Οδήγηση με Άδεια ικανότητας που έχει λήξει - Απόφ. ΑΠ 1/2010

Παρασκευή 06 Απριλίου 2012
Υπαιτιότης - Συνυπαιτιότης


ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΟΛΙΑΣΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΑΦΟΙ ΟΝΟΥΦΡΙΑΔΗ ΟΕ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ GOOGLE

Οδήγηση με Άδεια ικανότητας που έχει λήξει - Παρεμπίπτουσα Αγωγή Ασφαλιστή Δεκτή - Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος Ασφαλιστικής Εταιρίας - Απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι Αναιρέσεως, εφόσον δεν προτάθηκαν αρμοδίως.
Σύγκρουση Ομορρόπως Κινουμένων
μοτοσυκλέτας και ΙΧΕ
κατ΄ ανεπιτυχές προσπέρασμα
Αλλαγή κατεύθυνσης ΑΝΕΥ χρήσης Δεικτών Κατεύθυνσης (Φλας) (1)
Οδήγηση με Άδεια ικανότητας που έχει λήξει (2)

  Συνυπαιτιότητα 50% του.,..
οδηγού του ΙΧΕ που μολονότι κινούνταν στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, επιχείρησε να στρίψει αριστερά της πορείας του (αλλάζοντας κατεύθυνση), χωρίς να καταλαμβάνει προοδευτικά τον άξονα της οδού, και χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεση του αυτή, με την αφή του αριστερού δείκτη πορείας (φλας) (παράβ. άρθρ. 21 ΚΟΚ).
 Ομοίως συνυπαιτιότητα 50% του οδηγού μοτοσυκλέτας που επιχείρησε ταυτοχρόνως προσπέρασμα του ανωτέρω προπορευομένου οχήματος, οδηγώντας με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, καθόν χρόνο  είχε λήξει η άδεια ικανότητας που κατείχε, γεγονός που κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι μείωνε την ικανότητα του περί την οδήγηση. (βλ.κατωτέρω Σχόλια – Παρατηρήσεις υπ΄αριθμ. 2)


Αναιρετική Διαδικασία
κατ΄άρθρ.  559 αριθμ 19 Κ.Πολ.Δ. (3)
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται
 στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος,
 εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια.
 Το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως, καθότι έκρινε ότι, το εφετείο διέλαβε κατά τα ανωτέρω σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο ελλείψεις και αντιφάσεις που αφορούν την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος κρίθηκε ότι  δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον από τα υπόλοιπα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, αιτιολογείται πλήρως το εν λόγω πόρισμα.

