ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ - ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3994/11 (ΦΕΚ ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 165)

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
(Signer's identity unknown) Signed by Theodoros Moumouris Time: 2011.07.25 17:25:23 +03'00' Reason: Signed PDF (embedded) Location: Athens, Ethniko Typografio

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 165

 ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3994/11

Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της
πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες.....
διατάξεις.

 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


 Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 1

Το άρθρο 9 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«Για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμ.
βάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής. Δεν συνυπολογί.
ζονται οι παρεπόμενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και
έξοδα. Συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που
επιδιώκονται με την ίδια αγωγή. Σε περίπτωση ομοδικί.
ας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα, λαμβάνεται
υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από
κάθε εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην
καθ’ ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο
είναι το ανώτερο από αυτά. Σε περίπτωση επικουρικής
σώρευσης αγωγών, η αξία του αντικειμένου της δια.
φοράς προσδιορίζεται από το ανώτερο ως προς την
αξία αίτημα.»

Άρθρο 2

Το άρθρο 14 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«Στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται:

1. α) όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε
χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερ.
βαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ,
β) όλες οι διαφορές, κύριες ή παρεπόμενες, από σύμ.
βαση μίσθωσης, καθώς και οι διαφορές του άρθρου 601
του Αστικού Κώδικα, εφόσον σε όλες τις περιπτώσεις
αυτές το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει
τα εξακόσια (600) ευρώ.

2. Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων
υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμη.
θούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους
είναι πάνω από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, δεν υπερ.
βαίνει όμως τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ.»
25 Ιουλίου 2011


Άρθρο 3

1. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 16 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπά.
γονται, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς
υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ.»

2. Ο αριθμός 10 του άρθρου 16 καταργείται.
3. Μετά το άρθρο 17 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
προστίθεται το άρθρο 17 Α ως εξής:
«Άρθρο 17 Α

Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων
υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των
ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. Στην περίπτω.
ση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από
πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή του.
λάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και
η υπηρεσία αυτού ως παρέδρου πρωτοδικείου και, σε
περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο
πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν,
από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη.»

Άρθρο 4

1. Το άρθρο 18 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:
«Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων
υπάγονται όλες οι διαφορές, για τις οποίες δεν είναι
αρμόδια τα ειρηνοδικεία ή τα μονομελή πρωτοδικεία.»

2. Το άρθρο 19 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:
«Στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγο.
νται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών
πρωτοδικείων και στην αρμοδιότητα των τριμελών εφε.
τείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των
πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους.»

Άρθρο 5

1. Το άρθρο 35 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:
«Διαφορές από αδικοπραξία μπορούν να εισαχθούν και
στο δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο
γεγονός ή επίκειται η επέλευσή του.»

2. Το άρθρο 40 Α καταργείται.

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

Άρθρο 6

Μετά το άρθρο 39 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
προστίθεται άρθρο 39 Α του Κώδικα Πολιτικής Δικο.
νομίας ως εξής:

«Άρθρο 39 Α
Ειδική δωσιδικία διατροφών


Διαφορές που αφορούν αξιώσεις διατροφής μπορούν
να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου έχει
την κατοικία του ή τη διαμονή του ο δικαιούχος της
διατροφής.»

Άρθρο 7

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 94 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χω.
ρίς πληρεξούσιο δικηγόρο:
α) στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της δια.
φοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων

(12.000) ευρώ,
β) στα ασφαλιστικά μέτρα,
γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος.»
2. Το άρθρο 96 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:
«1. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογρα.
φική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχω.
ρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό
έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την
πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή
άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα
μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου
που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα
των πληρεξουσίων.
2. Η πληρεξουσιότητα μιας αρχής μπορεί να δοθεί σε
δικηγόρο και με έγγραφό της που περιέχει τα στοιχεία
που αναγράφονται στην παράγραφο 1.
3. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και
στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα
δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφο.
ρική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην
έκθεση.»
Άρθρο 8

