ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ-ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΔΥΣΧΕΡΙΕΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Α. ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΔΥΣΧΕΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΟΜΒΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 2664/1998
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Α. ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ-Δικηγόρου
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Αφορμή για την παρούσα μελέτη αποτελεί η ερμηνευτική δυσχέρεια που παρατηρείται στην .....
εφαρμογή θεμελιωδών διατάξεων του Ν. 2664/1998 και η εντεύθεν νομολογιακή διχοστασία που απορρέει από αυτήν, καθιστώντας έτι περαιτέρω προβληματική την, ούτως ή άλλως εμπεριέχουσα εγγενείς δυσκολίες, ε
ξαιρετικά όψιμη αλλά και αρκετά πρόχειρη απόπειρα μετάβασης του δικαιϊκού μας συστήματος από το θεσμό των «μεταγραφών και υποθηκών» στον νεοπαγή και, ως εκ τούτου άγνωστο στο νομικό κόσμο της Χώρας μας, θεσμό του Κτηματολογίου, που επιχειρείται με τον παραπάνω νόμο.



Βασική αιτία των περισσοτέρων ερμηνευτικών προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του Ν. 2664/1997 αποτελεί η εξαιρετικά προβληματική (αμφίβολης συνταγματικότητας) διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του ανωτέρω νόμου, όπως τροποποιηθείσα από τον Ν. 3481/2006 ισχύει σήμερα (1).

Σκοπός της παρούσης είναι να προσφέρει στον μελετητή και εφαρμοστή του Δικαίου, (Κτηματολογικό Δικαστή, Δικηγόρο, Υποθηκοφύλακα - Προϊστάμενο Κτηματολογικού Γραφείου), μια όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένη άποψη πάνω στα βασικότερα και πλέον ακανθώδη προβλήματα που απαντώνται κατά την εφαρμογή του Ν. 2664/1998 όπως προκύπτουν στην πράξη, μέχρι το κενό που υφίσταται σήμερα να καλυφθεί κατά τον πλέον ορθό και οριστικό τρόπο από την νομολογία των ανωτέρων και ανωτάτων Δικαστηρίων μας, ενώπιον των οποίων τα απαντώμενα σήμερα σε πρώτο βαθμό προβλήματα δεν έχουν ακόμη αχθεί προς επίλυση.

Συνεπώς η παρούσα δεν συνιστά κατ’ ουδένα τρόπο μια ολοκληρωμένη ανάλυση και ερμηνεία του κτηματολογικού νόμου ούτε διεκδικεί δάφνες απολύτου ορθότητας, περιοριζόμενη στην νομική άποψη του γράφοντος πάνω στα πολύ βασικά ζητήματα εφαρμογής του, με τα οποία και μόνο καταπιάνεται.

Γνώμονα για την διαμόρφωση της άποψης του γράφοντος αποτελούν οι κατά βάσιν κλασσικές μέθοδοι ερμηνευτικής προσέγγισης κάθε νομοθετικού κειμένου, (γραμματική ερμηνεία, τελεολογική ερμηνεία συσταλτική και διασταλτική με αναδρομή όταν χρειάζεται στις αιτιολογικές εκθέσεις των επίμαχων άρθρων, συγκριτική εκτίμησή τους με προγενέστερες ρυθμίσεις των ίδιων ζητημάτων από άλλα νομοθετήματα που αντικαταστάθηκαν από τα νυν ισχύοντα κλπ). Η μοναδική ίσως ιδιαιτερότητα της ερμηνευτικής άποψης του γράφοντος είναι η δικαιολογημένη δυσπιστία με την οποία ενίοτε αντιμετωπίζει τις προθέσεις του Νομοθέτη όπως αυτές εκτίθενται στις αιτιολογικές εκθέσεις κομβικής σημασίας ρυθμίσεων, όταν από τα ίδια τα πραγματικά δεδομένα παρίστανται ήκιστα πειστικές ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους τους και, συνακόλουθα, το θάρρος να την εκφέρει ερμηνεύοντας τα νομοθετικά αυτά κείμενα με βάση τις πραγματικές προθέσεις των συντακτών τους.


ΠΡΟΒΛΗΜΑ 1ο

Η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ενός εμπραγμάτου δικαιώματος ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» μπορεί άραγε να επιτευχθεί από τον αληθή δικαιούχο με ελεύθερη εκ μέρους του επιλογή είτε της αγωγής του άρθρου 6§2 του Ν. 2664/1998 είτε της αιτήσεως με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας του άρθρου 6§3 του ιδίου Νόμου, ή η άσκηση της δεύτερης και η τελεσίδικη απόρριψή της ως νόμω ή ουσία αβάσιμης συνιστά αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της πρώτης;

Δυστυχώς στο φαινομενικά απλό αυτό ερώτημα του οποίου η απάντηση θα έπρεπε να προκύπτει αβίαστα και χωρίς πολλή σκέψη, ότι δηλαδή στη διακριτική ευχέρεια του αληθούς δικαιούχου είναι να επιλέξει ελεύθερα όποια από τις ανωτέρω δύο εναλλακτικές λύσεις επιθυμεί (είτε την αναγνωριστική – διεκδικητική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου με την αμφισβητουμένη δικαιοδοσία κατ’ άρθρον 6§2, είτε την αίτηση με την εκουσία δικαιοδοσία του άρθρου 6§3), υπάρχουν αμφισβητήσεις.

Ειδικότερα, αν ο αληθής δικαιούχος «στρέφεται με τακτική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς προηγούμενα να έχει ακολουθήσει τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά μία άποψη (πρβλ. λ.χ. υπ’ αρ. 45854/2007 ΠΠρΘεσ/νίκης), η αγωγή του θα απορριφθεί ως απαράδεκτη» (βλ. Τάσος Α. Αθανασόπουλος «ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΣΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ – ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ» Έκδοση 2008, σελίδα 364).

Πράγματι, έχει υποστηριχθεί από μερίδα της νομολογίας (βλ. και ΜΠρΒερ.43/2008, ΕΠολΔ, Τεύχος 6/2008, σελ. 875) η άποψη ότι η διόρθωση αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» δεν μπορεί να επιτευχθεί με την εκ μέρους του αληθούς δικαιούχου απ’ ευθείας άσκηση της αγωγής του άρθρου 6§2 στρεφομένης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αν δεν έχει προηγηθεί η εκ μέρους του άσκηση της αίτησης του άρθρου 6§3 και η τελεσίδικη απόρριψή της ως νόμω ή ουσία αβάσιμης.

Η άποψη αυτή, η οποία θεωρεί ως αναγκαία προδικασία της ασκήσεως της αγωγής του άρθρου 6§2 την προηγούμενη άσκηση και απόρριψη ως νόμω ή ουσία αβάσιμης της αιτήσεως του άρθρου 6§3, (όταν η προς διόρθωσιν αρχική καταχώριση αφορά σε «άγνωστο ιδιοκτήτη»), βρίσκει έρεισμα στη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 6§3 περ. α΄ εδ. ζ΄ του Ν. 2664/1998, σύμφωνα με την οποία «Εάν η αίτηση (σ.σ.του άρθρου 6§3) για τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό της προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού», αλλά και στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3481/2006, (που καθιέρωσε τη δυνατότητα διόρθωσης των αρχικών εγγραφών υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), σύμφωνα με την οποία «Στις περιπτώσεις των ακινήτων που στις πρώτες εγγραφές έχουν την ένδειξη “άγνωστου ιδιοκτήτη” η ισχύουσα σήμερα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 προβλέπει τη διόρθωσή τους με αγωγή που ασκείται ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, η οποία απευθύνεται κατά του Ο.Κ.Χ.Ε. και ανακοινώνεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Η αγωγή αυτή απευθύνεται κατά του Ο.Κ.Χ.Ε. για τον λόγο και μόνον ότι αυτός είναι η Αρχή που εξέδωσε την πράξη για την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών (και επομένως έμμεσα «αμφισβήτησε» την κυριότητα του ενάγοντος) και όχι επειδή ο ίδιος διεκδικεί τη μη καταχωρισθείσα στο κτηματολόγιο κυριότητα. … Εν όψει λοιπόν του ότι από την εγγραφή υπέρ «αγνώστου ιδιοκτήτη» και μόνο δεν δημιουργείται πραγματική ιδιωτική διαφορά μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και πάντως όχι μεταξύ του ενάγοντος και του Ο.Κ.Χ.Ε., δεν είναι αναγκαία η προσφυγή στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, η οποία θα ήταν άλλως συνταγματικώς επιβεβλημένη, αλλά αρκεί και η διόρθωση με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η οποία και ταχύτερη και απλούστερη από κάθε άποψη είναι». Ως ήδη προελέχθη, η αποδοχή της συγκεκριμένης απόψεως άγει σε απόρριψη της αγωγής του άρθρου 6§2 ως απαράδεκτης, αν η «προδικασία» της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν έχει τηρηθεί.

Προσεκτικότερη όμως μελέτη των σχετικών διατάξεων οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω άποψη δεν ευσταθεί και ότι, αντίθετα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του θιγομένου με την ανακριβή εγγραφή υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» να επιλέξει ο ίδιος τον τρόπο που θα επιδιώξει την διόρθωσή της και την καταχώριση του ιδίου ως δικαιούχου του εσφαλμένως καταχωρισθέντος δικαιώματος, ασκώντας είτε την αγωγή του άρθρου 6§2 είτε την αίτηση του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998. Το ανωτέρω συμπέρασμα στηρίζεται κατά τρόπον αδιαμφισβήτητο στους ακόλουθους πέντε (5) λόγους με ιδιαίτερη έμφαση στους τελευταίους δύο:

1. Στην γραμματική διατύπωση των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του Ν. 2664/1998, οι οποίες συμπλέκονται διαζευκτικά με τις λέξεις «μπορεί - αντί - μπορεί», καταδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό την εναλλακτικότητα της εφαρμογής τους. Συγκεκριμένα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998 «Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6§3 περ. α΄ Ν. 2664/1998 «Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου ορισθεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας». Είναι προφανές πως αν ο νομοθέτης ήθελε η εσφαλμένη καταχώριση «αγνώστου ιδιοκτήτη» να διορθώνεται υποχρεωτικά με την αίτηση του άρθρου 6§3 και μόνο σε περίπτωση απορρίψεώς της ως νόμω ή ουσία αβάσιμης να δύναται να διορθωθεί με την αγωγή του άρθρου 6§2, θα διατύπωνε τη σχετική διάταξη ως εξής: «Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, η διόρθωση ζητείται με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα… Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού» ή ως εξής: «Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί μόνο με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα… Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού».

2. Στο διαφορετικό είδος έννομης προστασίας που παρέχεται από τις δύο διατάξεις και συγκεκριμένα:

- Σύμφωνα με το άρθρο 7§3 εδ. γ΄ Ν. 2664/1998 η αμετάκλητη αποδοχή της αγωγής του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998 επιφέρει διόρθωση της αρχικής εγγραφής άγουσα σε μεταγενέστερη οριστική καταχώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου του ανακριβώς καταχωρισθέντος στις αρχικές εγγραφές δικαιώματος, η οποία παράγει το αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 7§1, ακόμα κι αν δεν έχει συμπληρωθεί η οκταετής ή δεκαετής αποσβεστική προθεσμία προς άσκησιν της αγωγής του άρθρου 6§2. Έτσι, μετά την καταχώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου δυνάμει αμετάκλητης δικαστικής απόφασης εκδοθείσας επί αγωγής του άρθρου 6§2, αποκλείεται οποιαδήποτε μεταβολή του περιεχομένου της εγγραφής του. Συνεπώς δεν χωρεί εναντίον του αγωγή του άρθρου 6§2 από τρίτον, ακόμα κι αν η οκταετής ή δεκαετής προθεσμία του άρθρου αυτού δεν έχει συμπληρωθεί, (ούτε και πρόκειται ποτέ να συμπληρωθεί, αφού η οριστική καταχώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου του εσφαλμένως καταχωρισθέντος στις αρχικές εγγραφές δικαιώματος επιφέρει αυτόματα σύντμηση της 8ετούς ή 10ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, η οποία λήγει δια και από της οριστικής αυτής καταχωρήσεως). Έτσι, η από τρίτον άσκηση νέας αγωγής του άρθρου 6§2 εναντίον του ήδη οριστικώς καταχωρισθέντος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση εκδοθείσα συνεπεία όμοιας αγωγής καθίσταται πλέον ανέφικτη για δύο λόγους: α) ελλείψει προθεσμίας για την άσκησή της και β) ελλείψει αρχικής ή μεταγενέστερης μη οριστικής εγγραφής χρήζουσας διορθώσεως, αφού η αρχική εγγραφή έχει πλέον υποκατασταθεί από μεταγενέστερη και δη οριστική. Διότι με την αγωγή του άρθρου 6§2 δύναται να επιδιωχθεί μόνο η διόρθωση αρχικών εγγραφών (βλ. αρθρο 6§2 εδ. α΄) ή μεταγενεστέρων μη οριστικών εγγραφών (βλ. άρθρο 6§3 περ. δ Ν.2664/1998).

