ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΤΑ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ....ο επικαλούμενος

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit


[...] Ο τελευταίος διαλαμβανόμενος στον έβδομο λόγο της ανακοπής ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι η προβλεπόμενη από την .....
ένδικη δανειακή..σύμβαση μετακύλιση της εισφοράς του Ν 128/1975 στον πιστούχο είναι παράνομη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι ...... ΟΛΌΚΛΗΡΗ Η ΑΠΌΦΑΣΗ.......




 
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3670/2012

Πρόεδρος Π. Ζωντανού, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγήτρια Ν. Κατσιαούνη, Εφέτης

Δικηγόροι Α. Καλλιγερίδου, Β. Τσιατά



[...] Ο τελευταίος διαλαμβανόμενος στον έβδομο λόγο της ανακοπής ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι η προβλεπόμενη από την ένδικη δανειακή σύμβαση μετακύλιση της εισφοράς του Ν 128/1975 στον πιστούχο είναι παράνομη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς με συμβατικό όρο δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν 128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν, ως υπόχρεοι για την καταβολή της (εισφοράς), τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες χωρίς, όμως, να απαγορεύεται από αυτή ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους. Έτσι, η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς στους δανειολήπτες, εφόσον δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των εξωτραπεζικών επιτοκίων (βλ. και ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 46,802, ΕΑ 4424/2009 Nomos, ΕΑ 1558/2007 ΕλλΔνη 2007,902, ΕφΛαρ 114/2007 Δικ 2007,241).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 626 παρ. 2, 627 εδ. γ', 630 και 631 ΚΠολΔ η διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι απόφαση ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό, απαιτείται απλώς να αναφέρει την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται το είδος της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση έστω και συνοπτικά, και δεν είναι ανάγκη να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή. Ειδικότερα επί διαταγής πληρωμής με την οποία διατάσσεται ο οφειλέτης να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό, το οποίο αποτελεί χρεωστικό υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που τηρήθηκε στα πλαίσια συμβάσεως παροχής πιστώσεως από την αιτούσα δανείστρια τράπεζα στον οφειλέτη ή σε τρίτο με την εγγύηση του καθού η διαταγή πληρωμής, και έκλεισε οριστικά, αρκεί για την πληρότητά της ως προς την αιτία της πληρωμής να αναφέρεται σε αυτή έστω και συνοπτικά ότι το ποσό του οποίου διατάσσεται η πληρωμή, αποτελεί ισόποσο κατάλοιπο σε βάρος του οφειλέτη (πρωτοφειλέτη ή εγγυητή) που προέκυψε από το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και η κίνηση των πιστοχρεωστικών κονδυλίων του λογαριασμού αυτού, από την αντιπαραβολή των οποίων προέκυψε το επιδικαζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο (ΑΠ 1389/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 623 και 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 625 έως 634 του ίδιου κώδικα, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για μη εξαρτώμενες από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό είναι ορισμένο και αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, τα έγγραφα δε αυτά, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό αυτής, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 623 παρ. 3 του ιδίου κώδικα να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Για το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού στα πλαίσια σύμβασης πιστώσεως εκδίδεται διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτό είναι ορισμένο κατά το ποσό και δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία και με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύονται εγγράφως: 1) η σύμβαση ανοίγματος του λογαριασμού, 2) το κλείσιμό του και 3) το υπόλοιπο, που προέκυψε από το κλείσιμο του λογαριασμού και στηρίζει την απαίτηση του αιτούντος (ΑΠ 925/2002 ΝοΒ 2003,243, ΕφΑθ 3791/2008 ΕλλΔνη 2009,205). Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 112 του ΕισΝΑΚ, με αυτές των άρθρων 361 και 874 του ΑΚ, 669 του ΕμπΝ, 47 και 64 έως 67 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», με σαφήνεια προκύπτει, ότι ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικά, με καταγγελία της σύμβασης, χωρίς να αποκλείεται να έχει, έγκυρα, συμφωνηθεί, ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία, με αποτέλεσμα να αίρεται για το μέλλον η οικεία σύμβαση, να περατώνεται η παρεπόμενη σχέση του αλληλόχρεου λογαριασμού και να καθίσταται απαιτητό το κατάλοιπο αυτού. Το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επιμέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 1227/2006 Nomos, ΕΑ 1646/2006 ΔΕΕ 2006,921).