Αναιρετική Διαδικασία
κατ΄άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ
Παρεμπίπτουσα Αγωγή Ασφαλιστή Δεκτή
λόγω έλλειψης Άδειας Ικανότητας Οδήγησης
Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος Ασφαλιστικής Εταιρίας
Απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι Αναιρέσεως
εφόσον δεν προτάθηκαν αρμοδίως
Απορριπτέοι κρίθηκαν οι λόγοι αναιρέσεως σχετικά με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων :
   Α) του άρθρ.281 ΑΚ για καταχρηστική  άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας για απαλλαγή της από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω έλλειψης της κατά τον νόμο άδειας οδηγήσεως, (εφόσον ο οδηγός είχε μεν άδεια ικανότητας που είχε λήξει).
   Β) των διατάξεων των άρθρων 95 παρ 4 και 6 του Ν.2094/1992 (ΚΟΚ) και 25 παρ. 6 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου που δεν ερμηνεύτηκαν σύμφωνα με εκείνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ, με αποτέλεσμα το Εφετείο να αρθεί στο συμπέρασμα ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός δεν καλύπτονταν ασφαλιστικά.
  Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των αναιρεσειόντων για να ληφθούν υπόψη έπρεπε να προταθούν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ή στο Εφετείο (εφόσον συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής από εκείνες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ)  και να γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο για το χρόνο και τον τρόπο της προβολής τους. Τέτοια, όμως, αναφορά δεν γίνεται από τους αναιρεσείοντες για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου και συνεπώς αυτός είναι αόριστος και ως προς τα δύο μέρη του και λόγω της αοριστίας του αυτής είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Απόφ. ΑΠ 1/2010
Πρόεδρος : Διονύσιος Γιαννακόπουλος
Εισηγητής :  Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης
Μέλη :  Ελευθέριος Μάλλιος -  Γεωργία Λαλούση - Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου
Δικηγόροι : Αλκιβιάδης Παναγόπουλος - Θεοδώρα Μηνιώτη
Ιωάννης Ανύσιος - Ιάσων Δουμπής
Σχόλια – Παρατηρήσεις
1. Συνοπτική Παρουσίαση Σχετικής νομολογίας σχετικά με τον ρόλο και την σημασία της χρήσης των δεικτών κατεύθυνσης βλ. σχετικό άρθρο Ον. Ονουφριάδη, ΣΕΣυγκΔ 2005/10 επ. 
2. Στην κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρεται ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η οδήγηση οχήματος από οδηγό, καθόν χρόνο  έχει λήξει η άδεια ικανότητας του, έχει  ως αποτέλεσμα την μειωμένη οδηγική του ικανότητα. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους μια τέτοια άποψη καθόσον είναι γνωστό τοις πάσι ότι, για την ανωτέρω ανανέωση δεν προβλέπεται κανένας έλεγχος αναφορικά με την συνεχιζόμενη ή μη ικανότητα οδήγησης ιδίας κατηγορίας οχήματος, πόσον μάλλον δεν υποδηλώνει απειρία εφόσον ο συγκεκριμένος οδηγός οδηγούσε το όχημά του, κατά το  μεγάλο χρονικό διάστημα της ισχύος της άδειας ικανότητας που κατείχε ήδη. Βλ. σχετικώς και Μον.Πρ.Αθ. 2406/2000 ΣΕΣυγκΔ 2000/598 που δέχθηκε ότι η ΑΝΑΝΕΩΣΗ του διπλώματος είναι ΑΣΧΕΤΗ με την Ικανότητα Οδηγήσεως, αποσκοπεί δε στην περιοδική πληρωμή και κατάθεση ειδικών προς τούτο παραβόλων και γίνεται μόνο για αυτόν τον σκοπό. Η πρόκληση του συγκεκριμένου ατυχήματος οφείλεται ουσιαστικά στην απρόσμενη είσοδο του προπορευομένου και κινουμένου στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος παρεμβολή στην κίνηση της μοτοσυκλέτας, εφόσον ο οδηγός του επιχείρησε απροειδοποιήτως (άνευ χρήσης των δεικτών αλλαγής κατεύθυνσης - ΦΛΑΣ) ελιγμό προς τα αριστερά (προκειμένου να κατευθυνθεί σε παρακείμενο χωριό), αιφνιδιάζοντας τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, ο οποίος προσπάθησε να αποφύγει ίσως το επερχόμενο ατύχημα με προσπέρασμα του παρεμβαλλόμενου οχήματος από τα αριστερά. Θα έπρεπε συνεπώς στην να εξετασθεί εάν ηδύνατο να εκτελέσει κάποιο άλλο αποφευκτικό ελιγμό – εάν είχε το χρόνο, εφόσον κρίθηκε ότι κινείτο με υπερβολική ταχύτητα.  Συνεπώς τα πραγματικά στοιχεία της απόστασης στην οποία βρίσκονταν όταν άρχισε η υπέρβαση στο προπορευόμενο αυτοκίνητο, φρονούμε  ότι αποτελεί πρωτεύον στοιχείο στην ουσιαστική αναζήτηση της υπαιτιότητας. (ΣΣ στην προκειμένη περίπτωση όμως μήπως η ουσία χάνεται στο βωμό της τήρησης των δικονομικών διατάξεων;)
3. Ο εκ του αρθ.559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως  δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Βλ. ομοίως και ΑΠ 1486/2005 ΣΕΣυγκΔ 2006/41

