως απεβίωσε στις 13-8-1952) τη νομή και ότι από τότε νεμόταν διανοία κυρίου τα επίδικα ακίνητα, καθώς και ότι η νυν τρίτη εναγομένη αμφισβητούσε το δικαίωμα κυριότητάς του επ’ αυτών. Ότι επί της εν λόγω αγωγής, η οποία, κατόπιν συνεννοήσεως των διαδίκων, συζητήθηκε ερήμην της εκεί εναγομένης, εκδόθηκε η μνημονευόμενη στο δικόγραφο απόφαση, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τον δικαιοπάροχο των δύο πρώτων εναγομένων κύριο των επιδίκων ακινήτων, μετά δε την τελεσιδικία της μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Νεαπόλεως στη μερίδα αυτού. Ότι ο ................. ................., χρησιμοποιώντας ως τίτλο κυριότητας την εν λόγω απόφαση, προέβη στις 20-11-2007 σε αίτηση διορθώσεως της προμνησθείσας Πράξεως Εφαρμογής που αφορά την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής Άνωθεν Ασύλου του Δήμου ................ Θεσσαλονίκης, πετυχαίνοντας την έκδοση της αναφερόμενης στο δικόγραφο διορθωτικής Πράξεως Εφαρμογής που μεταγράφηκε νομίμως, με την οποία διορθώθηκε ο ιδιοκτήτης των επιδίκων ακινήτων και στη θέση «άγνωστος» τέθηκε το όνομα του ................ ............................., ο οποίος όμως είχε αποβιώσει ήδη στις 13-7-2007. Ότι ο ................ .................... συμφώνησε με την τρίτη εναγομένη (............................ ...............), με το μνημονευόμενο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, να πωλήσει και να μεταβιβάσει σ’ αυτήν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων. Ότι η τρίτη εναγομένη προέβη, στις 8-2-2008, ως αγοράστρια, στη σύνταξη του αναφερόμενου στο δικόγραφο οριστικού συμβολαίου αγοράς, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, συντάχθηκε δε αυτό μετά το θάνατο του πωλητή ................. ..........., τον οποίο αυτή γνώριζε, σε εκτέλεση του ως άνω προσυμφώνου πωλήσεως, με αυτοσύμβαση και με πληρεξουσιότητα που της χορηγήθηκε με το προσύμφωνο, παρότι αυτή έπαυσε με το θάνατο του ......................... ................ και έπρεπε να κληθούν να συμπράξουν στο οριστικό συμβόλαιο οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του. Ότι για την πώληση αυτή δεν καταβλήθηκε τίμημα και συνεπώς το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας είναι άκυρο αφενός μεν λόγω εικονικότητας, αφετέρου δε λόγω παύσεως της πληρεξουσιότητας που χορηγήθηκε από τον ........... ................... στην τρίτη εναγομένη. Ότι η ίδια (ενάγουσα) άσκησε έγκληση κατά των ως άνω προσώπων, μόλις έλαβε γνώση των εγκλημάτων που τελέσθηκαν σε βάρος της, καθώς και την αναφερόμενη στο δικόγραφο διεκδικητική αγωγή (με το ίδιο περιεχόμενο) κατά του .............. .................. και της τρίτης των εναγομένων, εγγράφοντας αυτήν στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου, στις 22-4-2008. Ότι, αμέσως μετά την υπογραφή του άνω συμβολαίου και την άσκηση της ως άνω διεκδικητικής αγωγής, η τρίτη εναγόμενη, δυνάμει του αναφερόμενου στο αγωγικό δικόγραφο αγοραπωλητηρίου συμβολαίου που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε την κυριότητα του ενός εκ των δύο επιδίκων ακινήτων (ήτοι του υπ’ αριθμ. 06 οικοπέδου, εμβαδού 167,65 τ.μ.), κατ’ ισομοιρίαν, στην τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, οι οποίες ήταν κακόπιστες, αφού γνώριζαν την ακυρότητα του ως άνω φερομένου ως τίτλου κτήσεως της τρίτης των εναγομένων, καθόσον, όταν προέβησαν στη δήθεν αγορά, είχε ήδη εγγραφεί η ανωτέρω διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, το περιεχόμενο της οποίας γνώριζαν. Ότι αυτές ενήργησαν δολίως, σε συνεννόηση με την τρίτη εναγομένη, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία της ιδίας (ενάγουσας) και του συγκυρίου της ...................... .......................... Ότι, συνεπεία των ανωτέρω, είναι άκυρο και το συμβόλαιο αγοραπωλησίας δια του οποίου η τέταρτη και πέμπτη εναγομένη απέκτησαν το ως άνω επίδικο ακίνητο, διότι στηρίζεται και σε άκυρο τίτλο κτήσεως. Ότι άπαντες οι εναγόμενοι αμφισβητούν το δικαίωμα συγκυριότητας της ενάγουσας και του .................... ..................................... επί των επιδίκων ακινήτων. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, ζητεί, κατ’ εκτίμηση του αιτήματος, να αναγνωριστούν ως άκυρα τα δύο συμβόλαια αγοράς, με το πρώτο εκ των οποίων μεταβιβάσθηκε η κυριότητα των επιδίκων στην τρίτη εναγομένη και με το δεύτερο μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του υπ’ αριθμ. 06 επιδίκου οικοπέδου στην τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, να αναγνωρισθεί η ίδια (ενάγουσα) συγκυρία, νομέας και συγκάτοχος, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου, επί των ως άνω επιδίκων ακινήτων, να αναγνωρισθεί ως άκυρη η διορθωτική πράξη εφαρμογής και να διαταχθεί η μεταγραφή της εκδοθησομένης αποφάσεως στη μερίδα των εναγομένων στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, καθώς και καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.

Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7 - 10, 11 αριθμ. 1, 18 αριθμ. 1 και 29 του ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρ. 215 επ. του ΚΠολΔ). Είναι δε ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της τρίτης εναγομένης, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 1, 223, 180, 1000, 1094, 513 επ., 1033, 369, 1710 επ., 1813, 1846, 1193, 1194, 1195, 1198, 1199, 1202, 974, 983, 1045 επ., 1051 του ΑΚ, 12 του Ν. 1337/1983 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 §§ 2 και 3 του Ν. 947/1979, όπως κάποιες εξ αυτών ερμηνεύονται στη μείζονα σκέψη, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 68, 70, 74 και 176 του ΚΠολΔ, πλην των κάτωθι αιτημάτων, ήτοι: α) της αναγνώρισης της ακυρότητας της διορθωτικής Πράξεως Εφαρμογής, το οποίο κρίνεται μη νόμιμο και απορριπτέο, καθόσον αυτό υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων [βλ. ΣτΕ 2979/2010 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ, όπου αναφέρεται ότι η αίτηση ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών (που αφορούν, μεταξύ άλλων, και την εφαρμογή πολεοδομικών μελετών) καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά της απόφασης του Νομάρχη, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση και κυρώθηκε η διόρθωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης υπάγεται στην αρμοδιότητα του κατά τόπον αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου] και β) του αιτήματος περί μεταγραφής της εκδοθησομένης αποφάσεως στη μερίδα των εναγομένων, το οποίο κρίνεται απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζητήσεώς της: α) ως προς μεν τη σωρευόμενη αγωγή, με αντικείμενο την αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου, περίληψή της εγγράφηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 220 του ΚΠολΔ, στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης (βλ. το υπ’ αριθμ. 82/14276/29- 12-2009 πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης), ως προς δε τη σωρευόμενη αγωγή για την αναγνώριση της εικονικότητας αγοραπωλησίας ακινήτου δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 211/1996 ΕλλΔνη 1998, 1282), β) τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 214 Α του ΚΠολΔ (βλ. την από 29-3-2010 μονομερή δήλωση διαπίστωσης αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, κατ’ άρθρ. 214Α §§ 7 και 8 του ΚΠολΔ και τις ως άνω προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα εκθέσεις επιδόσεως του άνω δικαστικού επιμελητή) και γ) δεν απαιτείται για το αντικείμενό της καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, διότι πρόκειται για αντικειμενικά σωρευόμενες αναγνωριστικές αγωγές.

Επειδή, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατ’ αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως (κατά κανόνα νομιμοποίηση). Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής (βλ. ΑΠ 602/2002 ΕλλΔνη 2002, 1679, AΠ 954/1997 EλλΔνη 40, 339, ΕφΑθ 5685/1999 ΕλλΔνη 41, 526).

Στην προκειμένη περίπτωση, η τρίτη εναγομένη, με τις νομίμως κι εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, αρνείται τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και προβάλλει τους εξής ισχυρισμούς:

Α) ότι πώλησε και μεταβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, το υπ’ αριθμ. 6 επίδικο οικόπεδο στην τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 11489/2008 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχ. Πιερράκου που μεταγράφηκε νομίμως, το οποίο και παρέδωσε σε αυτές, συνεπώς δε νομιμοποιείται η ίδια παθητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, αλλά μόνο οι ως άνω αγοράστριες. Όλως δε επικουρικώς, ακόμη και προ της ως άνω πωλήσεως και μεταβιβάσεως του εν λόγω ακινήτου στις αγοράστριες, η ίδια (τρίτη εναγομένη) ήταν μόνη κυρία αυτού και όχι η ενάγουσα. Με βάση δε τους ισχυρισμούς αυτούς, ζητεί να απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Ο ισχυρισμός αυτός της τρίτης εναγομένης, τόσο κατά το κύριο σκέλος του, όσο και κατά το επικουρικό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, συνιστά άρνηση της βάσεως της αγωγής και όχι ένσταση. Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον υφίστανται αγωγικά αιτήματα για αναγνώριση της ακυρότητας αμφοτέρων των συμβολαίων πωλήσεως, ήτοι τόσο του συμβολαίου με το οποίο απέκτησε η τρίτη εναγομένη την κυριότητα αμφοτέρων των επιδίκων οικοπέδων, όσο και του συμβολαίου, με το οποίο αυτή μεταβίβασε την κυριότητα του ενός εξ αυτών στην τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων υφίσταται εν προκειμένω η κατά κανόνα νομιμοποίηση και το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της υποθέσεως από ουσιαστική άποψη.

Β) Επίσης, ότι το υπ’ αριθμ. 8 επίδικο οικόπεδο, νέμεται συνεχώς και αδιαλείπτως, τόσο η ίδια από το χρόνο που περιήλθε σ’ αυτήν, στις 8-2-2008, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 11288/2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Μιχαήλ Πιερράκου που μεταγράφηκε νομίμως, από τον ................... ..............., ο οποίος είχε γίνει κύριος με έκτακτη χρησικτησία, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 27005/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που μεταγράφηκε νομίμως, όσο και ο δικαιοπάροχός της .... .................., από το χρόνο κτήσεώς του το έτος 1961, με άτυπη πώληση από τον ................. ........, μέχρι και σήμερα, ασκώντας επ’ αυτού όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του και περιγράφονται λεπτομερώς στο δικόγραφο των προτάσεών της, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα (ούτε και από την ενάγουσα) και έτσι έχει καταστεί κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (πρωτότυπος τρόπος κτήσεως κυριότητας), προσμετρουμένου του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της. Με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, ζητεί να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή της αντιδίκου της. Ο ισχυρισμός αυτός της τρίτης εναγομένης συνιστά ένσταση ιδίας κυριότητας επί του ως άνω επιδίκου ακινήτου (βλ. Κ. Παπαδόπουλου, ο.α., § 137. 2, σ. 345, 346, § 114. 2, καθώς και Γεωργιάδη σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ΑΚ, τ. V, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1985, υπό αρθρ. 1095 αριθμ. 15 επ.), η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1045 επ., 1051 του ΑΚ, πρέπει δε να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Γ) Όλως επικουρικώς, ισχυρίζεται επίσης ότι η ίδια και η οικογένειά της συγκέντρωσαν όλες τους τις οικονομίες από τις εργασίες τους για να αγοράσουν τα επίδικα ακίνητα, δίνοντας η μεν ίδια προκαταβολές συνολικού ποσού 45.000 ευρώ, οι δε δύο υιοί της μεγάλα ποσά, ήτοι ο μεν ............. κατέβαλε 120.000 ευρώ, ο δε ..................... 15.000 ευρώ. Ότι χρεώθηκαν, με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να αποκτήσουν τα οικόπεδα για να μπορέσει να αποκτήσει η οικογένειά της μία στοιχειώδη κατοικία, καθώς και ότι αν στερηθεί τα επίδικα θα ολοκληρωθεί η καταστροφή της που άρχισε με τη μη αποπληρωμή από την τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων του τιμήματος για την αγορά του ενός επιδίκου οικοπέδου, καθόσον αυτές δεν μπόρεσαν να λάβουν δάνειο από την Τράπεζα ............, ενώ η ενάγουσα, μεγαλοκληρονόμος μεγάλων εκτάσεων στην .............. από την κληρονομία του ............ ................., δεν θα στερηθεί κάτι που καταφανώς ποτέ δεν είχε και στο οποίο δεν ασκούσε ποτέ πράξεις νομής. Ότι η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή αποκλειστικά για την πιέσει, αποκλείοντάς της την αξιοποίηση των επιδίκων και τη μη είσπραξη του ως άνω τιμήματος. Ότι η ενάγουσα της δημιούργησε την πεποίθηση επί μεγάλο χρονικό διάστημα ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, διότι δεν επιχείρησε την αποβολή του δικαιοπαρόχου της .... .............. από την άτυπη αγορά του είτε αυτή έγινε το 1951 είτε το 1961 μέχρι το 2008 επί 59 ή 49 ολόκληρα έτη, ούτε κατά τη σύνταξη της πράξη εφαρμογής ενδιαφέρθηκε να διορθωθεί αυτή ως προς τον φερόμενο ως άγνωστο ιδιοκτήτη. Με βάση τον ισχυρισμό αυτό, ζητεί να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή της αντιδίκου της. Ο εν λόγω ισχυρισμός της ως άνω εναγομένης συνιστά ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, με τη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (βλ. ΟλΑΠ 7/2002 ΕλλΔνη 43, 681), πρέπει δε να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1045, 1046, 1048, 1049, 1050, 1054 και 1055 του ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται συνεχής, επί μία τουλάχιστο εικοσαετία, νομή του ακινήτου. Εάν μεσολαβήσουν είτε διακοπτικά της χρησικτησίας γεγονότα είτε διαστήματα, κατά τα οποία το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή εξαιρείται, κατά νόμο, από τη χρησικτησία, αυτά δεν υπολογίζονται για τη συμπλήρωση της εικοσαετίας, λαμβάνεται δε υπόψη μόνο ο χρόνος μετά τη διακοπή της χρησικτησίας ή την πάροδο των εν λόγω διαστημάτων (βλ. ΑΠ 834/2007 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1055 του ΑΚ εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση (προγενέστερα δε δικαστική αντίληψη), ενόσω διαρκούν αυτές οι καταστάσεις. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία των προσώπων, που τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση, από τον κίνδυνο να χάσουν την κυριότητά τους στα πράγματα που τους ανήκουν, συνεπεία χρησικτησίας από τρίτο, επιτυγχάνεται δε η προστασία αυτή με την αναστολή της ενάρξεως και συνεχίσεως της χρησικτησίας, ενόσω διαρκούν οι καταστάσεις αυτές (βλ. ΑΠ 20/2008 ΕλλΔνη 2009, 789 και εκεί περαιτέρω παραπομπή σε ΟλΑΠ 7/2004). Ο ισχυρισμός περί εξαιρέσεως των ανωτέρω πραγμάτων από τη χρησικτησία προτείνεται κατ’ ένσταση και συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (βλ. ΑΠ 20/2008 ΕλλΔνη 2009, 789).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ισχυρίζεται καθ’ υποφοράν τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι τελεί υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση από το έτος 1953 (είχε δε τεθεί με το παλαιό νομικό καθεστώς σε δικαστική απαγόρευση, δυνάμει της υπ’ αρθμ. 2166/1953 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) μέχρι σήμερα. Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αντένσταση, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1055 του ΑΚ, όπως αυτή ερμηνεύεται ανωτέρω. Πρέπει δε να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως (της τρίτης εναγομένης), που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, την επισκόπηση των νομίμως προσκομιζόμενων και επικαλούμενων από την ενάγουσα και την τρίτη εναγομένη φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 περ. 3, 448 § 2 και 457 § 4 του ΚΠολΔ), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη τόσο για άμεση απόδειξη, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες (άρθρα 336 § 3, 339, 395 του ΚΠολΔ), από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. 1672/6-9-2010 ένορκη βεβαίωση: α) του ........... ........ του............ και β) της ............ συζ. ................ ................. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Σεχίδου, η οποία ελήφθη νομότυπα και εμπρόθεσμα, ύστερα από κλήτευση όλων των εναγομένων από την ενάγουσα προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών (αρθρ. 270 § 2 εδ. γ΄ του ΚΠολΔ), από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την τρίτη εναγομένη υπ’ αριθμ. 868/20-4- 2011 ένορκη βεβαίωση: α) της ..... ...... του ..........., β) του ......... .............. του ........... και γ) του ................ ......... του ............, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Αξαρλή, η οποία ελήφθη νομότυπα και εμπρόθεσμα, ύστερα από κλήτευση της ενάγουσας από την τρίτη εναγομένη προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών (αρθρ. 270 § 2 εδ. γ΄ του ΚΠολΔ), εκτός από την ίδια ως άνω (υπ’ αριθμ. 868/20-4-2011) ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ιδίας ως άνω Ειρηνοδίκου, ως προς τις λοιπές καταθέσεις των υπό στοιχείο 2, 3 και 4 μαρτύρων, ήτοι της ............... .................... του ............., της ................... ............. του .............. και της ............ ................. του..................., οι οποίες προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από την τρίτη εναγομένη, αλλά δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον, με τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, οριοθετείται ο αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται υπόψη, κατ’ ανώτατο αριθμό σε τρεις για κάθε πλευρά, ανεξάρτητα από τη φύση της υπόθεσης και τον αριθμό των διαδίκων κάθε πλευράς, και η ως άνω εναγομένη που τις προσκόμισε δεν προσδιόρισε ποιες αποσύρει (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, συμπληρωματικός τόμος, Αθήνα, 2001, υπό άρθρο 270 αριθμ. 12), από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 § 4 του ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 811/2008 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθμ. 19372/19-12-1951 τίτλου κυριότητας της .......................... Τράπεζας της ....................., που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 160 και με αύξοντα αριθμό 263, παραχωρήθηκε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον δικαιοπάροχο πατέρα της ενάγουσας ............... .................. του ................ - .............., μεταξύ άλλων, και το υπ’ αριθμ. 681 αγροτεμάχιο, Δ΄ κατηγορίας, εμβαδού 2.750 τ.μ., κείμενο στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Πολίχνης, του Συνοικισμού Πολίχνης Ν. Θεσσαλονίκης, το οποίο συνόρευε γύρωθεν βορειοανατολικώς με το υπ’ αριθμ. 673 τεμάχιο και 674 χέρσο, βορειοδυτικώς μετά του αυτού χέρσου, ως και με τα υπ’ αριθμ. 673 και 680 τεμάχια, νοτιοανατολικώς με το υπ’ αριθμ. 682 τεμάχιο και νοτιοδυτικώς με το υπ’ αριθμ. 688 τεμάχιο, εκ του οποίου χωρίζεται δια δρόμου. Ο ......... ..................... απεβίωσε, στην ............, στις 13-8-1952, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του: α) τη σύζυγό του ...................., χήρα ............ ................., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, β) τη θυγατέρα του (νυν ενάγουσα) .......... .................., συζ. ................ ..............., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, γ) τον υιό του ............ ................., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, και δ) τη θυγατέρα του ........ συζ. ...................... ........................ κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 21043/11-12-1956 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Κατσικέα, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 193 και με αύξοντα αριθμό 693, οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και το ως άνω αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.750 τ.μ. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την ίδια τη δήλωση αποδοχής, ο .......................... ......................... ............................... παραστάθηκε στη σύνταξή της ως επίτροπος της δικαστικώς απαγορευμένης νυν ενάγουσας. Διεγράφη δε το τίμημα του ως άνω ακινήτου, βάσει του άρθρου 282 του Αγροτικού Κώδικα (ΒΔ 20-10-1949 ΦΕΚ Α΄ 342/6-12-1949), και καταργήθηκαν οι περιορισμοί και απαγορεύσεις της μεταβιβάσεως των ατομικών κλήρων (άρθρο 1 § 5 Α.