Το άρθρο 117 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«1. Ουσιώδη προαπαιτούμενα για κάθε έκθεση είναι:
α) να συντάσσεται όταν γίνεται η πράξη με την πα.
ρουσία όσων συμπράττουν,
β) να αναφέρει τον τόπο και το χρόνο που γίνεται η
πράξη, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την
κατοικία κάθε προσώπου που είναι παρόν,

γ) να διαβάζεται στους παρόντες διαδίκους και στα
άλλα πρόσωπα που συμπράττουν και να επιβεβαιώνεται
από αυτούς,

δ) να υπογράφεται από το δικαστή ή δικαστικό υπάλ.
ληλο που τη συνέταξε, από το γραμματέα που συνέ.
πραξε, από τους παρόντες διαδίκους και τα άλλα πρό.
σωπα που συνέπραξαν ή να αναφέρεται η άρνηση ή η
αδυναμία τους να υπογράψουν.

2. Η σύνταξη της έκθεσης μπορεί να γίνεται και με
ηλεκτρονικά μέσα.»
Άρθρο 9

Στο άρθρο 119 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προ.
στίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Τα δικόγραφα είναι δυνατόν να υποβάλλονται
και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν προηγμένη
ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3
παράγραφος 1 του προεδρικού διατάγματος 150/2001 (Α΄
125). Το δικόγραφο που έχει υποβληθεί με ηλεκτρονικά
μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκε, εφόσον επιστραφεί
στον αποστολέα του εγγράφου από το δικαστήριο ηλε.
κτρονική απόδειξη, που θα φέρει προηγμένη ηλεκτρονι.
κή υπογραφή, κατά την άνω έννοια και θα περιέχει και
την έκθεση κατάθεσης.»
Άρθρο 10

1. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 122 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Οι επιδόσεις που γίνονται με την επιμέλεια του δικα.
στηρίου μπορούν να γίνουν και από ποινικό κλητήρα της
περιφέρειας ή από όργανο της ελληνικής αστυνομίας ή
της δασοφυλακής, ή από το γραμματέα του δήμου.
3. Αν δεν υπάρχει δικαστικός επιμελητής στον τόπο
της επίδοσης ή αν κατά την κρίση του εισαγγελέα πρω.
τοδικών ή του ειρηνοδίκη της περιφέρειας όπου πρόκει.
ται να γίνει η επίδοση είναι δύσκολη η μετάβαση του δι.
καστικού επιμελητή στον τόπο αυτόν, η επίδοση μπορεί
να γίνει και από ποινικό κλητήρα της περιφέρειας ή από
όργανο της ελληνικής αστυνομίας ή της δασοφυλακής
ή από τον γραμματέα του δήμου που ορίζεται από τον
προαναφερόμενο εισαγγελέα ή ειρηνοδίκη.»
2. Στο άρθρο 122 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Τα δικόγραφα είναι δυνατόν να επιδίδονται, σύμ.
φωνα με την παράγραφο 1, και με ηλεκτρονικά μέσα,
εφόσον φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή,
κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 του προ.
εδρικού διατάγματος 150/2001. Το δικόγραφο που έχει
επιδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι επιδόθηκε,
εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από
τον παραλήπτη ηλεκτρονική απόδειξη, που θα φέρει
προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την άνω έννοια
και θα ισχύει ως έκθεση επίδοσης.»
Άρθρο 11

Η παράγραφος 1 του άρθρου 125 του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η επίδοση δεν επιτρέπεται να γίνει νύχτα, Σάββατο
ή Κυριακή ή άλλη εορτή που ορίζεται από το νόμο ως
αργία, χωρίς να συναινεί ο παραλήπτης ή χωρίς άδεια
του αρμόδιου δικαστή στον οποίο εκκρεμεί η υπόθεση
και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, του προέ.
δρου τους. Αν δεν εκκρεμεί δίκη, η άδεια δίνεται από
τον ειρηνοδίκη, στην περιφέρεια του οποίου πρόκειται
να γίνει η επίδοση.»
Άρθρο 12

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 128 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του,
το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους
συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του. Αν απου.
σιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί, η παράδοση γίνεται
σε έναν από τους άλλους ενήλικους συνοίκους που

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέ.
χουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου.»