- Τουναντίον, σύμφωνα με το άρθρο 8 Ν. 2664/1998, η αίτηση του άρθρου 6§3 επιφέρει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής άγουσα σε μεταγενέστερη μη οριστική καταχώριση του αιτούντος ως δικαιούχου του ανακριβώς καταχωρισθέντος στις αρχικές εγγραφές δικαιώματος, παράγουσα το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 13.

Τούτο σημαίνει ότι αν αυτός που καταχωρίσθηκε ως δικαιούχος συνεπεία τελεσίδικης αποδοχής αιτήσεως του άρθρου 6§3 δεν είναι πράγματι ο αληθής δικαιούχος του δικαιώματος, ο πραγματικός δικαιούχος δύναται να προσβάλλει την καταχώρισή του με δύο τρόπους:

α) με αγωγή του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998, αν δεν έχει ακόμη εκπνεύσει η 8ετής ή 10ετής αποσβεστική προθεσμία του άρθρου αυτού (αρχόμενη από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του ΟΚΧΕ με την οποία κηρύσσεται η έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου) [βλ. άρθρο 6§3 περ. δ΄ Ν.2664/1998 ] ή

β) με αγωγή του άρθρου 13§1 Ν. 2664/1998, αν έχει μεν εκπνεύσει η 8ετής ή 10ετής αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6§2, δεν έχει όμως παρέλθει 10ετία από την καταχώριση της μεταγενέστερης μη οριστικής εγγραφής του εσφαλμένως καταχωρισθέντος ως δικαιούχου, ώστε να μην μπορεί ακόμη ο τελευταίος να αντιτάξει στον αληθή δικαιούχο το επιχείρημα ότι κατέστη δικαιούχος με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (1041 ΑΚ) επικαλούμενος την ιδιότητα της μεταγενέστερης μη οριστικής καταχώρισής του ως νομιζόμενου τίτλου κατά την έννοια του άρθρου 1043 ΑΚ [βλ. άρθρο 13§2 εδ. στ΄].

Με δεδομένη λοιπόν την σοβαρή ποιοτική διαφορά της παρεχόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 6§2 και 6§3 δικαστικής προστασίας, είναι αδιανόητο να υποχρεώνεται ο θιγόμενος να προσφύγει στην παρέχουσα ήσσονα προστασία διάταξη του άρθρου 6§3 όταν μπορεί να κάλλιστα να λύσει το πρόβλημά του πληρέστερα και οριστικά προσφεύγοντας στη λύση της αγωγής του άρθρου 6§2.

3. Στο το στοιχείο του χρόνου που απαιτείται ώστε η κάθε μία από τις ανωτέρω μορφές αιτήσεως παροχής εννόμου προστασίας να οδηγήσει στο επιδιωκόμενο από τον θιγόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή στην διόρθωση της αρχικής εγγραφής υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» με νέα, στην οποία καταχωρισθείς ως δικαιούχος του δικαιώματος να είναι πλέον ο θιγόμενος από την αρχική εγγραφή αιτών ή ενάγων.

Είναι γνωστό ότι ο Ν. 2664/1998 στην αρχική μορφή του προέβλεπε ως μοναδική δυνατότητα δικαστικής διόρθωσης των αρχικών εγγραφών την αγωγή του άρθρου 6§2, είτε ο εσφαλμένως καταχωρισθείς στις αρχικές εγγραφές ήταν συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή το Δημόσιο, είτε το δικαίωμα επί του ακινήτου είχε καταχωρισθεί ως «αγνώστου ιδιοκτήτη». Μάλιστα για την διόρθωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» η αρχική παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου προέβλεπε επί λέξει τα εξής: «Η αγωγή της παραγράφου 2, όταν αφορά σε ακίνητο «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου». Ακολούθως η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 Ν. 3127/2003 ως εξής: «Η αγωγή της παραγράφου 2, όταν αφορά σε ακίνητο «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, απευθύνεται κατά του Ο.Κ.Χ.Ε. και ανακοινώνεται, με ποινή απαραδέκτου στο Ελληνικό Δημόσιο εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της», εν συνεχεία δε τροποποιήθηκε εκ νέου ως ισχύει σήμερα.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3481/2006 υποτίθεται ότι η αρχική διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Ν. 2664/1998 υποκαταστάθηκε από την νυν ισχύουσα εξαιρετικά προβληματική διάταξη, ώστε η πολυπληθέστερη ίσως κατηγορία ανακριβών αρχικών εγγραφών, ήτοι η κατηγορία υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», να δύναται πλέον να διορθωθεί απλούστερα και ταχύτερα με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Ο ισχυρισμός αυτός παρίσταται ελάχιστα πειστικός και ουδεμία σχέση έχει κατά την άποψη του γράφοντος με την πραγματική αιτία αντικατάστασης της αρχικής διατάξεως από τη νέα, που είναι στην πραγματικότητα η αποφυγή καταδίκης του Ελληνικού Δημοσίου ή του Ο.Κ.Χ.Ε. στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος από τις χιλιάδες των αγωγών που θα ευδοκιμούσαν σε βάρος του για διόρθωση των αρχικών εγγραφών υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», αν η διάταξη της παραγράφου 3 είχε μείνει στην αρχική της μορφή. Ως γνωστόν, στην εκουσία δικαιοδοσία δεν υπάρχει εναγόμενος και, συνεπώς, η διόρθωση επιτυγχάνεται ανέξοδα για το Ελληνικό Δημόσιο, επί ζημία βέβαια του αιτούντος, ο οποίος ούτως ή άλλως θα υποστεί τα έξοδα της δικαστικής παραστάσεως προς υποστήριξιν της αιτήσεώς του, χωρίς μάλιστα να δύναται να επιρρίψει έστω και μέρος αυτών στον ηττηθέντα διάδικο με την μορφή καταδίκης του στη δικαστική δαπάνη, όπως θα συνέβαινε αν ασκούσε οποιανδήποτε αγωγή.

Άλλωστε, αν ο σκοπός του Νομοθέτη της νέας διατάξεως ήταν πράγματι η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, η σχετική διάταξη θα έπρεπε να έχει ήδη αντικατασταθεί, αφού ο στόχος αυτός διαψεύδεται καθημερινά από την ίδια την πραγματικότητα λόγω κορεσμού των πινακίων της εκουσίας δικαιοδοσίας με αιτήσεις του άρθρου 6§3. (Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αιτήσεις με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας προσδιορίζονται από τα Δικαστήρια των Αθηνών σε δικάσιμο απέχουσα περί το ένα με ενάμισυ έτος από την κατάθεσή τους, ενώ οι αγωγές του άρθρου 6§2 σε τέσσερις περίπου μήνες όταν απευθύνονται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και σε δύο με δυόμισυ μήνες όταν απευθύνονται στο Μονομελές).

Αν επίσης ο σκοπός του Νομοθέτη της νέας διατάξεως ήταν πράγματι η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης τότε δεν θα είχε αποκλείσει τα Ειρηνοδικεία από την δυνατότητα εκδίκασης των αγωγών του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998, αυξάνοντας αδικαιολόγητα τον φόρτο των Πρωτοδικείων. Πράγματι, με της διατάξεις των άρθρων 6§2 εδ. 1 και 17§4 Ν. 2664/1998 εισάγεται εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου σε βάρος του Ειρηνοδικείου για τις αναγνωριστικές η διεκδικητικές αγωγές του άρθρου 6§2, ακόμα κι όταν η αξία του επίδικου ακινήτου δεν υπερβαίνει τις 12.000 ευρώ. Με άλλα λόγια κλασσικές αναγνωριστικές ή διεκδικητικές αγωγές που σε καθεστώς υποθηκοφυλακείου θα εκδικάζονταν από τα κατά τόπους αρμόδια Ειρηνοδικεία λόγω του γεγονότος ότι η αξία του επιδίκου ακινήτου δεν υπερβαίνει τις 12.000 ευρώ, τώρα συσσωρεύονται προς εκδίκαση στα Μονομελή Πρωτοδικεία, μόνο και μόνο επειδή πέραν του αναγνωριστικού η διεκδικητικού αιτήματός τους, τυγχάνει να σωρεύεται επιπλέον το καταψηφιστικό αίτημα διόρθωσης των αρχικών εγγραφών. Ας μην ξεχνάμε επίσης, ότι σωρεία ακινήτων (συνήθως αγροτεμάχια εκτός σχεδίου πόλεως) στην Αττική και η συντριπτική πλειοψηφία των ακινήτων στην επαρχία έχουν αξίες υπαγόμενες στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων, τα δε Ειρηνοδικεία είναι ασυγκρίτως πολυπληθέστερα σε αριθμό σε σχέση με τα Πρωτοδικεία της Χώρας, οπότε μεγάλο μέρος των εσφαλμένων αρχικών εγγραφών είτε με δικαιούχο τρίτο πρόσωπο είτε υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» θα μπορούσαν να διορθωθούν από αυτά, στα πλαίσια αγωγών του άρθρου 6§2. Ας μην παροράται επίσης και η τεράστια εμπειρία των Ειρηνοδικών σε θέματα νομής ακινήτων αλλά και η συνήθως καλύτερη γνώση του ιδιοκτησιακού καθεστώτως και των ιδιομορφιών του στην περιοχή της δικαιοδοσίας τους, κυρίως στην επαρχία.

Είναι λοιπόν αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του θιγομένου να επιδιώξει την διόρθωση της αρχικής εγγραφής υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», όχι μόνο με την αποτελεσματικότερη για τα συμφέροντά του αλλά και την ταχύτερη από κάθε άποψη διαδικασία της αγωγής του άρθρου 6§2 (2).

4. Στην ίδια τη γραμματική διατύπωση των εδαφίων ζ΄ έως ι΄ της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 6 Ν. 2664/1998, σύμφωνα με την οποία: «Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η κατάθεση και κοινοποίηση, σύμφωνα με τα παραπάνω, της αίτησης για διόρθωση της εγγραφής διακόπτει την προθεσμία για την έγερση της αγωγής της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η προθεσμία που διακόπηκε θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο αιτών παραιτηθεί από την αίτηση ή αν αυτή απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο. Αν ο δικαιούχος ασκήσει κατά του Ελληνικού Δημοσίου την αγωγή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού μέσα σε έξι (6) μήνες από την παραίτηση από την αίτηση ή από την τελεσίδικη απόρριψή της, θεωρείται ότι η προθεσμία διακόπηκε με την κατάθεση και κοινοποίηση της αίτησης αυτής».

Αφού λοιπόν κάποιος, παραιτούμενος από την ασκηθείσα αίτηση του άρθρου 6§3, δύναται να ασκήσει αγωγή του άρθρου 6§2 με το ίδιο αίτημα (διόρθωση της αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη»), είναι απολύτως προφανές ότι μπορεί να ασκήσει την αγωγή του άρθρου 6§2 και χωρίς να έχει ασκήσει καθόλου την αίτηση του άρθρου 6§3, αφού η παραίτηση ισοδυναμεί εν τοις πράγμασι με την μη άσκηση.

Ασφαλώς θα αναρωτηθεί κανείς τι νόημα έχει τότε η φράση «Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού». Κατά την άποψή μου το νόημα της συγκεκριμένης φράσης συνίσταται στο να δοθεί έμφαση στην αμφίβολης συνταγματικότητας δικονομική πρωτοτυπία της ανωτέρω διατάξεως για την οποία μιλήσαμε ήδη ανωτέρω, ήτοι στο γεγονός ότι ακόμα κι αν η αίτηση του άρθρου 6§3 δεν συνοδευτεί από παραίτηση του αιτούντος ή απόρριψή της από το Μονομελές Πρωτοδικείο ως απαράδεκτης αλλά το Δικαστήριο μπει στην ουσία της αιτήσεως και απορρίψει αυτήν ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ακόμα και τότε, ο μη δικαιωθείς με την εκουσία δικαιοδοσία αιτών μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση του αιτήματός του με την αμφισβητουμένη δικαιοδοσία.

5. Στο γεγονός ότι υπάρχουν αρχικές εγγραφές υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» μη δυνάμενες καθ’ οιονδήποτε τρόπο να διορθωθούν από τον αληθή δικαιούχο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998 (βλ. παρακάτω σελ. 14 παρ. 2 και 3 της παρούσης).