Ν. 431/1968). Στη συνέχεια, οι ως άνω κληρονόμοι προέβησαν σε διαδοχικές πωλήσεις, με τις οποίες πώλησαν και μεταβίβασαν, κατά πλήρη κυριότητα, διαιρετά τμήματα του ως άνω αγροτεμαχίου σε τρίτα πρόσωπα, όπως αυτά συνομολογούνται από την τρίτη εναγομένη, ήτοι: α) στον .................. ........................... διαιρετό τμήμα, εμβαδού 160 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου 1, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 21053/12-12-1956 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Κατσικέα, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 194 και με αύξοντα αριθμό 195, β) στη ................. ...................... διαιρετό τμήμα, εμβαδού 115,60 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 21146/1957 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 194 και με αύξοντα αριθμό 322, γ) στον .................. ..................... διαιρετό τμήμα, εμβαδού 120 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 21741/1957 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 203 και με αύξοντα αριθμό 141, δ) στον ................ ....................... διαιρετό τμήμα, εμβαδού 314 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 22404/1957 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 206 και με αύξοντα αριθμό 297, ε) στη ........... ............... διαιρετό τμήμα, εμβαδού 160,50 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 22288/1957 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 206 και με αύξοντα αριθμό 344, στ) στην ....... .............. διαιρετό τμήμα, εμβαδού 154,15 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 23469/1958 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 215 και με αύξοντα αριθμό 323, ζ) στον .............. ........................ διαιρετό τμήμα, εμβαδού 441,50 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 14385/1959 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πετικάρη, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 221 και με αύξοντα αριθμό 416, η) στη................ ............... διαιρετό τμήμα, εμβαδού 97,50 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 6841/1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γκούτα, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 264 και με αύξοντα αριθμό 468, θ) στον ................ ................ διαιρετό τμήμα, εμβαδού 161,50 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 7073/1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γκούτα, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 270 και με αύξοντα αριθμό 183, ι) στην .............. .............. διαιρετό τμήμα, εμβαδού 307,10 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 3231/1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Κατσικέα, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 426 και με αύξοντα αριθμό 244, ια) στη ............. .............. διαιρετό τμήμα, εμβαδού 136,50 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 3536/1966 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Κατσικέα, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 445 και με αύξοντα αριθμό 396, και τέλος, ιβ) στην ............... συζ. ...... .................... διαιρετό τμήμα, εμβαδού 40 τ.μ., δυνάμει της υπ’ αριθμ. 557/1987 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί επικυρώσεως ανωμάλου δικαιοπραξίας, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στον τόμο 14 και με αύξοντα αριθμό 211. Συνεπώς, μεταβιβάσθηκαν, κατά πλήρη κυριότητα, διαιρετά τμήματα του ως άνω αγροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 2.208,35 τ.μ., απέμεινε δε στη συγκυριότητα των ως άνω κληρονόμων διαιρετό τμήμα, εμβαδού 541,65 τ.μ.. Η κληρονόμος....................... χήρα................ ............................., το έτος 1966, προέβη σε άτυπη δωρεά του ως άνω ποσοστού της (ήτοι εξ αδιαιρέτου) επί του ανωτέρω διαιρετού τμήματος στον μοναδικό υιό της και συγκληρονόμο .................... ......., ο οποίος ασκούσε τη συννομή του επί του εν λόγω ακινήτου, κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, μέχρι το θάνατό του που επισυνέβη, στις 8-2-1987. Ο ανωτέρω αποβιώσας, ο οποίος δεν άφησε διαθήκη, κατέλειπε, κατά το χρόνο θανάτου του, μόνες πλησιέστερες συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τις δύο αδελφές του, ήτοι την ενάγουσα ....... ................. και την ............... χήρα .............. ......................., το γένος .............. ..................., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου εκάστη. Αποδείχθηκε δε ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε την ως άνω κληρονομία που κατέλειπε ο κληρονομούμενος αδελφός της, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 87/2009 αποδοχής κληρονομίας του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στον τόμο 369 και με αύξοντα αριθμό 488. Κατέστη έτσι συγκυρία, συννομέας και συγκάτοχος του ως άνω ακινήτου, κατά ποσοστό 2/4 (ή ½ ) εξ αδιαιρέτου, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είχε ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 21043/1956 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του δικαιοπαρόχου πατρός της, και απέκτησε και ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 87/2009 αποδοχής κληρονομίας του δικαιοπαρόχου αδελφού της. Ακολούθως, η ως άνω συγκληρονόμος ................. χήρα .............. ....................... απεβίωσε την 4η Ιουλίου 1993, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας, κατά το χρόνο θανάτου της, μόνο πλησιέστερο συγγενή και εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της .................... ........................., ο οποίος κατέστη συγκύριος, συννομέας και συγκάτοχος του ως άνω ακινήτου, κατά ποσοστό 2/4 (ή ½ ) εξ αδιαιρέτου, από την επαγωγή της (ήτοι από το θάνατο της δικαιοπαρόχου μητρός του, στις 4-7-1993), εκκρεμεί δε εκ μέρους του διπλή δήλωση αποδοχής κληρονομίας, δηλαδή μία για λογαριασμό του, ως προς την κληρονομία της μητρός του, και μία για λογαριασμό της μητρός του, ως προς την κληρονομία του κληρονομουμένου αδελφού της .......... (βλ. άρθρο 1846 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198). Αποδείχθηκε ακόμη ότι, με την υπ’ αριθμ. 7 Πράξη Εφαρμογής της Διευθύνσεως Πολεοδομίας - Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 29/18323/ΠΕ/1267/25-8-1998 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης που αφορά την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής ............... ................ του Δήμου ............... Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ............., το ως άνω ακίνητο, εμβαδού 541,65 τ.μ., κατέστη δύο όμορα οικόπεδα, τα οποία είναι άρτια και οικοδομήσιμα και βρίσκονται επί των οδών ........................ ................ και ........., στο υπ’ αριθμ. .......... οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου ..............., είναι δε διαμπερή, με πρόσοψη και στις δύο οδούς. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τα εξής οικόπεδα: α) το υπ’ αριθμ. 6 οικόπεδο, με κωδικό αριθμό κτηματογραφήσεως της ως άνω Πράξεως Εφαρμογής ............, εμβαδού κατά την ως άνω Πράξη 167,59 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών, νότια με όμορο οικόπεδο (υπ’ αριθμ. 8), συνιδιοκτησίας της ενάγουσας και του .................................... ....................., ανατολικά με την οδό ......... και δυτικά με την οδό ........................ .................., και β) το υπ’ αριθμ. 8 οικόπεδο, με κωδικό αριθμό κτηματογραφήσεως της ως άνω Πράξεως Εφαρμογής 016318, εμβαδού κατά την ως άνω Πράξη 147,45 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με το υπ’ αριθμ. 6 οικόπεδο, συνιδιοκτησίας της ενάγουσας και του .................. ....................., νότια με ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών, ανατολικά με την οδό ....................... και δυτικά με την οδό ...................... ................... Σημειωτέον ότι στην ως άνω Πράξη Εφαρμογής που κυρώθηκε, όπως προεκτέθηκε, στις 25-8-1998 κύριος των δύο αυτών οικοπέδων φερόταν «άγνωστος».