2. Οι περιπτώσεις α΄ β΄ και γ΄ της παραγράφου 4 του
άρθρου 128 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικα.
θίστανται ως εξής:
«α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της
κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου
θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή
και του προς όν η επίδοση, μπροστά σε ένα μάρτυρα. Σε
περιπτώσεις πολυκατοικιών, οι οποίες είναι κλειστές και
δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα
της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται κατά τα
ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας,

β) το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά
τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συ.
ντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του
προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή σταθμού
της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστά.
μενος, στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο
σκοπό του αστυνομικού καταστήματος. Σε όλες αυτές
τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη
που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της
επίδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παράγραφος

1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία
που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς
και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο,
ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με
την υπηρεσιακή σφραγίδα. Το αντίγραφο που παραδό.
θηκε φυλάγεται σε ιδιαίτερο φάκελο στο υπηρεσιακό
γραφείο, όπου υπηρετεί εκείνος που το παρέλαβε,
γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από
την παράδοση, σύμφωνα με την περίπτωση β΄, εκείνος
που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να
ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται
η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση στην οποία πρέπει να
αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η
διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του,
η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία
παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία
της παράδοσης. Η ειδοποίηση ταχυδρομείται με έξοδα
εκείνου που ζητεί να γίνει η επίδοση. Το γεγονός ότι
ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη,
την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από
την επιδοτήρια έκθεση της παραγράφου 1 του άρθρου
140, εκείνος που ενεργεί την επίδοση. Η βεβαίωση πρέ.
πει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο, με το οποίο
έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο που την πα.
ρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση. Ύστερα
από προφορική αίτηση του παραλήπτη, η αρχή στην
οποία είχε παραδοθεί το αντίγραφο, σύμφωνα με την
άνω περίπτωση β΄ του παρόντος, του το παραδίδει, με
έγγραφη απόδειξη που συντάσσεται ατελώς.»

Άρθρο 13

Η παράγραφος 2 του άρθρου 130 του Κώδικα Πολιτι.
κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν έχει κατοικία,
γραφείο, κατάστημα ή εργαστήριο και είτε αρνείται
να παραλάβει το έγγραφο είτε δεν μπορεί ή αρνείται
να υπογράψει την έκθεση της επίδοσης και η άρνηση
του παραλήπτη ή η αδυναμία του βεβαιώνεται και από
ένα μάρτυρα που προσλαμβάνεται από το όργανο της
επίδοσης για το σκοπό αυτόν, το έγγραφο παραδίδεται
στα χέρια των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο
128 παράγραφος 4 εδάφιο β΄.»

Άρθρο 14

Στο άρθρο 144 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προ.
στίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Το Σάββατο θεωρείται για τον παρόντα Κώδικα
εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα.»
Άρθρο 15

Το άρθρο 147 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«1. Οι συντηρητικές αποδείξεις που έχουν επιτραπεί
διεξάγονται σε όλη τη διάρκεια των διακοπών.
2. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν
υπολογίζεται για τις προθεσμίες των άρθρων 503, 518
παράγραφος 1, 545 παράγραφοι 1 και 2, 564 παράγραφοι
1 και 2, καθώς και των άρθρων 153, 632 παράγραφος 1,
633 παράγραφος 2, 652, 662 ΣΤ, 681 Δ παράγραφος 5,
715 παράγραφος 5, 729 παράγραφος 5, 847 παράγραφος
1, 926 παράγραφος 2, 934 παράγραφος 1 στοιχεία α΄ και
γ΄, 943 παράγραφος 4, 955, 959 παράγραφος 4 εδάφιο
τρίτο, 960, 966 παράγραφοι 2 και 3, 971 παράγραφος
1, 972 παράγραφος 1 εδάφιο τρίτο, 973, 974, 979 παρά.
γραφος 2, 985 παράγραφος 1, 986, 988 παράγραφος 1,
995, 998 παράγραφος 4 εδάφιο τρίτο και 999.
3. Το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών δεν
υπολογίζεται στην προθεσμία του άρθρου 938 παρά.
γραφος 4.»
Άρθρο 16