ΠΡΟΒΛΗΜΑ 2ο

Είναι ή όχι παραδεκτή (πλέον του αιτήματος για διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως «άγνώστου ιδιοκτήτη») η σώρευση αιτήματος περί αναγνώρισης του δικαιώματος κυριότητος του αιτούντος με την αίτηση του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998 κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας;

Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, δοθείσης της εκδόσεως σωρείας αντιφατικών αποφάσεων από τα Μονομελή Πρωτοδικεία της Χώρας πάνω στο ζήτημα.

Υπέρ της απόψεως ότι δεν είναι επιτρεπτή με την αίτηση του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998 κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας η σώρευση πλέον του διαπλαστικού αιτήματος για την διόρθωση της αρχικής εγγραφής ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» (με την αντικατάστασή της από το όνομα του αιτούντος) και αιτήματος για αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητος του αιτούντος επί του ακινήτου που αφορά η εσφαλμένη αρχική εγγραφή, τάσσεται η ΜΠρΑθ 2009/2007 (βλ. «Άμεση Πληροφόρηση σε Θέματα Εμπραγμάτου Δικαίου», Αύγουστος – Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2007, Τεύχος 16, σελ. 37-38). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή «Το αίτημα όμως για την αναγνώριση της ως άνω κυριότητας (σ.σ. της αιτούσας) κρίνεται μη νόμιμο και συνεπώς απορριπτέο, διότι αυτό προϋποθέτει αμφισβήτηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων από τρίτο και στην προκειμένη διαδικασία δεν νοείται τέτοια αμφισβήτηση».

ΣΧΟΛΙΟ: Όπως διεξοδικά αναλύεται στην υποσημείωση (2), η καταχώρηση στις πρώτες εγγραφές ενός δικαιώματος που ανήκει σε συγκεκριμένο πρόσωπο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», γεννά αυτόματα αμφισβήτηση του δικαιώματος του αληθούς δικαιούχου από τον καταχωρήσαντα (ΟΚΧΕ) το ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη». Οι δε αμφισβητήσεις αίρονται στο Ελληνικό Δίκαιο κατά συνταγματική επιταγή με αγωγή του δικαιούχου κατά του αμφισβητούντος το δικαίωμά του και όχι βέβαια με αιτήσεις κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Ορθώς λοιπόν και με λακωνικό τρόπο η ανωτέρω απόφαση, αποφεύγοντας έξυπνα να έρθει σε ευθεία αντιπαράθεση με το Νομοθέτη σχετικά με το ζήτημα του εάν η καταχώριση ενός ακινήτου ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» συνιστά ή δεν συνιστά αμφισβήτηση του δικαιώματος του αληθούς κυρίου από τον Ο.Κ.Χ.Ε., αρνείται να αποφασίσει επί της αναγνωρίσεως της κυριότητας του αιτούντος στα πλαίσια της εκουσίας δικαιοδοσίας, με το απλό, σαφές και ορθό αιτιολογικό, ότι «στην προκειμένη διαδικασία δεν νοείται τέτοια αμφισβήτηση», παραπέμποντας με τον τρόπο αυτό εμμέσως τον αιτούντα (και πάντα άλλον ενδιαφερόμενο) που επιθυμεί την δικαστική άρση της υφισταμένης σε βάρος του αμφισβήτησης, στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, καθιστώντας παράλληλα σαφές, ότι το συγκεκριμένο δικαστήριο προβαίνει αποκλειστικά σε «διάπλαση» συνιστάμενη σε διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, εφ’ όσον συντρέχουν οι (τυπικές) προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος.

Στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα καταλήγει η ΜΠρΒεροίας 43/2008 (βλ. ΕπιθΠολΔ, Τεύχος 6/2008, σελ. 875) σύμφωνα με την οποία «Με δεδομένο ότι η εκδιδόμενη επί της αιτήσεως του άρθρου 6§3 απόφαση είναι αναγκαίο να κρίνει επί της κυριότητας του ακινήτου, ώστε ακολούθως να διατάξει τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, κατά την άποψη του παρόντος δικαστηρίου, αν και δεν ορίζεται ρητά στην ως άνω διάταξη, αλλά κατ’ ανάλογη εφαρμογή της §2 του ιδίου άρθρου, πρέπει στην αίτηση να περιλαμβάνεται και αίτημα αναγνωριστικό της κυριότητας και κατ’ επέκταση σχετική διάταξη στην εκδιδόμενη απόφαση. Η επιλογή από το νομοθέτη της εκουσίας δικαιοδοσίας για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς, η οποία επιβλήθηκε από λόγους οικονομίας και επιτάχυνσης της δίκης, δεν εμποδίζει την κρίση του δικαστηρίου επί της κυριότητας με σχετική διάταξη και τούτο διότι, πρώτον, για το παραδεκτό της αναγνωριστικής αγωγής πρέπει να συντρέχουν δύο διαδικαστικές προϋποθέσεις, ήτοι η έννομη σχέση της οποίας ζητείται η διάγνωση υπό την έννοια της βιοτικής σχέσης ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη και το έννομο συμφέρον που δικαιολογεί την άσκησή της από τον ενάγοντα (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 70, Τόμος Α΄, σελ. 438 επ.), αμφότερες δε οι προϋποθέσεις συντρέχουν και στην περίπτωση της αιτήσεως του άρθρου 6§3 του ν. 2664/1998, όπως ισχύει σήμερα, και δεύτερον, υπάρχει νομοθετικό και νομολογιακό προηγούμενο, όπου με διάταξη νόμου υποθέσεις κυριότητας ακινήτων υπάγονται στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα η προσφυγή κατά απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, που αφορά στην κυριότητα κτημάτων που απαλλοτριώνονται προς αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών, εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την εκουσία δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 246§1 και 5 του Αγροτικού Κώδικα και στις εν λόγω υποθέσεις, το δικαστήριο, με διάταξή του, αναγνωρίζει την κυριότητα του προσφεύγοντος επί ακινήτου (βλ. ΑΠ 526/1980, ΝοΒ 1980. 1047˙ ΕφΘες 2318/1990, Αρμ 1990. 1122˙ ΕφΘες 516/1990, ΕλλΔνη 31. 1330˙ ΕφΑθ 11566/1986, Αρμ 1987.508 και Β. Βαθρακοκοίλη, ό.π., άρθρο 739, τόμος Δ΄, σ. 401-402 και για όλα τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ΜΠρΘεσ 43451/2006, δημ, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ)».

ΣΧΟΛΙΟ: Η συγκεκριμένη απόφαση σφάλλει καθ’ όλο το παρατιθέμενο σκεπτικό της για τους ακόλουθους λόγους:

1ος ΛΟΓΟΣ

Θεωρεί ως δεδομένο, ότι για την παραδοχή του διαπλαστικού αιτήματος της αιτήσεως του άρθρου 6§3, το δικαστήριο θα πρέπει προηγουμένως να κρίνει επί της κυριότητας του ακινήτου από τον αιτούντα. Τούτο είναι απολύτως εσφαλμένο για δύο λόγους:

α) Διότι από την ίδια τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 6§§2 και 3 Ν. 2664/1998 καθίσταται σαφές ότι αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με ανακριβή πρώτη εγγραφή χωρεί μόνο με την αγωγή του άρθρου 6§2 και όχι με την αίτηση της εκουσίας του άρθρου 6§3.

β) Διότι κανείς δεν ζητά από το δικαστήριο της εκουσίας, (τουλάχιστον όχι στην περίπτωση του άρθρου 6§3 περ.α΄), ως προϋπόθεση για να κάνει δεκτό το αίτημα διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής να διαπιστώσει προηγουμένως την κυριότητα του αιτούντος, παρά μόνο την συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένων τυπικών προϋποθέσεων, η ύπαρξη των οποίων είναι αρκετή για την αποδοχή του αιτήματός του και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής από «αγνώστου ιδιοκτήτη», σε νέα εγγραφή με τα δικά του στοιχεία.

Οι προϋποθέσεις αυτές στην περίπτωση του άρθρου 6§3 περ. α΄ είναι να έχει μεταγραπτέο (συμβολαιογραφική πράξη ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση) τίτλο που να αναφέρεται στο δικαίωμά του επί του ακινήτου που αφορά η εσφαλμένη εγγραφή και μεταγραφή του εν λόγω τίτλου στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Αν ο τίτλος αυτός και η μεταγραφή του έχουν λ.χ. γίνει ένα μόλις έτος προ της ολοκλήρωσης της διαδικασίας κτηματογράφησης, κανείς δεν απαιτεί – και πάντως όχι ο νόμος – όπως ο αιτών προβεί στη λεγόμενη “probatio diabolica” («διαβολική απόδειξη») της κυριότητάς του, παραθέτοντας εκτός του δικού του μεταγεγραμμένου τίτλου, τους αντίστοιχους τίτλους όλων των δικαιοπαρόχων του με τα πιστοποιητικά μεταγραφής τους, αναγόμενους στην εικοσαετία από το χρόνο κτήσεώς του. Το συμβόλαιό του και το πιστοποιητικό μεταγραφής του υπερεπαρκούν για να γίνει δεκτό το αίτημά του και να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής, η δε εξουσία του δικαστηρίου προς αποδοχήν της αιτήσεως καθίσταται στην περίπτωση αυτή δεσμία.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη περισσότερο ξεκάθαρα στην περίπτωση του άρθρου 6§3 περ. β΄, όπου ο αιτών «επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει (σ.σ. καν!) μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο».

Στην περίπτωση αυτή, (δηλαδή χωρίς μεταγραφή), δεν χωρεί σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ και, συνεπώς, ο αιτών δεν έχει καν καταστεί δικαιούχος του δικαιώματος που επικαλείται πάνω στο ακίνητο που έχει καταχωρισθεί ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», λ.χ. επί κυριότητος δεν έχει καν καταστεί κύριος! Πώς λοιπόν μπορεί να είναι επιβεβλημένη η υποβολή αιτήματος να αναγνωριστεί ως τέτοιος και το δικαστήριο να κρίνει προηγουμένως περί της συνδρομής στο πρόσωπό του όλων των ουσιαστικών προϋποθέσεων κτήσης της κυριότητας, ως προϋπόθεση για να κάνει δεκτό το αίτημά του για διόρθωση της αρχικής εγγραφής;

Το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, δια της προσκομιδής μετ’ επικλήσεως από τον αιτούντα του αμετάγραφου τίτλου του, (τον οποίο μάλιστα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1§3 Ν. 2664/1998, αδυνατεί πλέον να μεταγράψει στο Υποθηκοφυλακείο διότι έχει ήδη ξεκινήσει η λειτουργία του Κτηματολογίου), υποχρεούται να κάνει δεκτό το αίτημά του, με την έκδοση διαπλαστικής αποφάσεως για διόρθωση της αρχικής εγγραφής, επιτυγχάνοντας έτσι για πρώτη φορά ως προς το πρόσωπο του αιτούντος, παράλληλα με τη διόρθωση, την υποκατάσταση της ελλείπουσας – και αδύνατον πλέον να υλοποιηθεί – μεταγραφής, δια της καταχωρήσεως του εμπραγμάτου δικαιώματός υπό τα δικά του στοιχεία στα κτηματολογικά πλέον βιβλία.

Υπό το πρίσμα αυτό η φράση της β΄ περιόδου του άρθρου 6§3 περ. β΄ σύμφωνα με την οποία «Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στον φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφ’ όσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος», στερείται ουσιαστικού περιεχομένου και είναι ακατάληπτη, αφού η δεύτερη βασικότερη ουσιαστική προϋπόθεση για την κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου (μετά την ύπαρξη μεταγραπτέου τίτλου) είναι η μεταγραφή, η οποία εδώ εξ ορισμού δεν υφίσταται (3).

Εδώ θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι στην πραγματικότητα, στην περίπτωση του άρθρου 6§3 περ. β΄, η καταχώριση του εμπραγμάτου δικαιώματος ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» δεν συνιστά εσφαλμένη αρχική εγγραφή, αλλά αναγκαία συνέπεια της ελλείψεως μεταγραφής του τίτλου του αιτούντος, η οποία δεν έχει οδηγήσει καν στην από αυτόν απόκτηση του εμπραγμάτου δικαιώματος που μνημονεύει ο τίτλος του. Και η διόρθωσή της με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας συνιστά μέτρο «επιείκειας» του Νομοθέτη προς τον αμελήσαντα να μεταγράψει το δικαίωμά του αιτούντα, λειτουργούσα ως αντίβαρο για την αποστέρηση του δικαιώματός του να προβεί σε - καθυστερημένη έστω - μεταγραφή του τίτλου του, αφού με την έναρξη λειτουργίας Κτηματολογικού Γραφείου στην περιφέρεια που βρίσκεται το ακίνητο, το τελευταίο υποκατέστησε το Υποθηκοφυλακείο της περιφερείας του ακινήτου.