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ’ αρθμ. 2166/28-7-1953 αποφάσεως του Δικαστηρίου των εν Θεσσαλονίκη Πρωτοδικών, η νυν ενάγουσα .......... ..................... (γεννημένη το έτος 1914) κηρύχθηκε (με βάση το ισχύον τότε νομικό καθεστώς), από την 28η Ιουλίου του έτους 1953, σε κατάσταση δικαστικής απαγορεύσεως (ήδη στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως), λόγω της εκ γενετής κωφαλαλίας της, τελεί δε αυτή μέχρι σήμερα υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, έχει δε διορισθεί με την υπ’ αριθμ. 23472/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη τελεσίδικη, ως δικαστικός συμπαραστάτης της ο .. της ....................... . του .........................., στον οποίο χορηγήθηκε η από 28-12-2009 συναίνεση του διορισμένου με την ως άνω απόφαση εποπτικού συμβουλίου για την άσκηση και συζήτηση της ένδικης αγωγής για λογαριασμό της συμπαραστατούμενης. Κατ’ ακολουθία, αποδείχθηκε ότι εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα δύο επίδικα οικόπεδα που ανήκουν στην ενάγουσα, η οποία τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, καθ’ όλο το διάστημα που διαρκεί αυτή η κατάσταση, ήτοι από το 1953 έως σήμερα. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η προβαλλόμενη (καθ’ υποφοράν) από την ενάγουσα αντένστασή της, ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί η ένσταση ιδίας κυριότητας της τρίτης εναγομένης (που βασίζεται στη χρησικτησία) ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ασκούσε πράξεις συννομής επί του ως άνω ακινήτου της (το οποίο διαιρέθηκε σε δύο οικόπεδα, με την πράξη εφαρμογής), δια των επιτρόπων της (σύμφωνα με το παλαιότερο νομικό καθεστώς της δικαστικής απαγόρευσης), ήτοι του ................... ........................, γαμπρού της από αδελφή, από το 1953 που διορίσθηκε αυτός επίτροπός της έως το 1982, οπότε παύθηκε από το λειτούργημα του επιτρόπου και διορίσθηκε ως επίτροπος αυτής ο .............. ..............., ο οποίος αντικαταστάθηκε, στις 12-8-2002, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 23472/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από τον νυν δικαστικό συμπαραστάτη ............... Όλοι οι ανωτέρω (επίτροποι και δικαστικός συμπαραστάτης) διορίσθηκαν, προκειμένου να επιμελούνται τις προσωπικές και περιουσιακές υποθέσεις της συμπαραστατούμενης. Η νομή, ήδη από το χρόνο θανάτου του απώτερου δικαιοπαρόχου τους ................. ..........., ο οποίος, κατά προεκτεθέντα ήταν κύριος και νομέας του ακινήτου, από το οποίο προέκυψαν τα δύο επίδικα οικόπεδα, μεταβιβάσθηκε στους ως άνω συγκληρονόμους, οι οποίοι έκτοτε ασκούσαν αυτή αδιαλείπτως, κατά τα προεκτεθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος. Πιο συγκεκριμένα, από 12-12-1956 μέχρι το 1987, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω συγκληρονόμοι διαιρούσαν τμήματα του μείζονος ακινήτου (εμβαδού 2.750 τ.μ.) και τα μεταβίβαζαν, με συμβολαιογραφικά έγγραφα, αιτία πωλήσεως, σε τρίτους. Συνεπώς, συμπεριφέρονταν και ήταν πραγματικοί συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου, ασκούσαν δε επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις συννομής, ήτοι κατείχαν αυτό με διάνοια κυρίου, η οποία εκδηλωνόταν επί του εναπομείναντος κάθε φορά τμήματος του (μείζονος) ακινήτου τους, με τον ως άνω τρόπο (διαίρεση και πώληση τμημάτων), ο οποίος απαιτούσε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ως αναγκαία προϋπόθεση τον έλεγχο και την εποπτεία του ακινήτου και την καταμέτρησή του κάθε φορά, προκειμένου να προβαίνουν σε κάθε νέα μεταβίβαση διαιρετού τμήματος, κατά τα προεκτεθέντα. Αλλά και από τον ως άνω χρόνο και μέχρι σήμερα, οι συγκύριοι συνέχισαν (η ενάγουσα δια του δικαστικού συμπαραστάτη και ..............., κατά διαστήματα, να εποπτεύουν τα δύο οικόπεδα, να τα επισκέπτονται, να καθαρίζουν αυτά από χόρτα, να επιτρέπουν σε τρίτους, όπως στον ............ ............., ............ .....................,.................. ..................., τον ........... .............., τον .................. ...................., κατά παράκληση αυτών, να παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους και να κατασκευάσουν, με την άδεια του συμπαραστάτη, μία πρόχειρη κατασκευή (υπόστεγο) για να τα προστατεύουν, διαβεβαιώνοντας τον συμπαραστάτη ότι θα την αποξηλώσουν, όταν τους το ζητήσει, καθώς και σε κάποιον τρίτο, κατά παράκλησή του να κατασκευάσει, προ τετραετίας περίπου, με την άδεια ομοίως του ως άνω συμπαραστάτη ένα πρόχειρο κατασκεύασμα από λαμαρίνες, ως αποθήκη εργαλείων, άσκησαν τις υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 15932/21-4-2008 και 45309/2009 διεκδικητικές αγωγές κατά του ................... ................... και της νυν τρίτης εναγομένης για τα επίδικα ακίνητα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να προστατεύσουν αυτά από καταπατήσεις. Τέλος, η ενάγουσα υπέβαλε, στις 19-11-2008, στο αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης, την οικεία δήλωση του Ν. 2308/1995, προκειμένου να καταχωρηθούν τα δύο επίδικα οικόπεδα, ιδιοκτησίας της, στην κτηματολογική βάση δεδομένων. Ακολούθως, προέκυψε ότι ο ................................. ...................., δικαιοπάροχος πατέρας των δύο πρώτων εναγομένων, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθμ. 50545/14-11-2006 εικονική αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του κατά της νυν τρίτης εναγομένης, ..................... ........................................, ισχυριζόμενος αναληθώς ότι δήθεν απέκτησε, το Μάρτιο του 1961, με άτυπη αγορά από τον ίδιο τον ................ ............ (πατέρα και δικαιοπάροχο της ενάγουσας), αντί τιμήματος 8.500 δρχ., τη νομή ενός διαιρετού τμήματος του μείζονος ακινήτου, εμβαδού 500 τ.μ. του αρχικού ακινήτου και ότι από τότε κατείχε διανοία κυρίου αυτό (ακολούθως δε, μετά την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής τα δύο επίδικα οικόπεδα), καθώς και ότι η νυν τρίτη εναγομένη αμφισβητούσε (λεκτικά) το δικαίωμα κυριότητάς του επ’ αυτών. Επί της εν λόγω αγωγής, η οποία, κατόπιν συνεννοήσεως των διαδίκων, συζητήθηκε, στις 30-3-2007, ερήμην της εκεί εναγομένης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 27005/12-7-2007 απόφαση, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τον δικαιοπάροχο των δύο πρώτων εναγομένων κύριο των επιδίκων ακινήτων, μετά δε την τελεσιδικία της μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Νεαπόλεως στη μερίδα αυτού, στον τόμο 335 και με αύξοντα αριθμό 361. Τα ως άνω επικαλούμενα από τον .. ........................ πραγματικά περιστατικά είναι παντελώς αβάσιμα, καθόσον ο ........... .................... απεβίωσε στις 13-8-1952, ήτοι μία δεκαετία σχεδόν νωρίτερα, από τη διϊσχυριζόμενη από τον ........... χρονολογία (ήτοι το Μάρτιο του 1961) που υποτίθεται ότι του πώλησε με άτυπη πώληση το ακίνητο. Περαιτέρω δε προέκυψε ότι το ακίνητο συννέμονταν, ήδη από το χρόνο θανάτου του ανωτέρω, οι συγκληρονόμοι του, οι οποίοι, πέραν των άλλων, προέβαιναν, κατά τα προεκτεθέντα, από 12-12-1956 μέχρι το έτος 1987, σε πωλήσεις και μεταβιβάσεις διαιρετών τμημάτων του μείζονος ακινήτου τους, και όχι ο ήδη θανών δικαιοπάροχός της ... ...................., όπως παντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται η τρίτη των εναγομένων, ο οποίος σε καμία πράξη νομής δεν προέβη επί του ακινήτου. Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια της εν λόγω εκκρεμοδικίας, και συγκεκριμένα στις 7-5- 2007, ήτοι ένα μήνα μετά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής (στις 30-3-2007) και πολύ πριν την έκδοση της αποφάσεως (στις 12-7-2007), ο ενάγων στην εικονική αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ..................... .......................... ανέλαβε την υποχρέωση, με το υπ’ αριθμ. 10995/7-5-2007 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πιερράκου, και υποσχέθηκε να πωλήσει, να μεταβιβάσει και να παραδώσει στην νυν τρίτη εναγομένη (.............. ..............) την κυριότητα των δύο επιδίκων ακινήτων. Ο .................. .............. απεβίωσε, στη Θεσσαλονίκη, στις 13-7-2007, δηλαδή μία ακριβώς ημέρα μετά την έκδοση της ως άνω ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως που τον αναγνώριζε κύριο των επιδίκων. Ωστόσο, στις 20-11-2007, ο ήδη θανών .................... ................... φέρεται να προέβη στην υπ’ αριθμ. 64913/20-11-2007 αίτηση προς το αρμόδιο Πολεοδομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης περί διορθώσεως της προμνησθείσας Πράξεως Εφαρμογής που αφορά την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής Άνωθεν Ασύλου του Δήμου .............., πετυχαίνοντας, με τη χρήση της ως άνω αποφάσεως ως τίτλου κυριότητας, την έκδοση της υπ’ αριθμ. 7/633 διορθωτικής Πράξεως Εφαρμογής που μεταγράφηκε νομίμως, με την οποία διορθώθηκε ο ιδιοκτήτης των επιδίκων ακινήτων και στη θέση «άγνωστος» τέθηκε το όνομα του ήδη θανόντος ........................... ................ Ακολούθως, η τρίτη εναγομένη προέβη, ως αγοράστρια, στις 8-2-2008, ήτοι μετά το θάνατο του πωλητή .................... .................., τον οποίο (θάνατο) αυτή γνώριζε, στη σύνταξη του υπ’ αριθμ. 11288/8-2-2008 οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πιερράκου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στον τόμο 341 και με αύξοντα αριθμό 596, σε εκτέλεση του προαναφερθέντος προσυμφώνου πωλήσεως, με αυτοσύμβαση, κατ’ άρθρο 235 του ΑΚ, και με πληρεξουσιότητα που της χορηγήθηκε από τον ................... .......... με το προαναφερθέν προσύμφωνο. Το ως άνω, λοιπόν, συμβόλαιο είναι άκυρο, καθόσον αυτό συντάχθηκε, μετά την παύση της πληρεξουσιότητας λόγω θανάτου του δόντος αυτήν .................. ........................., κατ’ άρθρο 223 του ΑΚ. Έπρεπε δε να κληθούν από την τρίτη εναγομένη να συμπράξουν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, ως μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς και συνεπώς νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του .............. ........................., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του. Εξάλλου, προέκυψε ότι για τις πωλήσεις αυτές δεν καταβλήθηκε από την τρίτη εναγομένη ή τους υιούς της κανένα απολύτως τίμημα στον ................. ........... και συνεπώς το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας είναι άκυρο, πλην της ως άνω αιτίας (ήτοι λόγω παύσεως της δοθείσης πληρεξουσιότητας λόγω θανάτου) και λόγω εικονικότητας ως προς το τίμημα των πωλήσεων και επομένως δεν μεταβιβάσθηκε με αυτό η κυριότητα των επιδίκων. Για τον ίδιο δε λόγο, ήτοι διότι η συμφωνία για το τίμημα είναι εικονική, είναι άκυρο και το προσύμφωνο πωλήσεως (βλ. EφΘεσ 1610/1989 EλλΔνη 31. 