Κείμενο Αποφ. ΑΠ 1/2010

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
   Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της διάταξης . Ο λόγος αυτός, άρα, δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. 
  Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Στις 29-5-2001 και περί ώρα 22.00 ο ενάγων Ψ1 οδηγώντας την υπ' αριθμ.... δίκυκλη μοτοσυκλέττα, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη, για τις προς τρίτους ζημίες, στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "UNIVERSA Allgemeine Versicherung", κινούνταν στην περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης - Ευζώνων, με κατεύθυνση προς Ευζώνους. Στην ίδια κατεύθυνση πορείας και ομόροπα, προς την άνω δίκυκλη μοτοσυκλέττα, κινούνταν ο ενάγων Χ1, ο οποίος οδηγούσε, το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Ο τελευταίος, ενώ οδηγούσε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος προτιθέμενος να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τ' αριστερά, προκειμένου να κατευθυνθεί, προς το χωριό Γέφυρα, δεν κατέστησε γνωστή την πρόθεση του αυτή με τη χρήση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλας) προς τους λοιπούς οδηγούς, που εκινούντο, στην παραπάνω οδό και συγκεκριμένα, στον ενάγοντα Ψ1, αλλά αφού διήνυσε κάθετα το ρεύμα πορείας, στο οποίο κινούνταν, συγκρούσθηκε, με τη δίκυκλη μοτοσυκλέττα, που οδηγούσε ο Ψ1, ο οποίος εκείνη τη στιγμή, πραγματοποιούσε υπέρβαση του πιο πάνω αυτοκινήτου, με αυξημένη όμως, για τις περιστάσεις ταχύτητα, άνω των 90 χιλιομέτρων την ώρα, που είναι η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα. Από τη σύγκρουση αυτή υπέστησαν υλικές ζημίες, τα άνω εμπλεκόμενα στο ατύχημα, οχήματα και τραυματίστηκε ο οδηγός της μοτοσυκλέττας, Ψ1, και μάλιστα στο δεξί πόδι του, ο οποίος εξαιτίας του ατυχήματος κατέπεσε στη συνέχεια στο οδόστρωμα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών και μάλιστα, σε ποσοστόν 50% για τον καθένα, οι οποίοι από αμέλεια τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν επέδειξαν κάτω από ανάλογες συνθήκες, την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα (αμέλεια) του ενάγοντος Χ1, συνίσταται στο ότι αυτός μολονότι κινούνταν στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, προτιθέμενος να κάμψει αριστερά της πορείας, προκειμένου, να κατευθυνθεί προς το χωριό Γέφυρα, δεν έπραξε τούτο, αφού πρώτα άρχισε να καταλαμβάνει προοδευτικά τον άξονα της οδού, αλλά ούτε κατέστησε προς τούτα", γνωστή, την πρόθεση του αυτή, με την αφή του ((αριστερού δείκτη πορείας (φλας) προς τον ενάγοντα Ψ1, κατά παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (αρθρ. 21). Σημειωτέον, ότι ο ενάγων Χ1, οδηγούσε μολονότι η άδεια οδήγησης, που κατείχε, είχε ήδη λήξει, γεγονός, που μείωνε την ικανότητα του περί την οδήγηση. Η υπαιτιότητα του ενάγοντα Ψ1, συνίσταται στο ότι, αυτός εκείνη τη στιγμή επιχειρούσε υπέρβαση του αυτοκινήτου του τελευταίου, με αυξημένη όμως ταχύτητα, ανώτερη της επιτρεπομένης των 90 χιλιομέτρων την ώρα, κατά παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (αρθρ. 17 και 19) και έτσι δεν είχε τον έλεγχο της μοτοσυκλέττας, που οδηγούσε, αφού ναι μεν ο ενάγων Χ1, ανέκοψε την πορεία του, πλην όμως είχε ήδη διασχίσει το ρεύμα πορείας, στο οποίον κινούνταν και οι δύο, πλάτους 4,5 μέτρων περίπου, δεδομένου ότι η σύγκρουση των άνω οχημάτων, έλαβε χώρα, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, οπότε αυτός (Ψ1), είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει ευθεία την πορεία του προκειμένου ν' αποφύγει το ατύχημα, παρά να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, προς τ' αριστερά. Με βάση δε τα ανωτέρω δέχτηκε ότι συνυπαίτιοι του εν λόγω ατυχήματος ήταν και οι δύο οδηγοί κατά ποσοστό 50% ο καθένας . Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται πλήρως και με σαφήνεια το αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα γίνεται αναλυτική αναφορά όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που προσδιορίζουν πλήρως την αμελή συμπεριφορά των οδηγών κατά το ατύχημα την αιτιώδη συνάφεια της συμπεριφοράς αυτής με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε εξαιτίας της εν λόγω συμπεριφοράς, η οποία εξειδικεύεται και με συγκεκριμένη αναφορά παραβάσεων του ΚΟΚ, όπως και εκείνα από τα οποία προσδιορίζεται και το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του κάθε οδηγού σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Οι ελλείψεις και οι αντιφάσεις που αναφέρονται στο αναιρετήριο αφορούν την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον από τα υπόλοιπα πραγματικά περιστατικά τα οποία το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν αιτιολογείται πλήρως το εν λόγω πόρισμα. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται α) σε πόσα μέτρα η οδός ... ήταν ευθεία πριν τη διασταύρωσή της στην οποία έγινε το ατύχημα ή αν υπήρχε σε αυτήν σήμανση και σε ποια απόσταση από τη διασταύρωση β) η απόσταση στην οποία βρίσκονταν όταν άρχισε η υπέρβαση στο αυτοκίνητο του Χ1, ο λόγος για τον οποίο ο ελιγμός που επιχείρησε ο οδηγός του αυτοκινήτου προς τα αριστερά ήταν ο ενδεδειγμένος γ) η κίνηση των συγκρουσθέντων οχημάτων η συγκρουσθείσα επιφάνεια του αυτοκινήτου και οι τελικές θέσεις των οχημάτων εφόσον όπως προαναφέρθηκε οι ελλείψεις αυτές αφορούν το αποδεικτικό πόρισμα το οποίο δικαιολογείται πλήρως από όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση . Η αναφορά για τους ελιγμούς του οδηγού της μοτοσυκλέττας πριν τη σύγκρουση και όταν γίνονταν αυτή δεν περιέχει καμία αντίφαση εφόσον οι εν λόγω ελιγμοί έγιναν σε διαφορετικούς χρόνους και δικαιολογείται απολύτως η διαφοροποίησή τους. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 που αποδίδονται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
  Αβάσιμος επίσης στην ουσία είναι και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος εφόσον από το εν λόγω σχεδιάγραμμα και τις περιεχόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι οι εν λόγω παραδοχές αποτελούν το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την συνεκτίμηση όλου του αποδεικτικού υλικού, χωρίς να έχει διαπραχθεί το οποιοδήποτε σφάλμα στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου.