Παράλληλα όμως, η περίπτωση του άρθρου 6§3 περ. β΄ του Ν. 2664/1998 οριοθετεί και το απώτατο όριο «επιεικείας» του νομοθέτη απέναντι στις περιπτώσεις καταχωρήσεων δικαιωμάτων ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» που είναι δυνατόν να διορθωθούν με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Διότι υπάρχουν και περιπτώσεις καταχώρισης εμπραγμάτου δικαιώματος ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» οι οποίες δεν δύναται να διορθωθούν με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας κατ’ άρθρο 6§3 περ. α΄ και β΄, αλλά μόνο με την αγωγή του άρθρου 6§2 του ίδιου νόμου. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης τόσο στην περίπτωση α΄ όσο και στην περίπτωση β΄ του άρθρου 6§3 χρησιμοποιεί τις λέξεις «η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί» και όχι τη λέξη «ζητείται».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης είναι η πλήρης ανυπαρξία κατά το χρονικό διάστημα υποβολής των δηλώσεων του Ν. 2308/1995, τίτλου, (δηλαδή τελεσίδικης δικαστικής απόφασης), στο πρόσωπο του δηλούντος, ο οποίος επικαλείται κτήση του δικαιώματός του με έκτακτη χρησικτησία.

Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος της κυριότητας μπορεί πράγματι να υπέβαλλε την ανωτέρω δήλωση με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία χωρίς φυσικά να έχει συνυποβάλλει με αυτή και τον μεταγραπτέο / καταχωριστέο τίτλο κτήσεώς του, (δηλαδή τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία), αφού τέτοιος δεν υπάρχει. Το δικαίωμά του προς υποβολή τέτοιας δηλώσεως απορρέει από το άρθρο 2 Ν. 2308/1995 που ορίζει ότι «Με απόφαση του Ο.Κ.Χ.Ε καλούνται όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του»).

Σύμφωνα όμως με τη διάταξη του άρθρου 2§3 περ. α΄ Ν. 2308/1995 «Τα δικαιώματα, για τα οποία υπάρχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης στο στάδιο της κτηματογράφησης, (σ.σ. άρα και υποχρέωση καταχώρησής τους από τον Ο.Κ.Χ.Ε.), είναι αυτά στα οποία αφορούν οι εγγραπτέες σε καθεστώς κτηματολογίου πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2664/1998». Επομένως, δικαίωμα μη στηριζόμενο σε εγγραπτέα πράξη (τίτλο) δεν καταχωρείται στο Κτηματολόγιο, (όπως άλλωστε ούτε και στο Υποθηκοφυλακείο)!

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2§3 περ. γ΄ Ν. 2308/1995 στην οποία ορίζεται ότι «Δήλωση δικαιώματος με επικαλούμενο τίτλο κτήσεως πράξη μεταγραπτέα ή σημειωτέα στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου δεν κωλύει την καταχώρηση του δηλουμένου δικαιώματος στους κτηματολογικούς πίνακες της ανάρτησης, εκ του λόγου ότι δεν συνοδεύεται από στοιχεία σχετικά με τη μεταγραφή, εγγραφή ή σημείωση», εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δήλωση για την καταχώριση στο Κτηματολόγιο εγγραπτέου στο υποθηκοφυλακείο δικαιώματος άνευ τίτλου κτήσεως συστατικού του δηλουμένου δικαιώματος κωλύει την καταχώρισή του στο Κτηματολόγιο! Απαραίτητη λοιπόν για την καταχώριση είναι τουλάχιστον η ύπαρξη μεταγραπτέου τίτλου, ασχέτως αν αυτός έχει μεταγραφεί και ανεξαρτήτως του αν προσκομίζεται ή όχι το πιστοποιητικό μεταγραφής του. Μοναδική εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα αποτελεί η περ. β΄ του ιδίου άρθρου.

Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα ότι χωρίς μεταγραπτέα πράξη στην οποία να περιγράφεται το δηλούμενο δικαίωμα, δεν χωρεί καταχώρισή του στους κτηματολογικούς πίνακες και - κατ’ ακολουθίαν - στα κτηματολογικά φύλλα, ακόμη κι αν έχει υποβληθεί σχετική δήλωση από τον δικαιούχο.

Σύμφωνα τέλος με το άρθρο 12§1 περ. στ΄ του Ν. 2664/1998 «Στα κτηματολογικά φύλα καταχωρίζονται: α) … στ΄) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον άριθμό 5 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, που έχει αποκτηθεί με έκτακτη χρησικτησία …».

Συνεπεία των ανωτέρω, ο υποβάλλων δήλωση κυριότητας με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία χωρίς τελεσίδικη απόφαση που να αναγνωρίζει το δικαίωμά του, δεν θα καταχωριστεί ως δικαιούχος, αλλά το δικαίωμά του θα εγγραφεί ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος δεν μπορεί να αιτηθεί τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, διότι αντικείμενο της αιτήσεώς του δεν είναι πρωτίστως η διόρθωση της αρχικής εγγραφής αλλά η αναγνώριση του δικαιώματός του, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθεί η αρχική εγγραφή ως εσφαλμένη και, συνεπώς, να διορθωθεί. Τέτοιου όμως είδους αναγνώριση δεν είναι επιτρεπτή, ως ελέχθη, στα πλαίσια της εκουσίας δικαιοδοσίας. Άρα ο θιγόμενος αληθής δικαιούχος έχει ως μοναδική οδό διόρθωσης της αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» την αγωγή του άρθρου 6§2 ν. 2664/1998.

2ος ΛΟΓΟΣ

Επιχειρεί contra legem αναλογική εφαρμογή της προβλεπόμενης επί αγωγής του άρθρου 6§2 δυνατότητας αναγνώρισης του προσβαλλομένου με την αρχική εγγραφή δικαιώματος, στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998.

Προς επίρρωσιν του ισχυρισμού αυτού επικαλείται κοινότητα των διαδικαστικών προϋποθέσεων της αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 70 ΚΠολΔ με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας. Παραβλέπει όμως την βασικότερη διαδικαστική προϋπόθεση της αναγνωριστικής αγωγής που είναι η ύπαρξη αμφισβήτησης και, συνεπώς, διαφοράς μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου ως προς την φερόμενη προς δικαστική διάγνωση έννομη σχέση, η οποία όχι απλώς απουσιάζει αλλά επιβάλλεται να απουσιάζει για την υπαγωγή μιας υποθέσεως στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

3ος ΛΟΓΟΣ

Η ανωτέρω απόφαση επικαλείται τέλος την ύπαρξη νομοθετικού προηγουμένου και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 246§§1 και 5 του Αγροτικού Κώδικα, με την οποία ανατίθεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο η αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Πράγματι, ο ΚΠολΔ δεν παίρνει θέση στη διαμάχη σχετικά με το είδος των υποθέσεων που μπορούν να υπαχθούν στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, πράγμα που προκύπτει από τη βασική διάταξη του άρθρ. 739, με την οποία δεν καθιερώνεται γενικός κανόνας εννοιολογικού προσδιορισμού της εκουσίας δικαιοδοσίας αλλά σημειώνεται απλά ο κύκλος των υποθέσεων που υπάγονται σ’ αυτή, με συνέπεια, για τη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση πρέπει να καταφύγουμε στο νόμο για να διαπιστώσουμε, αν μια υπόθεση θα εκδικασθεί με τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας ή όχι. Δηλαδή αφήνει το ζήτημα στην ανέλεγκτη κρίση του νομοθέτη, ο οποίος με διάταξη νόμου μπορεί να υπαγάγει οποιαδήποτε υπόθεση κρίνει σκόπιμο στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246§1 Αγροτικού Κώδικα το οποίο φέρει την επικεφαλίδα «Αναγνώρισις κυριότητος» ορίζεται ότι «Περί της κυριότητος των κατά τον Νομ. 4857 και το άρθρο 242 του παρόντος απαλλοτριουμένων κτημάτων αποφαίνεται επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων η αρμοδία Επιτροπή Απαλλοτριώσεων.

Εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, τόσον το Δημόσιον όσο και οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να προσφύγωσιν κατά της αποφάσεως ταύτης, εις το αρμόδιον Πρωτοδικείον, όπερ και αποφαίνεται ανεκκλήτως κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων».

Επίσης στην διάταξη της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι «Η περαιτέρω διαδικασία διεξάγεται τηρουμένων κατά τα λοιπά των άρθρων 640 κ. επ. Πολιτικής Δικονομίας, των διαδίκων οφειλόντων πάντως να προσκομίσουν τα αποδεικτικά των μέσα κατά την ως άνω συζήτησιν».

Από την ίδια τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων εκφράζεται ρητά η δεδομένη βούληση του νομοθέτη να υπαγάγει κατ’ εξαίρεσιν στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας την αναγνώριση κυριότητας απαλλοτριουμένων ακινήτων, υλοποιώντας με σαφή τρόπο την δυνατότητα που του παρέχεται από τον ΚΠολΔ (άρθρο 1 περ. ΚΠολΔ).

Η ίδια βούληση του νομοθέτη εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998 σύμφωνα με την οποία «Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής».

Η ακριβώς αντίθετη όμως βούληση του νομοθέτη εκφράζεται με τη διάταξη του άρθρου 6§3 του ίδιου νόμου στην οποία ορίζεται ότι «Στην περίπτωση αρχικών εγγραφών με την ένδειξη ‘αγνώστου ιδιοκτήτη’… αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση (σ.σ. ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ Η ΔΙΟΡΘΩΣΗ) μπορεί να ζητηθεί με αίτηση …η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή … και, μέχρις ότου ορισθεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της διαδικασίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας».

Είναι συνεπώς απόλυτα σαφές, ότι ο Νομοθέτης δεν επιθυμεί η κρίση επί του ζητήματος της κυριότητας του ακινήτου να εξετάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

1. Σε αρχική εγγραφή καταχωρίζεται ορισμένο ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Ο Α που επικαλείται κυριότητα του ακινήτου επιστηριζόμενη σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας νομίμως μεταγεγραμμένο στο οικείο Υποθηκοφυλακείο και αμέλησε να υποβάλλει δήλωση του Ν. 2308/1995, προσφεύγει στο ΜΠρΑθ με αίτηση του άρθρου 6§3 κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και, επικαλούμενος τον μεταγεγραμμένο τίτλο του, ζητά τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής.

Ο Β, ο οποίος επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να την αποδεικνύει, εμφανίζεται κατά τη δικάσιμο της αιτήσεως του Α έχοντας ασκήσει κύρια παρέμβαση και αντιποιείται το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή αιτείται κι αυτός τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής με καταχώριση των δικών του στοιχείων.

Το δικαστήριο θα κάνει δεκτή την αίτηση του Α διότι πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του νόμου (συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή) και θα απορρίψει την κύρια παρέμβαση του Β, διότι δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του η κρίση περί της υπάρξεως η ανυπαρξίας του δικαιώματος κυριότητας του Β, η κατάγνωση της οποίας είναι απαραίτητη ώστε να θεωρηθεί εσφαλμένη η αρχική εγγραφή και να διαταχθεί η διόρθωσή της σύμφωνα με την αίτηση του Β.

Ο ηττηθείς Β μπορεί, μετά την καταχώριση του Α ως δικαιούχου, να στραφεί εναντίον του με αγωγή του άρθρου 6§2, αιτούμενος παραδεκτά την αναγνώρισή του ως κυρίου με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία και την διόρθωση της καταχώρισης του Α με νέα, εμφανίζουσα το ακίνητο με τα δικά του στοιχεία.


1α. Σε αρχική εγγραφή καταχωρίζεται ορισμένο ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Ο Α που επικαλείται κυριότητα του ακινήτου επιστηριζόμενη σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας νομίμως μεταγεγραμμένο στο οικείο Υποθηκοφυλακείο και αμέλησε να υποβάλλει δήλωση του Ν. 2308/1995, ασκεί στο ΠΠρΑθ αγωγή του άρθρου 6§2 κατά του Ελληνικού Δημοσίου και, επικαλούμενος τον μεταγεγραμμένο τίτλο του, ζητά α) να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου και β) τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής.

Ο Β, ο οποίος επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να την αποδεικνύει, βλέποντας στο οικείο κτηματολογικό φύλλο καταχωρισμένη την αγωγή του Α, εμφανίζεται κατά τη δικάσιμο της αγωγής του Α έχοντας ασκήσει κύρια παρέμβαση και αντιποιείται το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή αιτείται κι αυτός την αναγνώρισή του ως κυρίου του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής με καταχώριση του ακινήτου υπό τα δικά του στοιχεία.