Η παράγραφος 4 του άρθρου 173 του Κώδικα Πολιτι.
κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Σε δίκες διατροφής, όποιος έχει υποχρέωση σύμ.
φωνα με το νόμο ή με δικαιοπραξία να δώσει διατροφή,
προκαταβάλλει και τα, κατά την κρίση του δικαστή,
έξοδα και τέλη του ενάγοντος, έως το ποσό των τρια.
κοσίων (300) ευρώ.»
Άρθρο 17

1. Το άρθρο 195 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:
«Με τις προϋποθέσεις του άρθρου 194 μπορεί να δοθεί
το ευεργέτημα της πενίας σε αλλοδαπούς και σε πρό.
σωπα που αποδεδειγμένα δεν έχουν ιθαγένεια.»

2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 196 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται:
α) πιστοποιητικό, ατελώς, του δημάρχου όπου είναι
η κατοικία ή η μόνιμη διαμονή του αιτούντος, το οποίο
βεβαιώνει την επαγγελματική, οικονομική και οικογε.
νειακή κατάστασή του, καθώς και όσα ορίζονται στο
άρθρο 194 παράγραφοι 1 έως 3, και

β) πιστοποιητικό, ατελώς, του οικονομικού εφόρου
της κατοικίας ή της μόνιμης διαμονής του αιτούντος το
οποίο βεβαιώνει αν ο αιτών υπέβαλε κατά την τελευταία
τριετία δήλωση φόρου εισοδήματος ή οποιουδήποτε
άλλου άμεσου φόρου, καθώς και την εξακρίβωσή της,
ύστερα από έλεγχο.»

Άρθρο 18

1. Το άρθρο 204 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

«Αν οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους πέ.
τυχαν την παροχή του ευεργετήματος της πενίας με
αναληθείς δηλώσεις και στοιχεία, ο δικαστής, που απο.
φασίζει την ανάκληση του ευεργετήματος, τους κα.
ταδικάζει σε χρηματική ποινή από εκατό (100) ευρώ
έως διακόσια (200) ευρώ που περιέρχονται στον Τομέα
Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα
Απασχολουμένων, χωρίς να αποκλείεται υποχρέωσή
τους να καταβάλουν τα ποσά από τα οποία είχαν απαλ.
λαγεί, ούτε και η ποινική τους δίωξη.»

2. Το άρθρο 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική από.
φασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρό.
σωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με
την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από πεντακόσια

(500) ευρώ έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, που πε.
ριέρχονται στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου
Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων, αν προκύψει από
τη δίκη που έγινε, ότι, αν και το γνώριζαν: 1) άσκησαν
προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή
προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη
παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών
ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας.»
3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 207 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αν όταν ενεργείται κάποια πράξη, είτε στο ακροα.
τήριο είτε και έξω από αυτό, γίνει θόρυβος ή εκδηλωθεί
ανυπακοή στα μέτρα που έχουν ληφθεί ή στις διαταγές
που δόθηκαν, ο δικαστής και, αν πρόκειται για πολυμε.
λές δικαστήριο, ο πρόεδρος έχει εξουσία να επιβάλλει
σε αυτόν που θορυβεί ή στον παραβάτη είτε χρηματική
ποινή από εκατό (100) ευρώ έως πεντακόσια (500) ευρώ
είτε την απομάκρυνσή του από τον τόπο όπου ενεργεί.
ται η πράξη είτε κράτηση 24 ωρών.»
Άρθρο 19