Περαιτέρω, η περιλαμβανόμενη, στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη και δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη (ΑΠ 35/2011, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 925/2006 Nomos, ΑΠ 722/2000 ΕλλΔνη 2001,105, ΕφΑθ 3791/2008 ΕλλΔνη 2009,205, ΕφΑθ 4784/2007 ΔΕΕ 2008,206, ΕφΑθ 1646/2006 ΕλλΔνη 2007,627). Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου, με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον τηρούνται μηχανογραφικά τα βιβλία της τράπεζας, οπότε η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή μέσα στον υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της Τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που κατέχει η Τράπεζα, για την απόδειξη του περιεχομένου του, εξαχθέντος από την ηλεκτρονικό υπολογιστή, αποσπάσματος των βιβλίων της και, επομένως, δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από την αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 589/2008 και ΑΠ 441/2007, ΑΠ 578/2005 ΔΕΕ 2006,62, ΕΑ 1876/2008 ΔΕΕ 2009,80). Το παραπάνω απόσπασμα μπορεί, σε συνδυασμό με την έγγραφη σύμβαση της πίστωσης, να στηρίξει, κατά νόμο, την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πιστούχου, ο οποίος μπορεί, απλά, να αμφισβητήσει το ύψος των περιεχομένων στο Απόσπασμα κατ' ιδίαν κονδυλίων πιστοχρεώσεων (ΑΠ 1658/2008, ΑΠ 589/2008, ΑΠ 441/2007, ΑΠ 902/2006 και ΑΠ 1094/2006).

Έτσι, ο σχετικός όρος σε συμβάσεις παροχής πίστωσης δεν είναι καταχρηστικός, εάν όμως η παραπάνω συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο, ότι ο πιστούχος δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των αποσπασμάτων, το σκέλος αυτό της συμφωνίας είναι, σε κάθε περίπτωση, άκυρο, κατά το άρθρο 372 ΑΚ, διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βούλησης και συνεπώς προσκρούει στη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα, πράγμα που μπορεί να γίνει με ανακοπή κατά το άρθρο 632 του ΚΠολΔ, όταν εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, το βάρος δε απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορούν να γίνουν αντικείμενο απόδειξης, φέρει ο πιστούχος (ΑΠ 589/2008 ό.π., ΑΠ 1022/2003 ΕλλΔνη 2004,90, ΑΠ 916/2002 ΕλλΔνη 2003,1297, ΑΠ 722/2000 ΕλλΔνη 2001,105, ΕφΑθ 4784/2007 ΔΕΕ 2008,206, ΕφΑθ 1558/2007 ΕλλΔνη 2007,902, ΕφΑθ 5900/2006 ΔΕΕ 2007,327). [...]

Όμως ο επικαλούμενος με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού όρος της ένδικης σύμβασης περί παραιτήσεως των ανακοπτόντων από κάθε δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν την αποδεικνυόμενη από τα βιβλία της καθής τράπεζας οφειλής τους προς αυτή, ο οποίος πράγματι περιλαμβάνεται στην ένδικη σύμβαση κατά τα προαναφερόμενα, είναι αντίθετος στη διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ. Και τούτο διότι κατά την απόλυτη κρίση της καθής εισάγεται ανεπίτρεπτος περιορισμός των αποδεικτικών μέσων, και συνεπώς ο όρος αυτός είναι άκυρος (άρθρο 174 ΑΚ), σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Η ακυρότητα όμως αυτού του όρου δεν συνδέεται από τους ανακόπτοντες με την ακυρότητα κάποιου κονδυλίου ή ποσού που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αλλά ούτε συνεπάγεται την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, αφού ούτε οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος της (άρθρο 181 ΑΚ), και η μόνη συνέπεια της ακυρότητάς του είναι ότι οι ανακόπτοντες έχουν δικαίωμα να αμφισβητούν τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα των βιβλίων της καθής με την ανακοπή τους (EA 776/2006 ΕλλΔνη 2006,1499). Επομένως ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Περαιτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες διατείνονται ότι παράνομα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 της 1969/8.8.1991 ΠΔ/ΤΕ, που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του Ν 1266/1982, όπως τροποποιήθηκε με την ΠΔ/ΤΕ 1979/25.9.1991 και την απόφαση της ΕΝΠΘ/ΤΕ 524/8.9.1993, ο τηρηθείς λογαριασμός χρεώθηκε με τα ιστορούμενα κονδύλια προμηθειών της τράπεζας, διότι στην προσκομιζόμενη κίνηση του επιδίκου λογαριασμού, που έχει εξαχθεί από τα βιβλία της καθής, δεν έγινε οποιαδήποτε χρέωση για προμήθειες της καθής τράπεζας χρεώσεις, και τα αμφισβητούμενα με τον ανωτέρω λόγο κονδύλια δεν είναι προμήθειες, αλλά έξοδα διαχείρισης, τα οποία ουδόλως αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο ότι αυτά έχουν χαρακτηριστικά προμήθειας.