Το δικαστήριο θα κρίνει τις δύο αιτήσεις παροχής εννόμου προστασίας και θα κάνει δεκτή τη μία από αυτές, η οποία θα καταχωρισθεί ως οριστική εγγραφή παράγουσα erga omnes το αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 7§1 Ν.2664/1998.


1β. Σε αρχική εγγραφή καταχωρίζεται ορισμένο ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Ο Α, που επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να την αποδεικνύει, ασκεί αγωγή του άρθρου 6§2 Ν.2664/1998 κατά του Ελληνικού Δημοσίου με αίτημα α) να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου και β) να διορθωθεί η αρχική εγγραφή από «αγνώστου ιδιοκτήτη» σε νέα, με τα δικά του στοιχεία.

Ο Β, που επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου επιστηριζόμενη σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας νομίμως μεταγεγραμμένο στο οικείο Υποθηκοφυλακείο και αμέλησε να υποβάλλει δήλωση του Ν. 2308/1995, βλέποντας στο κτηματολογικό φύλλο καταχωρισμένη την αγωγή του Α, εμφανίζεται κατά τη δικάσιμο της αιτήσεως του Α έχοντας ασκήσει κύρια παρέμβαση και αντιποιείται το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή αιτείται κι αυτός την αναγνώρισή του ως κυρίου του ακινήτου και τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής με καταχώριση των δικών του στοιχείων.

Το δικαστήριο θα κρίνει τις δύο αιτήσεις παροχής εννόμου προστασίας και θα κάνει δεκτή τη μία από αυτές η οποία θα καταχωρισθεί ως οριστική εγγραφή παράγουσα erga omnes το αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 7§1 Ν.2664/1998.


1γ. Σε αρχική εγγραφή καταχωρίζεται ορισμένο ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Ο Α που επικαλείται κυριότητα του ακινήτου επιστηριζόμενη σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας νομίμως μεταγεγραμμένο στο οικείο Υποθηκοφυλακείο και αμέλησε να υποβάλλει δήλωση του Ν. 2308/1995, προσφεύγει στο ΜΠρΑθ με αίτηση του άρθρου 6§3 κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και, επικαλούμενος τον μεταγεγραμμένο τίτλο του, ζητά τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής.

Ο Β που επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς όμως να διαθέτει τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να την αποδεικνύει, βλέποντας στο οικείο κτηματολογικό φύλλο καταχωρισμένη την αίτηση του Α, ασκεί στο ΠΠρΑθ με ένα δικόγραφο αγωγής (διότι είναι γι’ αυτόν μονόδρομος) 1) αγωγή του άρθρου 6§2 Ν.2664/1998 κατά του Ελληνικού Δημοσίου με αίτημα α) να αναγνωρισθεί έναντι αυτού κύριος του ακινήτου και β) να διορθωθεί η αρχική εγγραφή από «αγνώστου ιδιοκτήτη» σε νέα, με τα δικά του στοιχεία και 2. κλασική καταψηφιστική αγωγή κατά του Α με την οποία αιτείται α) να αναγνωρισθεί και έναντι του Α κύριος του ακινήτου και β) να αρθεί η προσβολή της κυριότητάς του από τον Α (υλοποιουμένη με την υποβολή από τον Α της αιτήσεως του άρθρου 6§3) με παραίτηση αυτού από την αίτησή του άρθρου 6§3 και διαγραφή της - τυχόν γενομένης συνεπεία αυτής – καταχώρισης του Α ως κυρίου του ακινήτου, με αντικατάστασή της από νέα εγγραφή με τα δικά του στοιχεία (του Β).

Γενομένης αμετακλήτως δεκτής της αγωγής του Β, ο Προϊστάμενος του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, ακόμα κι αν στο μεταξύ έχει διορθώσει την αρχική εγγραφή από «αγνώστου ιδιοκτήτη» με τα στοιχεία του Α, (γενομένης στο μεταξύ τελεσιδίκως δεκτής της αιτήσεως του Α με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), θα υποχρεωθεί να διαγράψει την εγγραφή του Α, όχι υποκαθιστώντας την με την αρχική εγγραφή «αγνώστου ιδιοκτήτη», αλλά με νέα εγγραφή υπό τα στοιχεία του Β, αφού η εκδοθείσα επί της αγωγής του Β αμετάκλητη δικαστική απόφαση θα αναγνωρίζει τον Β ως κύριο και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.


1δ. Σε αρχική εγγραφή καταχωρίζεται ορισμένο ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Ο Α, που επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να την αποδεικνύει, ασκεί, (διότι είναι γι’ αυτόν μονόδρομος με βάση τα ήδη λεχθέντα) στο ΠΠρΑθ αγωγή του άρθρου 6§2 Ν.2664/1998 κατά του Ελληνικού Δημοσίου με αίτημα α) να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου και β) να διορθωθεί η αρχική εγγραφή από «αγνώστου ιδιοκτήτη» σε νέα, με τα δικά του στοιχεία.

Ο Β, που επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου επιστηριζόμενη σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας νομίμως μεταγεγραμμένο στο οικείο Υποθηκοφυλακείο και αμέλησε να υποβάλλει δήλωση του Ν. 2308/1995, βλέπει την αγωγή του Α καταχωρισμένη στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, παρ’ όλα αυτά, επιλέγει αντί να ασκήσει κύρια παρέμβαση, να υποβάλλει αίτηση του άρθρου 6§3 κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας στο ΜΠρΑθ με αίτημα να διορθωθεί η αρχική εγγραφή «αγνώστου ιδιοκτήτη» σε νέα, με τα δικά του στοιχεία. Υποχρέωση του Β να κοινοποιήσει αντίγραφο της αιτήσεώς του στον Α δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998.

Με βάση το γράμμα του Νόμου, αν ο Β επιτύχει πρώτος την έκδοση θετικής τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί της αιτήσεως του άρθρου 6§3 και καταχωρισθεί ο ίδιος ως δικαιούχος, ο Α, ακόμη κι αν επιτύχει μεταγενέστερα την έκδοση θετικής γι’ αυτόν αμετάκλητης δικαστικής απόφασης επί της αγωγής του, η εκτέλεση της απόφασης αυτής θα είναι ανέφικτη, αφού με αυτήν θα διατάσσεται η διόρθωση της αρχικής εγγραφής «αγνώστου ιδιοκτήτη» με νέα υπό τα στοιχεία του Α, καθ’ όσον η αρχική εγγραφή «αγνώστου ιδιοκτήτη» θα έχει ήδη υποκατασταθεί με επιγενόμενη μη οριστική εγγραφή υπό τα στοιχεία του Β.

Θεωρητικά τότε, ο Α θα πρέπει να ασκήσει νέα αγωγή του άρθρου 6§2 κατά του Β με αίτημα να αναγνωρισθεί ο ίδιος ως κύριος του ακινήτου και να διορθωθεί η μεταγενέστερη μη οριστική καταχώριση του Β με νέα οριστική εγγραφή, υπό τα στοιχεία του Α.

Τι γίνεται όμως, αν στο μεταξύ έχει ήδη παρέλθει η 8ετής αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998;

Κανένα απολύτως πρόβλημα! Η παρέλευση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998 άγει σε οριστικοποίηση μόνο των αρχικών εγγραφών (βλ. αρθ. 7§1 Ν. 2664/1998) και όχι των μεταγενέστερων μη οριστικών όπως αυτή του Β! Οι μεταγενέστερες μη οριστικές εγγραφές σύμφωνα με το άρθρο 8 Ν. 2664/1998 παράγουν το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 13 του ίδιου Νόμου. Ο Α συνεπώς θα δύναται να ασκήσει κατά του Β αγωγή του άρθρου 13 μέσα σε προθεσμία 10 ετών από την καταχώριση της μεταγενέστερης μη οριστικής εγγραφής του Β. Αν όμως παρέλθει η 10ετία από την μεταγενέστερη μη οριστική καταχώριση του Β, ο Β θα μπορεί να αντιτάξει στην αγωγή του Α ένσταση κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (άρθρο 1041 ΑΚ), καθώς η μεταγενέστερη μη οριστική εγγραφή του συνιστά νομιζόμενο τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 1043 ΑΚ (βλ. άρθρο 13§2 εδ. στ΄ Ν. 2664/1998). Με άλλα λόγια για όσο χρονικό διάστημα μετά την μεταγενέστερη μη οριστική καταχώριση του Β υπάρχει υπόλοιπο της 8ετους αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, ο Α δύναται να τον αντιμετωπίσει ασκώντας υποχρεωτικώς εναντίον του την αγωγή του άρθρου αυτού. Μετά την συμπλήρωση της 8ετίας από τις αρχικές εγγραφές και έως την συμπλήρωση 10ετίας από την μεταγενέστερη μη οριστική καταχώριση του Β, ο Α δύναται να τον αντιμετωπίσει ασκώντας υποχρεωτικώς εναντίον του όχι πλέον την αγωγή του άρθρου 6§2, αλλά την αγωγή του άρθρου 13§2. Αυτή είναι και η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο αγωγών, οι οποίες κατά τα λοιπά είναι απολύτως όμοιες κατά το αιτητικό τους.

Ωστόσο, το πρόβλημα αυτό που οφείλεται στη μείζονα νομική παραδοξολογία η ίδια υπόθεση να υπάγεται κατ’ εκλογήν που εκάστοτε προσφεύγοντος είτε στην εκουσία είτε στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, σε συνδυασμό με την δυνατότητα που ο νόμος παρέχει στον Β να λειτουργήσει καταχρηστικά ασκώντας αυτοτελή αίτηση κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και μάλιστα εν πλήρη αγνοία του Α, αντί να προβεί υποχρεωτικά σε κύρια παρέμβαση στην ήδη ανοιγείσα (και γνωστή σ’ αυτόν) με την αγωγή του Α δίκη, λύεται κατά τον καλύτερο τρόπο ως εξής: To δικαστήριο της εκουσίας, βλέποντας από το προσκομιζόμενο στη δικογραφία αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου ότι της κρινομένης αιτήσεως του Β προϋφίσταται εγγεγραμμένη αγωγή του άρθρου 6§2 ασκηθείσα από τον Α, πρέπει να εκδόσει απόφαση με την οποία να διατάσσει αυτεπαγγέλτως την αναβολή της έκδοσης απόφασης επί της αιτήσεως του Β, μέχρι εκδόσεως αμετάκλητης αποφάσεως επί της αγωγής του Α, ώστε: Aν η αγωγή του Α γίνει αμετακλήτως δεκτή και οδηγήσει σε οριστική καταχώρισή του, να απορρίψει ως απαράδεκτη την αίτηση του Β (αν θελήσει να την επαναφέρει προς συζήτησιν), εξαναγκάζοντάς τον με τον τρόπο αυτό να ασκήσει κύρια παρέμβαση στην δίκη της αγωγής του Α ή δική του αγωγή του άρθρου 6§2 και, εμφανισθείς στην δίκη της αγωγής του Α, να αιτηθεί αναβολή αυτής με αίτημα την συνεκδίκασή της με τη δική του, αφού όμως στο μεταξύ θα έχει παραιτηθεί από την αίτησή του με την εκουσία δικαιοδοσία. Διότι αν τελικά υπάρχει κάτι αδιαμφισβήτητο στον Ν. 2664/1998, τούτο είναι ότι η διόρθωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» μπορεί να διορθωθεί κατά τρόπο διαζευκτικό από τον θιγόμενο είτε με αγωγή του άρθρου 6§2 είτε με αίτηση του άρθρου 6§3, απαγορευομένης της σωρεύσεως αμφοτέρων των μεθόδων από τον ίδιο διάδικο για την ίδια διόρθωση.

1ε. Σε αρχική εγγραφή καταχωρίζεται ορισμένο ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Ο Α που επικαλείται κυριότητα του ακινήτου επιστηριζόμενη σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας νομίμως μεταγεγραμμένο στο οικείο Υποθηκοφυλακείο και αμέλησε να υποβάλλει δήλωση του Ν. 2308/1995 προσφεύγει στο ΜΠρΑθ αίτηση του άρθρου 6§3 κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και, επικαλούμενος τον μεταγεγραμμένο τίτλο του, ζητά τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής. Η αίτησή του κατατέθηκε την 1/2/2010, προσδιορίστηκε δικάσιμος την 1/3/2010 και καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα στο οικείο κτηματολογικό φύλλο την 20/2/2010.