Το άρθρο 214 Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι διάδικοι μπορούν να συμβιβάζονται, μετά την
επέλευση της εκκρεμοδικίας μέχρι την έκδοση τελεσίδι.
κης απόφασης και χωρίς να υφίσταται στάση της δίκης,
όταν αντικείμενό της είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά,
για την οποία επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο
να συνομολογηθεί συμβιβασμός.
2. Για το συμβιβασμό συντάσσεται ατελώς πρακτικό,
που περιλαμβάνει το περιεχόμενο της συμφωνίας τους
και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το
ποσό της οφειλόμενης παροχής και τους τυχόν όρους
υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί, καθώς και πρόβλεψη
για τα δικαστικά έξοδα. Το πρακτικό συντάσσεται σε
τόσα αντίτυπα όσοι και οι διάδικοι ή ομάδες διαδίκων,
που αντιδικούν, χρονολογείται και υπογράφεται από
αυτούς ή από τους δικηγόρους τους αν έχουν ειδική
πληρεξουσιότητα κατά το άρθρο 98 περίπτωση β΄.
3. Κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό
σε πρωτότυπο, να ζητήσει την επικύρωσή του από το
δικαστή ή τον πρόεδρο του δικαστηρίου, ενώπιον του
οποίου εκκρεμεί η αγωγή ή το ένδικο μέσο. Το πρακτικό
επικυρώνεται αφού διαπιστωθεί ότι:
α) η διαφορά είναι δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης,
β) το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με όσα προ.
αναφέρονται και

γ) από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνω.
ριζόμενου δικαιώματος και το ποσό της οφειλόμενης
παροχής, καθώς και οι τυχόν όροι εκπλήρωσής της. Αν
η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό
αποτελεί από την επικύρωσή του τίτλο εκτελεστό και
περιάπτεται με τον εκτελεστήριο τύπο από το αρμόδιο
για την επικύρωσή του δικαστήριο. Αν η διαφορά έχει
χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό απο.
δεικνύει το δικαίωμα. Με την επικύρωση του πρακτικού
επέρχεται κατάργηση της δίκης.»

Άρθρο 20

Η παράγραφος 1 του άρθρου 215 του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη
γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και
με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Η κατάθε.
ση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονι.
κά μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 119.
Κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε συντάσσεται
έκθεση στην οποία αναφέρεται η ημέρα, ο μήνας και
το έτος της κατάθεσης, καθώς και το ονοματεπώνυμο
του καταθέτη. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και
με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 2
του άρθρου 117. Αναφορά του δικογράφου της αγωγής
που κατατέθηκε γίνεται χωρίς καθυστέρηση σε ειδικό
βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο. Στο βιβλίο αυτό ανα.
γράφονται με αύξοντα αριθμό και χρονολογική σειρά οι
αγωγές που κατατίθενται και αναφέρονται τα ονοματε.
πώνυμα των διαδίκων, η χρονολογία της κατάθεσης και
το αντικείμενο της διαφοράς. Στη γραμματεία κάθε δι.
καστηρίου τηρείται και ηλεκτρονικό αρχείο αγωγών.»
Άρθρο 21

Η παράγραφος 1 του άρθρου 220 του Κώδικα Πολιτι.
κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνω.
ριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός
από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, καθώς και αγωγές
διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, όταν
αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση
του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδική.
σεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται
το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή
τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως
ως απαράδεκτες.»
Άρθρο 22

1. Το άρθρο 224 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγω.
γής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση
που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων
να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους
ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση
της αγωγής.»

2. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 226 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως
εξής:
«Ελλείψεις ή σφάλματα του πινακίου, ως προς τα στοι.
χεία των διαδίκων, των εκδικαζόμενων υποθέσεων και
τη σήμανσή του, συμπληρώνονται κατά την εκφώνηση


ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

της υπόθεσης ύστερα από προφορική αίτηση οποιου.
δήποτε διαδίκου.»