1287). Πιο συγκεκριμένα, η νυν τρίτη των εναγομένων φέρεται να κατέβαλε στον .. ............... εξ ολοκλήρου, πριν την υπογραφή του προσυμφώνου (στις 7-5-2007) και ενώ ακόμη εκκρεμούσε η έκδοση αποφάσεως επί της συμπαικτικώς ασκηθείσης αγωγής του ... .............., τίμημα 28.775 ευρώ για το πρώτο των επιδίκων οικοπέδων και 25.245 ευρώ για το δεύτερο εξ αυτών, η αγοραία δε αξία των ως άνω ακινήτων, κατά το χρόνο που έγινε το ως άνω προσύμφωνο, ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 100.000 ευρώ για κάθε οικόπεδο. Ο προβαλλόμενος με τις προτάσεις ισχυρισμός της ότι κατέβαλε συνολικά 180.000 ευρώ στον ... ..............., εξοφλώντας ολοσχερώς το τίμημα, κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου συμβολαίου (στις 7-5-2007) κρίνεται παντελώς αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον αυτή δεν προσκόμισε κανένα τραπεζικό έγγραφο, απ’ το οποίο να προκύπτει καταρχάς ότι διέθετε τόσο μεγάλες καταθέσεις που να δικαιολογούν μία τόσο μεγάλη αγορά ακινήτων και κατά δεύτερον ότι όντως προέβη η ίδια ή οι υιοί της σε ανάληψη τόσο μεγάλων ποσών, κατά το κρίσιμο διάστημα προ της καταρτίσεως του προσυμφώνου. Το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως απ’ αυτήν σχετικό με αριθμό 17Α που φέρει τον τίτλο «πίνακας μηνιαίων δόσεων» δεν αποτελεί έγγραφο, καθόσον πέραν από τις λέξεις “................ ............” που αναγράφονται στην επικεφαλίδα του δεν φέρει χρονολογία εκδόσεως, ούτε τα στοιχεία του εκδότη και υπογραφή, συνεπώς, δεν μπορεί να εκτιμηθεί. Εξάλλου, τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως απ’ αυτήν σχετικά με αριθμούς 17Β, 17Γ, 17Δ και 17Ζ αφορούν πιστωτικές κάρτες της τρίτης εναγομένης και του ................ ........., σε διάφορα χρονικά διαστήματα του έτους 2008 και όχι του κρίσιμου χρόνου, ως προς τα οποία δεν προκύπτει το είδος των συμβάσεων που συνήφθησαν και δεν μπορούν να εκτιμηθούν, ενώ και τα προσκομιζόμενα σχετικά με αριθμούς 17Ε και 17ΣΤ αφορούν το μεν πρώτο έμβασμα που έκανε η τρίτη εναγομένη, στις 28-3-2007, στην Κύπρο, ποσού 3.615 ευρώ, το δε άλλο πίνακα απόσβεσης δανείου του ...................... ............. στην ......... ............................, με ημερομηνία εγγράφου 22-5-2007, αρχικού κεφαλαίου 6.000 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζεται περαιτέρω τι ακριβώς αφορά αυτό το δάνειο. Σε κάθε δε περίπτωση, η τρίτη εναγομένη δεν κατέστη κυρία των επιδίκων ακινήτων, με το ως άνω συμβόλαιο, και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός της δεν είχε αποκτήσει ποτέ κυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, έτσι ώστε να δύναται να της τη μεταβιβάσει. Το ως άνω, ωστόσο, νομικό ελάττωμα (ήτοι η έλλειψη κυριότητος του πωλητού επί του πωλουμένου ακινήτου) δεν ασκεί επιρροή για την προεκτεθείσα κρίση της εικονικότητας (βλ. σχετ. ΑΠ 2036/1986 ΝοΒ 35, 1235, ΑΠ 525/1986 ΝοΒ 35, 193, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, Ειδικό Ενοχικό, τ. ΙΙΙ, υπό άρθρο 514 αριθμ. 3 και 4), αλλά το εμπράγματο δικαίωμα του τρίτου, εν προκειμένω της ενάγουσας, από τη φύση του αντιτάσσεται και κατά του αγοραστή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αρχική μείζονα σκέψη της αποφάσεως, με την κύρωση της πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ’ αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεώς τους. Συνεπώς, ο ............... ................., μη όντας πραγματικός κύριος των επιδίκων ακινήτων, δεν απέκτησε από της μεταγραφής της διορθωτικής πράξεως εφαρμογής πρωτοτύπως κυριότητα επ’ αυτών. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, όταν η ενάγουσα, δια του δικαστικού συμπαραστάτη της, έλαβε γνώση των ως άνω εγκλημάτων που τελέσθηκαν σε βάρος της, άσκησε την από 17-7-2008 έγκληση κατά του .................... ................... (ο οποίος όμως είχε ήδη αποβιώσει), της νυν τρίτης εναγομένης και του .............. ......, κατά των οποίων και κατά του ................ ............. (μάρτυρα του . ................ στην συμπαικτική δίκη) ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, της απάτης στο Δικαστήριο, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα από κοινού και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη στο Δικαστήριο, οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση ενώπιον του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ ήδη στις 21-4-2008 η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την προαναφερθείσα (υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 15932/21-4-2008) διεκδικητική αγωγή κατά του ................... ........... και της νυν τρίτης εναγομένης για τα επίδικα ακίνητα, με το ίδιο περιεχόμενο με την ένδικη αγωγή, εγγράφοντας περίληψη αυτής στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στις 22-4-2008, στον τόμο 35 και με αύξοντα αριθμό 77. Μετά δε την άσκηση της ως άνω διεκδικητικής αγωγής, μεταξύ άλλων και σε βάρος της, η τρίτη εναγόμενη, δυνάμει του υπ’ υπ’ αριθμ. 11489/31-7-2008 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πιερράκου, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στον τόμο 350 και με αύξοντα αριθμό 322, μεταβίβασε την κυριότητα του επιδίκου υπ’ αριθμ. 06 οικοπέδου, εμβαδού 167,65 τ.μ., κατ’ ισομοιρίαν, στην τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, οι οποίες ήταν κακόπιστες, αφού γνώριζαν την ακυρότητα του ως άνω φερομένου ως τίτλου κτήσεως της τρίτης των εναγομένων, καθόσον, όταν προέβησαν στη δήθεν αγορά, είχε ήδη εγγραφεί η ανωτέρω διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, το περιεχόμενο της οποίας γνώριζαν. Επομένως, αυτές ενήργησαν δολίως, σε συνεννόηση με την τρίτη εναγομένη, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιες και η τρίτη εναγομένη παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία της ενάγουσας και του συγκυρίου της ............. ........................, αλλιώς δεν θα προέβαιναν στη δήθεν αγορά των ως άνω ακινήτων που φέρουν βάρος, ήτοι την ανωτέρω διεκδικητική αγωγή της νυν ενάγουσας. Για την ως άνω δε πώληση δεν καταβλήθηκε κανένα τίμημα, γεγονός που συνομολογεί και η τρίτη εναγομένη, με τις προτάσεις της, ούτε όμως και υπήρχε σοβαρή βούληση των τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων να καταβληθεί οποιοδήποτε τίμημα, δεδομένου ότι αυτές προσπάθησαν να διευκολύνουν την τρίτη των εναγομένων. Συνεπεία των ανωτέρω είναι άκυρο και το συμβόλαιο αγοραπωλησίας δια του οποίου η τέταρτη και πέμπτη εναγομένη φέρονται να απέκτησαν το ως άνω επίδικο ακίνητο, λόγω της εικονικότητας του τιμήματος της πωλήσεως, καθώς και διότι αυτό στηρίζεται στον άκυρο τίτλο κτήσεως, ήτοι το προηγούμενο οριστικό συμβόλαιο της τρίτης εναγομένης που καταρτίστηκε, μετά την παύση της πληρεξουσιότητας λόγω θανάτου του .. .......................... και ανέγραφε εικονικό τίμημα. Σε κάθε δε περίπτωση, η τέταρτη και πέμπτη εναγομένη δεν απέκτησαν την κυριότητα του ως άνω υπ’ αριθμ. 