Ο Β ο οποίος επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να την αποδεικνύει, καταθέτει όμοια αίτηση στο ΜΠρΑθ την 2/2/2010, λαμβάνει δικάσιμο για την 1/10/2010 και καταχωρεί εμπρόθεσμα την αίτησή του στο οικείο κτηματολογικό φύλλο την 3/2/2010. Κατά την καταχώρησή της αιτήσεώς του δεν υπάρχει καταχωρισμένη άλλη προγενέστερη όμοια αίτηση, αφού ο Α δεν έχει ακόμη καταχωρήσει τη δική του. Έτσι έχουμε:

Κατάθεση Καταχώριση Δικάσιμος

Α 1/2 20/2 1/3

Β 2/2 3/2 1/10

Ο Α, καταχωρίζοντας την αίτησή του στις 20/2, βλέπει την από 3/2 καταχωρισμένη όμοια αίτηση του Β και του κοινοποιεί αυθημερόν αντίγραφο της αιτήσεώς του. Στην περίπτωση αυτή ο Β μπορεί:

- Είτε να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο της αίτησης του Α στις 1/3/09 και να αιτηθεί από το δικαστήριο αναβολή προς συνεκδίκαση λόγω συνάφειας των δύο αιτήσεων κατά τη δικάσιμο της 1/10/09,

- Είτε να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο της αίτησης του Α στις 1/3/09 έχοντας ασκήσει κύρια παρέμβαση και να αντιποιηθεί το αντικείμενο της δίκης, (αφού προηγουμένως παραιτηθεί από το δικόγραφο της δικής του αιτήσεως ώστε να μην υπάρχει εκκρεμοδικία).

- Είτε να μην εμφανισθεί καθόλου κατά τη δικάσιμο της αιτήσεως του Α στις 1/3/09 και να παρασταθεί κανονικά κατά τη δικάσιμο της δικής του αιτήσεως, την 1/10/09.

Και στις τρεις περιπτώσεις η αίτηση του Β για παροχή έννομης προστασίας θα απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρονται στο παράδειγμα 1. Αλλά και στην περίπτωση που, κατ’ απίθανο τρόπο, η αίτησή του γίνει δεκτή, κατά τη λογική σειρά των πραγμάτων θα έχει προηγηθεί θετική απόφαση επί της αιτήσεως του Α και διόρθωση της αρχικής εγγραφής από «αγνώστου ιδιοκτήτη» σε νέα εγγραφή με καταχώριση ως δικαιούχου του Α. Συνεπώς, η εκτέλεση της απόφασης του Β θα είναι ανέφικτη, διότι θα διατάζει την διόρθωση της εγγραφής «αγνώστου ιδιοκτήτη» με τα στοιχεία του Β, η οποία δεν θα υφίσταται, αφού θα έχει ήδη υποκατασταθεί από νέα εγγραφή με τα στοιχεία του Α.

2. Σε αρχική εγγραφή καταχωρίζεται ορισμένο ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Ο Α που επικαλείται κυριότητα του ακινήτου επιστηριζόμενη σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας νομίμως μεταγεγραμμένο στο οικείο Υποθηκοφυλακείο και αμέλησε να υποβάλλει δήλωση του Ν. 2308/1995, ασκεί στο ΠΠρΑθ αγωγή του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998 κατά του Ελληνικού Δημοσίου με αίτημα α) να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ακινήτου και β) να διορθωθεί η αρχική εγγραφή «αγνώστου ιδιοκτήτη» με νέα, που θα αναγράφει τα δικά του στοιχεία.

Ο Β ο οποίος επικαλείται κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να την αποδεικνύει, καταθέτει ενώπιον του ΜΠρΑθ αίτηση του άρθρου 6§3 την οποία καταχωρεί εμπρόθεσμα 10 ημέρες μετά την καταχώριση της αγωγής του Α στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, με αίτημα τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής «αγνώστου ιδιοκτήτη» με νέα, που θα αναγράφει τα δικά του στοιχεία.

Οι δύο αιτήσεις παροχής εννόμου προστασίας θα «τρέξουν» ανεξάρτητα και η μεν αγωγή του Α, αν αποδειχθεί, θα γίνει δεκτή και θα οδηγήσει σε διόρθωση της αρχικής εγγραφής, η δε αίτηση του Β θα απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρονται στο παράδειγμα 1 .


ΠΡΟΒΛΗΜΑ 3ο

Ποια άραγε η σχέση μεταξύ αγωγής του άρθρου 6§2 ή αιτήσεως του άρθρου 6§3 και των εξωδίκων τρόπων διορθώσεως του άρθρου 6§4 και 18 (διόρθωση προδήλων σφαλμάτων);

Τον τελευταίο καιρό ενόψει του μεγάλου αριθμού αποφάσεων των Πρωτοδικείων της Χώρας με τις οποίες απορρίπτονται ως απαράδεκτες αγωγές του άρθρου 6§2 με το αιτιολογικό ότι δεν τηρήθηκε η «προδικασία» της εκουσίας δικαιοδοσίας αλλά και αιτήσεων του άρθρου 6§3 περ. α΄ με το αιτιολογικό ότι δεν παρατίθεται στην αίτηση η αιτία κτήσεως και τα στοιχεία του δικαιοπαρόχου του αιτούντος, έντονος προβληματισμός έχει δημιουργηθεί μεταξύ των συναδέλφων δικηγόρων μην τυχόν η απόπειρα διορθώσεως αρχικής εγγραφής δια της ασκήσεως αγωγής του άρθρου 6§2 ή αιτήσεως του άρθρου 6§3 απορριφθεί ως απαράδεκτη, αν η εσφαλμένη αρχική εγγραφή μπορούσε να διορθωθεί με αίτηση του άρθρου 6§4 ή του άρθρου 18 του Ν. 2664/1998 (πρόδηλο σφάλμα).

Αλλιώς: Αν υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης μιας αρχικής εγγραφής υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» με τη διαδικασία του άρθρου 6§4 ή με τη διαδικασία του προδήλου σφάλματος και ο θιγόμενος με την εγγραφή αυτή προσφύγει για τη διόρθωσή της απ’ ευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή του άρθρου 6§2 ή με αίτηση του άρθρου 6§3 κινδυνεύει με απόρριψη της αιτήσεώς του ελλείψει τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 6§4 ή του άρθρου 18 του Ν. 2664/1998;

Η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική.

Η αίτηση διόρθωσης αρχικής εγγραφής με τη διαδικασία του άρθρου 6§4 ή του άρθρου 18 του Ν. 2664/1998, (εφ’ όσον φυσικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους), δεν συνιστά αναγκαία προδικασία ούτε της αγωγής του άρθρου 6§2 ούτε της αιτήσεως του άρθρου 6§3, για τον απλούστατο λόγο ότι ενώ η αίτηση του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998 κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη διακόπτει την 8ετή ή 10ετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6§2, η εξώδικη απόπειρα διόρθωσης με τη διαδικασία του άρθρου 6§4 ή με τη διαδικασία του προδήλου σφάλματος δεν τη διακόπτει. Συγκεκριμένα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6§3 περ. α΄ εδ. ζ έως ι΄ Ν. 2664/1998: «Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η κατάθεση και κοινοποίηση, σύμφωνα με τα παραπάνω, της αίτησης για διόρθωση της εγγραφής διακόπτει την προθεσμία για την έγερση της αγωγής της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η προθεσμία που διακόπηκε θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο αιτών παραιτηθεί από την αίτηση ή αν αυτή απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο. Αν ο δικαιούχος ασκήσει κατά του Ελληνικού Δημοσίου την αγωγή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού μέσα σε έξι (6) μήνες από την παραίτηση από την αίτηση ή από την τελεσίδικη απόρριψή της, θεωρείται ότι η προθεσμία διακόπηκε με την κατάθεση και κοινοποίηση της αίτησης αυτής».

Αντίστοιχη διάταξη για την διόρθωση αρχικής εγγραφής με τη διαδικασία του άρθρου 6§4 ή του άρθρου 18 δεν υπάρχει! Ειδικότερα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6§4 εδ. ε΄ Ν. 2664/1998 «Η αίτηση αυτή (σ.σ. του άρθρου 6§4), η οποία δεν επιβαρύνεται με τέλη, αναλογικά ή πάγια, υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που ισχύει για την αγωγή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, μετά την πάροδο της οποίας ισχύουν τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 7α», ενώ επί απορριπτικής αποφάσεως του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου ο αιτών μπορεί να προβάλλει αντιρρήσεις ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 16, ο δε θιγόμενος από την απόφαση του Κτηματολογικού Δικαστή μπορεί να ζητήσει με αγωγή του τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής, χωρίς πουθενά να προσδιορίζεται προθεσμία για την άσκησή της (βλ. 6§4 εδ. ιβ΄ και ιγ΄ Ν. 2664/1998). Τούτο σημαίνει ότι:

- αν ο αιτών υποβάλλει αίτηση του άρθρου 6§4 μέσα στην 8ετή προθεσμία του άρθρου 6§2 και αυτή γίνει δεκτή είτε πριν είτε και μετά την συμπλήρωση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, θα καταχωρισθεί ως δικαιούχος με μεταγενέστερη μη οριστική καταχώριση (διότι τούτο επιτάσσεται από το άρθρο 6§4 εδ. ιε΄ που ορίζει ότι για τη διόρθωση αυτή ισχύουν αναλόγως τα οριζόμενα στο άρθρο 8).

- αν ο αιτών υποβάλλει αίτηση του άρθρου 6§4 μέσα στην 8ετή προθεσμία του άρθρου 6§2 και αυτή απορριφθεί πριν τη συμπλήρωση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, μπορεί να ασκήσει αντιρρήσεις ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αν αυτές γίνουν δεκτές είτε πριν είτε μετά τη συμπλήρωση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2 θα καταχωρισθεί ως δικαιούχος με μεταγενέστερη μη οριστική καταχώριση (διότι τούτο επιτάσσεται από το άρθρο 6§4 εδ. ιε΄ που ορίζει ότι για τη διόρθωση αυτή ισχύουν αναλόγως τα οριζόμενα στο άρθρο 8).

- αν ο αιτών υποβάλλει αίτηση του άρθρου 6§4 μέσα στην 8ετή προθεσμία του άρθρου 6§2 και αυτή απορριφθεί πριν τη συμπλήρωση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, μπορεί να ασκήσει αντιρρήσεις ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αν αυτές απορριφθούν πριν τη συμπλήρωση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, μπορεί να ζητήσει με αγωγή του τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής και αν αυτή γίνει δεκτή θα καταχωρισθεί ως δικαιούχος με μεταγενέστερη μη οριστική καταχώριση (διότι τούτο επιτάσσεται από το άρθρο 6§4 εδ. ιε΄ που ορίζει ότι για τη διόρθωση αυτή ισχύουν αναλόγως τα οριζόμενα στο άρθρο 8, που με τη σειρά του παραπέμπει στο άρθρο 13).

- Αν όμως ο αιτών υποβάλλει αίτηση του άρθρου 6§4 μέσα στην 8ετή προθεσμία του άρθρου 6§2 και αυτή απορριφθεί μετά τη συμπλήρωση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, ούτε αντιρρήσεις μπορεί ν’ ασκήσει ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή, ούτε αγωγή αν απορριφθούν κι οι αντιρρήσεις του.

- Αν επίσης ο αιτών υποβάλλει αίτηση του άρθρου 6§4 μέσα στην 8ετή προθεσμία του άρθρου 6§2 και αυτή απορριφθεί πριν τη συμπλήρωση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, μπορεί να ασκήσει αντιρρήσεις ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Αν όμως αυτές απορριφθούν μετά τη συμπλήρωση της 8ετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6§2, δεν μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση με αγωγή του, διότι η αγωγή του άρθρου 6§4 ως μη έχουσα δική της αυτοτελή προθεσμία θα υπόκειται στην προθεσμία του άρθρου 6§2, η οποία έχει ήδη εκπνεύσει!