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 233 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Εάν αντικείμενο της δίκης είναι ιδιωτικού δικαίου
διαφορά, για την οποία επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό
δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, και οι διάδικοι
δικάζονται αντιμωλία, το δικαστήριο επιχειρεί συμβιβα.
στική επίλυση της διαφοράς. Η απόπειρα συμβιβασμού
μπορεί να γίνει μετά την έναρξη της συζήτησης και καθ’
όλη τη διάρκειά της, σε κάθε στάση της δίκης μέχρι την
έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Για το σκοπό αυτόν το
δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη συζήτηση της υπό.
θεσης που εκφωνήθηκε, αφού εκδικάσει τις υπόλοιπες
υποθέσεις του πινακίου, ή να διακόψει τη συζήτησή
της για άλλη ημέρα και ώρα. Η συνεχιζόμενη συζή.
τηση μπορεί να λάβει χώρα σε οποιαδήποτε αίθουσα
ή και γραφείο του οικείου δικαστικού καταστήματος,
που ορίζεται με προφορική ανακοίνωση του δικαστη.
ρίου και καταχωρίζεται στα πρακτικά. Το δικαστήριο
μπορεί επίσης να αναβάλει μία φορά τη συζήτηση για
την αμέσως επόμενη δικάσιμο του ίδιου δικαστή ή της
ίδιας πολυμελούς συνθέσεως, διατάσσοντας και την
αυτοπρόσωπη εμφάνιση διαδίκου ή την προσκομιδή
ειδικού πληρεξουσίου κατά το άρθρο 98 περίπτωση
β΄. Οι ανακοινώσεις του δικαστηρίου για τη διακοπή ή
αναβολή της συζήτησης επέχουν θέση κλήτευσης όλων
των παρισταμένων διαδίκων.»
4. Στο άρθρο 233 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 ως εξής:
«3. Εάν η απόπειρα αποτύχει, η συζήτηση της υπόθε.
σης συνεχίζεται κανονικά. Οι επισημάνσεις ή οι προτά.
σεις του δικαστηρίου, οι θέσεις που έλαβαν οι διάδικοι
και οι τυχόν υποχωρήσεις τους κατά την προσπάθεια
επίτευξης του συμβιβασμού δεν λαμβάνονται υπόψη
κατά την έκδοση της απόφασης και δεν επηρεάζουν
την έκβαση της δίκης. Στα πρακτικά αναφέρεται ότι
επιδιώχθηκε συμβιβασμός και ότι η απόπειρα απέβη
ανεπιτυχής.
4. Αν επέλθει συμβιβασμός, καταχωρίζεται στα πρα.
κτικά και εφαρμόζεται το άρθρο 293 παράγραφος 1.»
5. Το άρθρο 236 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να
φροντίζει με την υποβολή ερωτήσεων ή με άλλο τρόπο
να εκφράζονται σαφώς για όλα τα ουσιώδη πραγματικά
γεγονότα τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση,
να υποβάλλουν τις αναγκαίες προτάσεις και αιτήσεις,
να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν
ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που κα.
ταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις
αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλή.
θειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών.»

Άρθρο 23

Το άρθρο 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«1. Ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι
πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν
από τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμμα.
τέας σημειώνει τη χρονολογία κατάθεσης. Εκπρόθε.
σμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη. Μαζί με τις
προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και: α)
αντίγραφο των προτάσεων ατελώς, επικυρωμένο από
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου και β) με ποινή
απαραδέκτου όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά
έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.