  Με τον τρίτο και τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ με τις αιτιάσεις ότι α) κατά εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ απορρίφθηκε η ένσταση των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής Εταιρίας για απαλλαγή της από την ασφαλιστική κάλυψη διότι ο ασφαλισμένος της δεν είχε άδεια οδηγήσεως κατά τον χρόνο που έγινε το ατύχημα και β) ότι κατά εσφαλμένη επίσης εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 παρ 4 και 6 του Ν.2094/1992 (ΚΟΚ) και 25 παρ. 6 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου και χωρίς να ερμηνευτούν οι εν λόγω διατάξεις σύμφωνα με εκείνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ, κρίθηκε από το Εφετείο ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Χ1 δεν καλύπτονταν ασφαλιστικά δυνάμει όρου της ασφαλιστικής σύμβασης διότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είχε νόμιμη άδεια οδήγησης αφού για εκείνη που κατείχε είχε λήξει ο χρόνος ισχύος της και δεν έγινε ανανέωσή του, ενώ έπρεπε να θεωρηθεί σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις ότι αυτός καλύπτονταν από την ασφαλιστική σύμβαση δεδομένου ότι είχε την ουσιαστική ικανότητα οδήγησης. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των αναιρεσειόντων για να ληφθούν υπόψη έπρεπε να προταθούν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ή στο Εφετείο εφόσον συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής από εκείνες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ και να γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο για το χρόνο και τον τρόπο της προβολής τους. Τέτοια, όμως, αναφορά δεν γίνεται από τους αναιρεσείοντες για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου και συνεπώς αυτός είναι αόριστος και ως προς τα δύο μέρη του και λόγω της αοριστίας του αυτής είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (αρθρ. 176, 1 Κ.Πολ.Δ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση για αναίρεση της 1234/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στον ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε

--------------------------

Σχόλια