Τα ίδια θα ισχύουν και για τη διάταξη του άρθρου 18. Η αίτηση διόρθωσης με τη διαδικασία του προδήλου σφάλματος δεν διακόπτει την αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6§2, ούτε η υποβολή αντιρρήσεων ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή σε περίπτωση απορρίψεώς της. Αν λοιπόν η εμπρόθεσμη άσκηση αυτής ή των αντιρρήσεων έχουν θετική για τον αιτούντα έκβαση, όλα καλά. Αν όμως δεν έχουν, η αρχική εγγραφή θα οριστικοποιηθεί αμετάκλητα για τον αιτούντα ο οποίος θα χάσει οριστικά το δικαίωμά του επί του ακινήτου.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν μπορούν διαδικασίες που δεν άγουν σε οριστική καταχώριση του δικαιούχου ούτε διακόπτουν την αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6§2, (όπως αυτές των άρθρων 6§4 και 18 Ν. 2664/1998), να αποτελούν υποχρεωτική προδικασία για την άσκηση της αγωγής του άρθρου 6§2 ή της αιτήσεως του άρθρου 6§3 διότι οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση ή ακόμη και αναίρεση της προθεσμίας πουν δίνει ο νόμος γι’ αυτές.-

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1) Η προβληματικότητα της συγκεκριμένης διατάξεως έγκειται στην πρωτοφανή για τα δικαιϊκά δεδομένα της Χώρας πρόβλεψη ότι μια υπόθεση υπαγόμενη με ρητή νομοθετική πρόβλεψη (άρθρο 6§3 περ. α΄ εδ. α΄ και περ. β΄ εδ. α΄ Ν. 2664/1998) στην εκουσία δικαιοδοσία, σε περίπτωση τελεσιδίκου απορρίψεώς της ως νόμω ή ουσία αβάσιμης κατά την ανωτέρω διαδικασία, δύναται επίσης με ρητή νομοθετική πρόβλεψη (άρθρο 6§3 περ. ά εδ. ζ΄) να επιλυθεί με αγωγή του αιτούντος στα πλαίσια της αμφισβητουμένης. Δηλαδή ενώ μέχρι σήμερα είναι παγκοίνως γνωστό ότι οι υποθέσεις της εκουσίας και οι διαφορές της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας ολοκλήρωναν τον δικαστηριακό τους κύκλο με την έκδοση τελεσίδικης ή αμετάκλητης δικαστικής απόφασης στα πλαίσια η κάθε μια της διαδικασίας της (κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 94§2 Σ), τώρα για πρώτη φορά θεσπίζεται νομοθετικά η πρόβλεψη μια υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας να μετουσιώνεται σε διαφορά της αμφισβητουμένης αν ο δικαστηριακός της κύκλος στα πλαίσια της εκουσίας ολοκληρωθεί με απόρριψη της σχετικής αιτήσεως ως νόμω ή ουσία αβάσιμης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998 δεν θεραπεύεται ούτε με την νομολογιακώς επιλεγείσα οδό που αντιμετωπίζει την αίτηση του άρθρου 6§3 Ν. 2664/1998 ως αναγκαία προδικασία για την εν συνεχεία άσκηση της αγωγής του άρθρου 6§2 του ίδιου Νόμου, ούτε βέβαια με την προτεινόμενη δια της παρούσης οδό της ελεύθερης επιλογής από τον δικαιούχο μεταξύ αγωγής του άρθρου 6§2 και αιτήσεως του άρθρου 6§3. Νομίζω ωστόσο ότι η χορήγηση στον δικαιούχο της δυνατότητας ελεύθερης επιλογής μεταξύ των δύο ανωτέρω δυνατοτήτων, πέραν του γεγονότος ότι εκφράζει ακριβέστερα τη βούληση του Νομοθέτη βρίσκεται και εγγύτερα στην πρόβλεψη του Συντάγματος καθ’ όσον: α) δεν υποχρεώνει τον θιγόμενο να ακολουθήσει την προφανώς αντισυνταγματική διαδικασία της αιτήσεως του άρθρου 6§3 (αφού η εσφαλμένη καταχώριση ενός δικαιώματος ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» συνιστά μετά βεβαιότητος αμφισβήτηση του δικαιώματος αυτού από τον καταχωρήσαντα, άρα «διαφορά» συνταγματικώς υπαγόμενη στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία και β) διότι η επιλογή εκ μέρους του θιγομένου να επιδιώξει την απ’ ευθείας διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» με τη διαδικασία της αγωγής του άρθρου 6§2, εξοβελίζει οριστικά την εφαρμογή στην ένδικη διαφορά των διατάξεων της εκουσίας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα να αναιρεί εν τοις πράγμασι σε μεγάλο βαθμό, την αμφισβητούμενης συνταγματικότητας διάταξη του άρθρου 6§3 και την εξ αυτής απορρέουσα εμπλοκή των δύο διαδικασιών μεταξύ τους.

(2) Στο σημείο αυτό όμως γεννάται αναπόφευκτα ο εξής προβληματισμός: Εκ πρώτης όψεως φαίνεται λογικός ο ισχυρισμός του Νομοθέτη της ισχύουσας διατάξεως, ότι η καταχώριση από τον Ο.Κ.Χ.Ε. ενός δικαιώματος ως αγνώστου ιδιοκτήτη δεν συνιστά αμφισβήτηση του τελευταίου ως προς το πρόσωπο του αληθούς δικαιούχου καθώς δεν αποτελεί διεκδίκηση εκ μέρους του Ο.Κ.Χ.Ε. του μη καταχωρισθέντος στο Κτηματολόγιο δικαιώματος και, συνεπώς, δεν γεννά διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη υποχρεωτικά στη διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, αλλ’ αποτελεί τον κατά νόμο αναγκαίο απότοκο του γεγονότος ότι ο αληθής δικαιούχος δεν μερίμνησε ώστε να δηλώσει εμπρόθεσμα το δικαίωμά του κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης. Κι εντεύθεν παρίσταται άδικη η καταδίκη του Ελληνικού Δημοσίου ή του Ο.Κ.Χ.Ε. στη δικαστική δαπάνη του αμελούς ενάγοντος αληθούς δικαιούχου, η οποία θα ήταν αναγκαία συνέπεια της αποδοχής της αγωγής του προς διόρθωσιν της αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Με μια πιο προσεκτική ματιά του ζητήματος όμως, η φαινομενική λογική του ανωτέρω ισχυρισμού κλονίζεται βαρύτατα, για τους ακόλουθους λόγους:

α) Διότι η καταχώριση ενός ακινήτου ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» συχνότατα δεν οφείλεται σε αμέλεια του αληθούς δικαιούχου να δηλώσει εμπρόθεσμα και ορθά το δικαίωμά του κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης, αλλά σε εκ παραδρομής σφάλμα των υπαλλήλων της «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.». Συνήθως αυτό δεν συμβαίνει με ολόκληρα ακίνητα, αλλά με ποσοστά συνιδιοκτησίας οριζοντίου ή καθέτου ιδιοκτησίας στο οικόπεδο. Έτσι π.χ. ενώ ο κύριος του ακινήτου είχε δηλώσει το ακίνητό του με το σωστό ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο συνυποβάλλοντας μάλιστα το συμβόλαιό του, από σφάλμα των υπαλλήλων της κτηματογράφησης το ακίνητό του καταχωρίστηκε με λιγότερα χιλιοστά, με αποτέλεσμα η διαφορά να καταχωρίζεται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» άνευ οιασδήποτε υπαιτιότητας του αληθούς δικαιούχου.

β) Διότι η επιλογή της μετάβασης από το σύστημα των «μεταγραφών και υποθηκών» στο σύστημα του Κτηματολογίου με την διαδικασία των δηλώσεων του Ν. 2308/1995, ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο προτίμησε να επιβάλει στους πολίτες την υποχρέωση να δηλώσουν οι ίδιοι τα δικαιώματά τους στο Κτηματολόγιο αντί να τα μεταφέρει αυτούσια από τα οικεία Υποθηκοφυλακεία στα οποία ήταν ήδη καταχωρισμένα, προφανώς λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στον τρόπο λειτουργίας και τήρησης των βιβλίων στα περισσότερα από αυτά, γεγονός για το οποίο – σε τελευταία ανάλυση – ευθύνεται πάλι το ίδιο.

γ) Διότι πλέον των ανωτέρω λόγων, η ανακριβής πρώτη καταχώριση ενός δικαιώματος στο Κτηματολόγιο (είτε με δικαιούχο κάποιον τρίτο, είτε υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη») συνιστά αφ’ εαυτής προσβολή του δικαιώματος του αληθούς δικαιούχου, επειδή έτσι προτάσσεται από τον ίδιο το Νόμο. Τούτο προκύπτει ευθέως:

i) από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 6§2 εδ. α΄ Ν. 2664/1998 στο οποίο ορίζεται ρητά ότι «Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής». Είναι προφανές ότι αν ο ίδιος ο Νομοθέτης δεν θεωρούσε ότι η ανακριβής πρώτη εγγραφή συνιστά από μόνη της προσβολή του δικαιώματος του αληθούς δικαιούχου θα διατύπωνε την ανωτέρω διάταξη ως εξής: «Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που δεν καταχωρίσθηκε ή καταχωρίσθηκε εσφαλμένα και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της ανακριβούς πρώτης εγγραφής».

Εξάλλου και η ανακριβής καταχώριση στις αρχικές εγγραφές τρίτου προσώπου ως δικαιούχου, συχνά γίνεται χωρίς την παραμικρή υπαιτιότητα του ανακριβώς καταχωρισθέντος ως δικαιούχου αλλά οφείλεται σε σφάλματα της κτηματογράφησης, (δηλαδή του Ο.Κ.Χ.Ε.), παρ’ όλα ταύτα ο Νομοθέτης δεν έδειξε την ίδια ευαισθησία λαμβάνοντας μέτρα ώστε η διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής εγγραφής να μη γίνεται με αγωγή του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998 κατά του ανυπαίτιου εσφαλμένως καταχωρισθέντος ως δικαιούχου, η οποία συνεπάγεται όχι μόνο δικαστική ταλαιπωρία γι’ αυτόν αλλά και την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος. Κλασσικό παράδειγμα τέτοιας εσφαλμένης αρχικής καταχώρισης για την οποία ουδόλως ευθύνεται ο εσφαλμένως καταχωρισθείς ως δικαιούχος είναι η περίπτωση που ορισμένες από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυκατοικίας δεν δηλώθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης με αποτέλεσμα ο Ο.Κ.Χ.Ε. να τις καταχωρήσει αυτεπαγγέλτως (*) ως ιδιοκτησία του οικοπεδούχου με βάση τη Σ.Ο.Ι. την οποία ο τελευταίος συνυπέβαλε με την δήλωσή του ως τίτλο για τις δικές του οριζόντιες ιδιοκτησίες. Είναι προφανές ότι κι εδώ ο εσφαλμένως καταχωρισθείς ως δικαιούχος ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα του αληθούς δικαιούχου, παρ’ όλα αυτά η διόρθωση της αρχικής εγγραφής θα γίνει με αγωγή του άρθρου 6§2 με εναγόμενο τον ίδιο και όχι βέβαια με την «απλούστερη και ταχύτερη» διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Τελικά, με σκοπό την άρση των δυσμενών αυτών αποτελεσμάτων για τον ανυπαιτίως καταχωρισθέντα ως δικαιούχο εμπραγμάτου δικαιώματος ανήκοντος σε άλλον, ο Νομοθέτης οδηγήθηκε στη σταδιακή διεύρυνση των περιπτώσεων διορθώσεως τέτοιου είδους αρχικών εγγραφών με τη διαδικασία του προδήλου σφάλματος. Η επιλεγείσα όμως «λύση» του προβλήματος με τη διαδικασία του προδήλου σφάλματος ούτε την ίδια αποτελεσματικότητα έχει με την αγωγή του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998, ούτε καλύπτει όλες τις σχετικές περιπτώσεις.

ii) Από το γεγονός ότι μέχρι την εισαγωγή της συγκεκριμένης διατάξεως από το Ν. 3481/2006 ουδείς τολμούσε –ούτε καν ο ίδιος ο Νομοθέτης – να διανοηθεί ν’ αμφισβητήσει το γεγονός ότι η εσφαλμένη καταχώριση στις αρχικές εγγραφές ενός ακινήτου ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» συνιστούσε αφ’ εαυτής, αμφισβήτηση του δικαιώματος του αληθούς δικαιούχου εκ μέρους του Ο.Κ.Χ.Ε, αφού η μη εμπρόθεσμη διόρθωσή της οδηγεί τελικά σε απώλεια του δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου. Για το λόγο αυτό η παράγραφος 3 του άρθρου 6 προέβλεπε την διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής εγγραφής υπό την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» μόνο με αγωγή του άρθρου 6§2, στρεφόμενη αρχικά κατά του Ελληνικού Δημοσίου και αργότερα κατά του Ο.Κ.Χ.Ε.

iii) Εκ του γεγονότος ότι πουθενά στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3481/2006 δεν εξηγείται πώς είναι δυνατόν σε περίπτωση τελεσίδικης απόρριψης της αιτήσεως του άρθρου 6§3 ως νόμω ή ουσία αβάσιμης να δύναται ο αληθής δικαιούχος να επιδιώξει τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής με αγωγή του άρθρου 6§2. Δηλαδή πώς γίνεται η «μη εμπεριέχουσα αμφισβήτηση» καταχώριση ενός δικαιώματος ως αγνώστου ιδιοκτήτη ξαφνικά να μετουσιώνεται σε εμπεριέχουσα αμφισβήτηση διαφορά της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας. Μήπως άραγε η απόρριψη της αιτήσεως του άρθρου 6§3 από το Μονομελές Πρωτοδικείο συνιστά διεκδίκηση της κυριότητας του ακινήτου από το Δικαστήριο της εκουσίας για τον εαυτό του; (επιχείρημα αντλούμενο από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3481/2006 σύμφωνα με την οποία η καταχώριση ενός ακινήτου ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» δεν συνιστά αμφισβήτηση διότι δεν αποτελεί διεκδίκηση εκ μέρους του Ο.Κ.Χ.Ε. της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου για τον ίδιο!).