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. Α΄ του Ν 2251/1994, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Κατά τη διάταξη αυτή καταναλωτής του αντισυμβαλλομένου κάθε προμηθευτή, ανεξαρτήτως των παρεχομένων προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι μόνο φυσικό πρόσωπο και μάλιστα αυτό που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς σκοπούς, διότι στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και εν γένει την εξειδικευμένη στο αντικείμενο αυτό διαπραγματευτική ικανότητα που έχει ο προμηθευτής, γεγονός που δικαιολογεί την προστασία του από το νόμο. Έτσι, ουσιαστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του συμβαλλομένου ως καταναλωτή, πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Επομένως, μόνο οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικά ασθενέστερο μέρος. Η ηθελημένη από τις διατάξεις αυτές ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στην περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως σκοπό την επαγγελματική δραστηριότητα και όταν οι επιχειρούμενες, από τους εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες συναλλαγές συναρτώνται λειτουργικά με την άσκηση του επαγγέλματος τους, δεν τίθεται θέμα προστασίας τους με τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις (ΕφΠειρ 469/2009, ΕφΑθ 3884/2006 ΕλλΔνη 2007,305). Τέλος ο εγγυητής του οφειλέτη που δεν είναι καταναλωτής κατά την προαναφερόμενη έννοια του Ν 2251/1994 δεν θεωρείται και αυτός καταναλωτής (πρβλ. ΕΘ 1429/2009). Εξάλλου κατά το άρθρο 851 του ΑΚ «ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη». Κατά δε το άρθρο 852 του αυτού κώδικα «ο εγγυητής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν ευθύνεται για παρεπόμενες παροχές που είχαν συμφωνηθεί και ήταν απαιτητές κατά το χρόνο της εγγύησης. Για τέτοιες παροχές που γίνονται απαιτητές μετά την εγγύηση, ο εγγυητής σε περίπτωση αμφιβολίας ευθύνεται μόνον αν κατά το χρόνο της εγγύησης γνώριζε την ύπαρξή τους». Με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες είναι ενδοτικού χαρακτήρα, με την έννοια ότι μπορεί να καθορίζεται ελεύθερα στενότερη η ευρύτερη ευθύνη του εγγυητή με τη σύμβαση εγγυήσεως, καθιερώνεται ευθύνη του εγγυητή για την, από πταίσμα ή υπερημερία του πρωτοφειλέτη ή αδυναμία παροχής, εκάστοτε έκταση της κύριας οφειλής και των απαιτητών κατά την εγγύηση παρεπομένων παροχών, όπως και εκείνων που κατέστησαν απαιτητές μεταγενέστερα και γνώριζε την ύπαρξη τους (ΑΠ 27/2010).

Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι ο όρος της ένδικης σύμβασης περί παραιτήσεως του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου τούτων ως εγγυητών από τα ευεργετήματα των άρθρων 862 και 863 ΑΚ, και από την ένσταση διζήσεως, είναι καταχρηστικός ως αντίθετος στις διατάξεις του Ν 2251/1994, αλλά και του άρθρου 332 ΑΚ. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η πιστούχος ανώνυμη εταιρία είναι νομικό πρόσωπο, εμπορική κατά το νόμο εταιρία, η οποία συμβλήθηκε στην επίδικη σύμβαση για την επιδίωξη του εταιρικού της σκοπού και την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών της αναγκών και συνεπώς δεν θεωρείται καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν 2251/1994. Περαιτέρω οι ανακόπτοντες εγγυητές, νόμιμος εκπρόσωπος ο πρώτος και μέτοχοι οι λοιποί της πιστούχου εταιρίας, κατά τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις παρείχαν την ένδικη εγγύηση υπέρ της εταιρίας αποβλέποντας στα κέρδη που θα επέφερε σε αυτήν η χορήγηση μίας τόσο σημαντικής πίστωσης και έμμεσα στους ίδιους ως μετόχους της, δηλαδή για επαγγελματικούς σκοπούς και όχι στην κάλυψη των δικών τους καταναλωτικών αναγκών σε ιδιωτικό επίπεδο και συνεπώς αυτοί δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως ασθενέστερο μέρος της προκείμενης σύμβασης, βάσει των επικαλούμενων από τους ίδιους διατάξεων του Ν 2251/1994, για την ακυρότητα του όρου της ένδικης σύμβασης περί παραίτησης από τα ευεργετήματα τους εκ των άρθρων 862 και 863 ΑΚ. Όμως ούτε και στη διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ αντίκειται ο όρος αυτός διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις των άρθρων του ΑΚ για την ευθύνη του εγγυητή είναι ενδοτικού χαρακτήρα και συνεπώς εγκύρως με τον επικαλούμενο συμβατικό όρο της ένδικης σύμβασης εγγυήσεως καθορίστηκε ελεύθερα ευρύτερη ευθύνη των ανακοπτόντων εγγυητών σε περίπτωση πταίσματος ή υπερημερίας της πρωτοφειλέτριας ή αδυναμίας παροχής και παραιτήθηκαν αυτοί από την ένσταση διζήσεως. [...]