6 οικοπέδου, καθόσον η τρίτη εναγομένη που φέρεται να τους το μεταβίβασε δεν είχε αποκτήσει ποτέ κυριότητα επ’ αυτού. Συνεπώς, η προβαλλόμενη από την τρίτη εναγομένη ένσταση αποδυνάμωσης δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος και δεύτερος των εναγομένων αμφισβητούν, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα συγκυριότητας της ενάγουσας και του ................ ................... επί των επιδίκων ακινήτων.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως προς τον πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, να γίνει δε αυτή δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τις λοιπές εναγόμενες, να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω συμβάσεις πωλήσεως είναι άκυρες, καθώς και να αναγνωριστεί η ενάγουσα συγκυρία, συννομέας και συγκάτοχος, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου, των ως άνω επιδίκων οικοπέδων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Ακολούθως, για την περίπτωση, κατά την οποία η τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων θα ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να ορισθεί το προκαταβλητέο παράβολο αυτής (άρθρα 501, 502 § 1, 505 § 2 του KΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό, δεδομένου ότι ο πρώτος και δεύτερος των εναγομένων δεν έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί το σύνολο των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), σε βάρος της τρίτης των εναγομένων, λόγω της ήττας της, καθόσον το μέρος που απορρίφθηκε από την ένδικη αγωγή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα (άρθρ. 178 § 2 του ΚΠολΔ), καθώς και τα έξοδα της ερήμην δίκης σε βάρος της τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων που δικάστηκαν ερήμην (άρθρ. 184 εδ. α΄ του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν πρέπει να επιδικασθούν έξοδα σε βάρος της ενάγουσας, κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς τους πρώτο και δεύτερο εναγόμενο, καθόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν και δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα (βλ. άρθρο 189 § 1 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην του πρώτου, δεύτερου, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

OPIZEI το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, για την περίπτωση ασκήσεως από την τέταρτη και πέμπτη εναγομένη ανακοπής ερημοδικίας κατά της αποφάσεως αυτής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τον πρώτο και δεύτερο των εναγομένων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή, ως προς τις λοιπές εναγόμενες.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η σύμβαση πωλήσεως, για την οποία συνετάγη το υπ’ αριθμ. 11288/8-2-2008 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πιερράκου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στον τόμο 341 και με αύξοντα αριθμό 596, είναι άκυρη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η σύμβαση πωλήσεως, για την οποία συνετάγη το υπ’ αριθμ. 11489/31-7-2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πιερράκου, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στον τόμο 350 και με αύξοντα αριθμό 322, είναι άκυρη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ενάγουσα συγκυρία, συννομέα και συγκάτοχο, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου, των δύο ακινήτων του υπ’ αριθμ. 1121Β οικοδομικού τετραγώνου του Δήμου ...................., που περιγράφονται λεπτομερώς στο σκεπτικό της παρούσας, ήτοι: α) του υπ’ αριθμ. 6 οικοπέδου, με κωδικό αριθμό κτηματογραφήσεως .......... της υπ’ αριθμ. 7 Πράξη Εφαρμογής της Διευθύνσεως Πολεοδομίας - Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 29/18323/ΠΕ/1267/25-8-1998 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης που αφορά την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής Άνωθεν Ασύλου του Δήμου ........................ Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, εμβαδού κατά την ως άνω Πράξη 167,59 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών, νότια με όμορο οικόπεδο (υπ’ αριθμ. 8), συνιδιοκτησίας της ενάγουσας και του ........... ......................, ανατολικά με την οδό Ιτέας και δυτικά με την οδό .............................. .............., και β) του υπ’ αριθμ. 8 οικοπέδου, με κωδικό αριθμό κτηματογραφήσεως της ως άνω Πράξεως Εφαρμογής ..........., εμβαδού κατά την ως άνω Πράξη 147,45 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με το υπ’ αριθμ. 6 οικόπεδο, συνιδιοκτησίας της ενάγουσας και του ................................... ..................., νότια με ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών, ανατολικά με την οδό ........... και δυτικά με την οδό ............... ........... .

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων το σύνολο των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000 €) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ κλπ.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Π.Β.

 

Σχόλια