(*) Από σωρεία διατάξεων του Ν. 2308/1995 προκύπτει ευθέως ότι η καταχώριση, (ορθή ή εσφαλμένη), στις αρχικές εγγραφές ενός ακινήτου μπορεί να γίνει ακόμη και χωρίς την παραμικρή ανάμειξη του ορθώς ή εσφαλμένως καταχωρισθέντος ως δικαιούχου. Εν άλλοις λόγοις ο Νόμος παρέχει στον Ο.Κ.Χ.Ε. τεράστια περιθώρια αυτονομίας ως προς τα δικαιώματα που τελικώς θα καταχωρίσει στις αρχικές εγγραφές καθώς και ως προς τον τρόπο καταχώρισής τους, κατά παρέκκλιση από το περιεχόμενο των υποβληθεισών δηλώσεων ή ακόμη και χωρίς να τις λάβει καθόλου υπ’ όψιν.

Συγκεκριμένα:

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3§§2 και 3 Ν. 2308/1995 που φέρει τον τίτλο «Κτηματογράφηση – Σύνταξη προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων» ορίζεται ότι:

«1. Για τη σύνταξη των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων τίθενται ενδεικτικώς ως βάση τα τοπογραφικά υπόβαθρα που διαθέτει ο Ο.Κ.Χ.Ε., οι κατά το άρθρο 2 δηλώσεις, οι συνυποβαλλόμενοι με αυτές τίτλοι, τα στοιχεία και οι πληροφορίες που συλλέγει ο Ο.Κ.Χ.Ε. από άλλες υπηρεσίες και από τους οριοδείκτες ή με επιτόπια έρευνα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ο Ο.Κ.Χ.Ε. και η εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» μπορούν να ζητούν απευθείας ή μέσω του αρμοδίου Γραφείου Κτηματογράφησης τη χορήγηση πιστοποιητικών ή άλλων στοιχείων, καθώς και την εν γένει παροχή υπηρεσιών από τον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών και υποθηκών.

2. Κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική υπηρεσία οφείλει να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες και κάθε δυνατή συνδρομή για την εκτέλεση των εργασιών της κτηματογράφησης».

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 2308/1995 που φέρει τον τίτλο «Αναμόρφωση προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων μετά την εξέταση των ενστάσεων» ορίζεται ότι: «Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 6 (δηλ. την υποβολή ενστάσεων κατά της πρώτης ανάρτησης των προσωρινών κτηματολογικών πινάκων και διαγραμμάτων) το Γραφείο Κτηματογράφησης, αφού ζητήσει μέσω του ΟΚΧΕ ή της εταιρείας «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» από τον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών και υποθηκών, εφόσον κριθεί αναγκαίο, τη χορήγηση πιστοποιητικών ή άλλων στοιχείων, προβαίνει στις αναγκαίες αναμορφώσεις των προσωρινών διαγραμμάτων και πινάκων, λαμβάνοντας προς το σκοπό αυτόν υπόψη και τις δηλώσεις εγγραπτέων δικαιωμάτων, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που συλλέχτηκε εν τω μεταξύ κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού. Αναμορφώσεις των στοιχείων του πίνακα και των διαγραμμάτων μπορεί να γίνονται και οίκοθεν, εάν από την επεξεργασία αυτών εντοπισθεί ανακρίβεια που εμφιλοχώρησε σε προηγούμενη εγγραφή.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 11 Ν. 2308/1995 που φέρει τον τίτλο «Περαίωση της κτηματογράφησης» ορίζεται ότι: «Μετά την ολοκλήρωση, κατά το προηγούμενο άρθρο, της διαδικασίας εκδίκασης των ενστάσεων, το αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης αναμορφώνει τα κτηματολογικά διαγράμματα και τους κτηματολογικούς πίνακες λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις της Επιτροπής Ενστάσεων, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που έχει συλλεγεί εν τω μεταξύ σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού».

ΙV. Σύμφωνα με το άρθρο 2§§1και 2 Ν. 2308/1995 (όπως η §2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1§4 του ν. 3127/2003), που φέρει τον τίτλο «Δηλώσεις εγγραπτέων δικαιωμάτων» ορίζεται ότι: «1. Με απόφαση του Ο.Κ.Χ.Ε. καλούνται όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής να υποβάλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του…. 2. Το Δημόσιο δεν υποχρεούται να υποβάλει δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος, ούτε αίτηση διόρθωσης ή ένσταση κατά τα άρθρα 6 και 10».

Από τις ανωτέρω (υπό στοιχεία ΙΙ – V της παρούσης) διατάξεις ευθέως συνάγεται ότι οι εκ μέρους των υποχρέων υποβληθείσες δηλώσεις εγγραπτέων δικαιωμάτων ΜΕΡΙΚΗ μόνο ή και ΚΑΜΙΑ επίδραση ασκούν στην σύνταξη τόσο των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων όσο και στον τρόπο καταχώρισης των εγγραπτέων δικαιωμάτων στις πρώτες εγγραφές, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης. Καθοριστικό ρόλο παίζει η αντιπαραβολή του περιεχομένου τους με στοιχεία που ο Ο.Κ.Χ.Ε. συνέλεξε αυτεπαγγέλτως από το αρμόδιο Υποθ/κείο ή άλλες υπηρεσίες, τα τοπογραφικά υπόβαθρα που έχει στη διάθεσή του κλπ., τα οποία μπορεί να τον οδηγήσουν σε τελείως διαφορετική καταχώριση του δικαιώματος που δηλώθηκε στις πρώτες εγγραφές σε σχέση με την υποβληθείσα δήλωση. Το Δημόσιο μάλιστα, καταχωρίζεται συνήθως ως δικαιούχος εγγραπτέου δικαιώματος χωρίς να έχει καν υποβάλει δήλωση του Ν. 2308/1995, αφού, στην πράξη, σχεδόν ποτέ δεν υποβάλει τέτοια δήλωση.

Ως εκ τούτου, είναι τελείως αδιάφορο για τον Νομοθέτη αν την εσφαλμένη στις πρώτες εγγραφές καταχώριση προκάλεσε με πράξεις ή παραλείψεις του ο ίδιος ο εσφαλμένως καταχωρισθείς ως δικαιούχος ή ο Ο.Κ.Χ.Ε. Η αγωγή του άρθρου 6§2 Ν. 2664/1998 θα ασκηθεί υποχρεωτικώς κατά του εσφαλμένως καταχωρισθέντος ως δικαιούχου ανεξαρτήτως υπαιτιότητός του για την εσφαλμένη καταχώριση και, φυσικά, ανεξαρτήτως του αν αμφισβήτησε δια πράξεως ή παραλείψεως το δικαίωμα του αληθούς δικαιούχου καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο. Έτσι:

- Αν εσφαλμένως καταχωρήθηκε στις πρώτες εγγραφές ακίνητο ιδιοκτησίας μου με δικαιούχο το Ελληνικό Δημόσιο, η αγωγή μου θα στραφεί υποχρεωτικώς εναντίον του Δημοσίου ακόμη κι αν ουδέποτε υπέβαλε δήλωση κυριότητας επί του ακινήτου μου κατά τις διατάξεις του Ν. 2308/1995, αφού άλλωστε δεν έχει καν τέτοια υποχρέωση εκ του Νόμου.

- Αν με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας νομίμως μεταγραφείσα οι Α και Β κληρονόμησαν σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου έκαστος ένα ακίνητο του θανόντος πατρός τους και κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης προέβη σε δήλωση μόνο ο Α προσκομίζοντας μετ’ επικλήσεως την κοινή με με τον Β πράξη αποδοχής κληρονομίας, κατά πάγια τακτική του ΟΚΧΕ ολόκληρο το ακίνητο θα καταχωρισθεί κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου εις έκαστον των Α και Β, διότι το δικαίωμα του Β προκύπτει από την προσκομισθείσα υπό του Α κοινή πράξη αποδοχής κληρονομίας.

- Αν στο ίδιο ανωτέρω παράδειγμα ο Β είχε μεταβιβάσει το δικαίωμά του στον Γ με νομίμως μεταγραφείσα σύμβαση αγοραπωλησίας και ο Γ παρέλειψε να υποβάλει δήλωση του Ν. 2308/1995, το ακίνητο κατά πάγια τακτική του Ο.Κ.Χ.Ε. θα καταχωρισθεί με συγκυρίους τους Α και Β, καθώς από την προσκομισθείσα από τον Α αποδοχή κληρονομίας προκύπτει ότι συγκύριός του είναι ο Β, και μάλιστα χωρίς καμία υπαιτιότητα του Β για την εν λόγω εσφαλμένη καταχώρισή του ως δικαιούχου.

(3) Ο μοναδικός τρόπος για ν’ αποκτήσει νόημα η ακατάληπτη διάταξη της περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 6 είναι να γίνει δεκτό ότι η καταχώριση της αιτήσεως της εκουσίας στο οικείο κτηματολογικό φύλλο υποκαθιστά την ελλείπουσα μεταγραφή υπό την αίρεση της ευδοκιμήσεώς της, (κατ’ αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7α§1 περ. α΄ εδ. δ΄ Ν. 2664/1998), οπότε πράγματι, το δικαστήριο της εκουσίας δύναται τότε να ελέγξει παρεμπιπτόντως την συνδρομή όλων των λοιπών κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεων για την κτήση του δικαιώματος από τον αιτούντα. Και τότε όμως, η τυχόν διάγνωση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών, δεν θα περιβάλλεται με ισχύ δεδικασμένου, αφού η σχετική διάταξη θα περιλαμβάνεται σε απόφαση εκδοθείσα από αναρμόδιο (για την ακρίβεια στερούμενο δικαιοδοσίας) δικαστήριο. Νομίζω μάλιστα ότι αυτή είναι και η ορθότερη αντιμετώπιση για την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως, αφού της δίνει νόημα χωρίς να είναι ασύμβατη με την διάταξη της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου.

Εν κατακλείδι:

- Επί αιτήσεως του άρθρου 6§3 περ. α΄ το δικαστήριο της εκουσίας δικαιούται να ελέγξει μόνο δύο πράγματα: α) αν υπάρχει στο πρόσωπο του αιτούντος μεταγραπτέος τίτλος και β) αν ο τίτλος αυτός έχει πράγματι μεταγραφεί. Επί καταφατικής περιπτώσεως το δικαστήριο υποχρεούται να δεχθεί την αίτηση χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο περί της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων κτήσεως του δικαιώματος από τον αιτούντα.

- Επί αιτήσεως του άρθρου 6§3 περ. β΄ το δικαστήριο της εκουσίας δικαιούται να ελέγξει εκτός από την ύπαρξη αμετάγραφου τίτλου στο πρόσωπο του αιτούντος και όλες τις λοιπές προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου για την κτήση του δικαιώματος από τον αιτούντα (κυριότητα ου δικαιοπαρόχου του και των απωτέρων αυτού δικαιοπαρόχων αναγόμενη στην 20ετία, εγκυρότητα υποσχετικής δικαιοπραξίας που αποτελεί αιτία της εκποιητικής κλπ), χωρίς όμως η σχετική θετική ή αρνητική διάγνωσή του να παράγει δεδικασμένο.

Συνεπώς αποφάσεις επί αιτήσεων του άρθρου 6§2 περ. α΄ οι οποίες απορρίπτουν την αίτηση ως αόριστη (όπως π.χ. η ΜΠρΑθ 774/2010 αδημοσίευτη) με το αιτιολογικό ότι «… στην αίτηση αυτή δεν μνημονεύεται η αιτία κτήσεως του επίδικου ακινήτου από την αιτούσα, ποιος ήταν ο δικαιοπάροχός της στο επίδικο ακίνητο, ήτοι η ταυτότητά του και ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του δικαιοπαρόχου της επί τούτου, αφού κατ’ άρθρο 1033 ΑΚ απαιτείται για την κτήση κυριότητας ακινήτου η μεταβίβαση από κύριο…» και μάλιστα παρά το γεγονός ότι ο αιτών έχει μνημονεύσει στην αίτησή του και προσκομίσει με τις προτάσεις του επικυρωμένο αντίγραφο του τίτλου του και πιστοποιητικό μεταγραφής του, στερούνται στοιχειώδους νομικής βασιμότητας και θα πρέπει να προσβάλλονται απηνώς από τους συνηγόρους των αιτούντων με έφεση.
Αθήνα 8 Ιουλίου 2010
πηγη: http://www.katraslaw.gr

Σχόλια