Περαιτέρω από το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν 1083/1980, την υπ’ αριθμ. 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 του ΑΚ και τα άρθρα 110, 111 και 112 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς και ληξιπρόθεσμων τόκων, δικαιοπρακτικών νόμιμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί, οριστικού καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως, χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΑΠ Ολ 8 και 9/1998 ΕλλΔνη 39,71). Ωστόσο, αλλαγές στην ως άνω ρύθμιση, επέφερε ο Ν 2601/1998, που κατά το άρθρο 20 αυτοί) ισχύει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 15.4.1998, βάσει της διατάξεως του άρθρου 12 του οποίου, επί συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού, που συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά τις 15.4.1998, επιτρέπεται συμφωνία ανατοκισμού των καθυστερούμενων τόκων, ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστο όριο. Περαιτέρω, επί αλληλόχρεου λογαριασμού, κατά το άρθρο 112 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, όταν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού των τόκων υπερημερίας και μετά το κλείσιμο αυτού, οι τόκοι αυτοί ανατοκίζονται, κατά τους όρους της συμφωνίας, ανεξάρτητα από το αν για την οφειλή του καταλοίπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση ή εκτελεστός τίτλος, όπως είναι η διαταγή πληρωμής (άρθρο 631 του ΚΠολΔ), διότι το κατάλοιπο, που αποτελεί απαίτηση της δανείστριας τράπεζας, δεν χάνει, με την έκδοση της απόφασης ή του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής, το χαρακτήρα της τραπεζικής απαίτησης, αφού ο προαναφερόμενος εξουσιοδοτικός νόμος και η παραπάνω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής προβλέπουν τον εκτοκισμό των οφειλόμενων στις τράπεζες τόκων, εφόσον τούτο είχε συμφωνηθεί, χωρίς να κάνουν καμία διάκριση, μεταξύ ενεργού συμβάσεως και συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, που για οποιοδήποτε λόγο έληξε, ή να εξαιρούν τον εκτοκισμό, όταν έχει εκδοθεί για την οφειλή δικαστική απόφαση ή εκτελεστός τίτλος διαταγής πληρωμής (ΑΠ 938/2002 ΕλλΔνη 44,1368, ΑΠ 1619/2000 ΕλλΔνη 42,744, ΕφΑθ 3984/2011 ΔΕΕ 2011,1276).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες επικαλούνται ότι ακύρως υποχρεώθηκαν με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής να καταβάλουν στην καθής τόκους υπερημερίας με εξάμηνο ανατοκισμό και μετά το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού του τηρούνταν για την εξυπηρέτηση της επίδικης σύμβασης πίστωσης. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι μη νόμιμος και απορριπτέος διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις, δυνάμει του όρου της ένδικης σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, περί ανατοκισμού των τόκων ανά εξάμηνο και μετά το κλείσιμο του αλληλόχρεου αυτού λογαριασμού, οι τόκοι ανατοκίζονται και μετά τη λήξη της σύμβασης και ανεξάρτητα από το εάν για την οφειλή του καταλοίπου του αλληλόχρεου αυτού λογαριασμού έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αφού το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ως απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή, δανείστριας τράπεζας, δεν χάνει με την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής το χαρακτήρα της τραπεζικής απαίτησης, αφού τόσο στον προαναφερόμενο εξουσιοδοτικό νόμο, όσο και στην βάσει αυτού εκδοθείσα ως άνω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, προβλέπεται εκτοκισμός των οφειλόμενων στις τράπεζες τόκων, εφόσον τούτο συμφωνήθηκε με σχετικό όρο της σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο), στον οποίο δεν γίνεται διάκριση, μεταξύ ενεργού συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού λήξασας για οποιοδήποτε λόγο. Τέλος ο περιεχόμενος στο λόγο αυτό ισχυρισμός των ανακοπτόντων περί εξοφλήσεως ποσού 40.000 ευρώ λόγω προφανούς πληρωμής ισόποσων «διαταγών» εκδόσεως Χριστοδούλου, πέραν της αοριστίας του και του ασαφούς περιεχομένου του ουδόλως αποδείχθηκε με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από την έναρξη ισχύος του Ν 1676/1986 (29.12.1986) επιβλήθηκε ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών (ΕΦΤΕ) στις συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που παρέχονται από ημεδαπές Τράπεζες που λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του θεσμικού νόμου περί Τραπεζών (Ν 5076/1931), από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και από αλλοδαπές ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα καταργήθηκαν οι διατάξεις που προέβλεπαν την επιβολή τέλους χαρτοσήμου στις συμβάσεις αυτές. Με τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 2 του Ν 2157/1993 ορίστηκε ότι από 8.6.1993 και εντεύθεν, αφενός μεν καταργείται ο ΕΦΤΕ που προβλέπεται από τις διατάξεις της περ. α΄ του άρθρου 7 του Ν 1676/1986, αφετέρου δε ότι στις συμβάσεις αυτές, καθώς και στα παρεπόμενα αυτών σύμφωνα, δεν επιβάλλεται ούτε τέλος χαρτοσήμου. Επομένως, δάνεια που χορηγήθηκαν μετά την 29.12.1986 από τις ημεδαπές Τράπεζες καθώς και από τις αλλοδαπές Τράπεζες που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, δεν υπόκεινται σε τέλη χαρτοσήμου, ενώ δάνεια που χορηγήθηκαν από τους ίδιους φορείς μετά την 8.6.1993, ούτε σε τέλη χαρτοσήμου, ούτε σε ΕΦΤΕ υπόκεινται (ΔΕφΑθ 55/2010). Τέλος με το άρθρο 33 του Ν 287/2000 από την 1.1.2001 ο ΕΦΤΕ των άρθρων 6-16 του Ν 1676/1986 στα ακαθάριστα έσοδα τραπεζών που προβλέπονται από την περ. β΄ του άρθρου 7 του ιδίου νόμου καταργείται και σε αυτά δεν επιβάλλεται ούτε τέλος χαρτοσήμου. [...]



(Δέχεται την έφεση.)

Σχόλια