2. Η κατάθεση γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της
γραμματείας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρο.
νολογία της κατάθεσης των προτάσεων. Κάθε διάδι.
κος δικαιούται να πάρει ατελώς με δική του δαπάνη
αντίγραφα των προτάσεων των αντιδίκων του και των
εγγράφων που έχουν προσκομίσει. Το δικαίωμα αυτό
μπορεί να ασκηθεί και από το δικηγόρο που υπογράφει
την αγωγή, την παρέμβαση ή τις προτάσεις ή από τρίτο
πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από το δικηγόρο αυτόν. Αν
ο αντίδικος είναι μόνο ένας, μπορεί να του δοθεί το
αντίγραφο των προτάσεων που έχει κατατεθεί.
3. Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη
στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται το αργότερο δε.
καπέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κατά τους όρους
της προηγούμενης παραγράφου, οπότε κλείνει ο φάκε.
λος και ορίζεται ο εισηγητής της υπόθεσης, στον οποίο
διαβιβάζεται ο φάκελος. Εκπρόθεσμη προσθήκη δεν
λαμβάνεται υπόψη. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη
μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προ.
σκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που
περιέχονται στις προτάσεις της παραγράφου 1. Οι δια.
τάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται αναλόγως.
4. Οι διάδικοι μπορούν, ως τη δωδέκατη ώρα της
όγδοης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ή από την
αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατά.
θεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, να
καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία
περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και στην
αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως
κατά το άρθρο 269 παράγραφος 2. Ο γραμματέας το
αργότερο την τέταρτη εργάσιμη ημέρα από τη συζήτη.
ση υποχρεούται να χορηγεί στους διαδίκους αντίγραφα
των πρακτικών της δίκης.
5. Το αντίγραφο της αγωγής που οφείλει να προσκο.
μίσει ο ενάγων, οι προτάσεις και τα αποδεικτικά και
διαδικαστικά έγγραφα αποτελούν τη δικογραφία.
6. Μετά την περάτωση της δίκης οι διάδικοι οφείλουν
να αναλάβουν όλα τα σχετικά έγγραφά τους. Ο γραμ.
ματέας βεβαιώνει στις προτάσεις κάθε διαδίκου ότι
ανέλαβε τα έγγραφά του. Αν υπάρχει σπουδαίος λόγος,
ο πρόεδρος του δικαστηρίου επιτρέπει στο διάδικο να
αναλάβει ορισμένο έγγραφο και πριν από την περάτωση
της δίκης. Αν το έγγραφο αυτό είναι αναγκαίο, η ανά.
ληψη επιτρέπεται μόνο αφού κατατεθεί επικυρωμένο
αντίγραφο. Οι προτάσεις παραμένουν στο αρχείο του
δικαστηρίου.»
Άρθρο 24

Στη θέση του καταργηθέντος άρθρου 238 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας τίθεται νέο άρθρο 238 ως εξής:

«Ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου οι προτάσεις
κατατίθενται, ενώπιον δε του ειρηνοδικείου δύνανται
να κατατεθούν, το αργότερο στο ακροατήριο κατά
τη συζήτηση της υπόθεσης. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί
προτείνονται προφορικά και, όσοι δεν περιέχονται στις
προτάσεις, καταχωρίζονται στα πρακτικά. Οι διάδικοι
μπορούν έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης
ημέρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη
λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδό.


ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

τησης των πραγματογνωμόνων να καταθέσουν προσθή.
κη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι
αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται
ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά
το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που
προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση. Κατά
τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων
1 εδάφια β΄ και γ΄, 2, 5 και 6 του άρθρου 237.»

Άρθρο 25

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 254 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται τελευταίο εδάφιο
ως εξής:
«Εξέταση νέων μαρτύρων επιτρέπεται μόνο για την
απόδειξη των ισχυρισμών του εδαφίου β΄ της παραγρά.
φου 2 του άρθρου 269.»

2. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 254 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση οι διάδικοι κλη.
τεύονται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν,
με την εξαίρεση των περιπτώσεων ειδικών διαδικασιών,
στις οποίες προβλέπεται συντομότερη προθεσμία κλη.
τεύσεως. Οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν σημείωμα
πέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο μόνο για τα θέματα
που θα συζητηθούν. Η διάταξη της παραγράφου 4 του
άρθρου 237 εφαρμόζεται ανάλογα και για την επανα.
λαμβανόμενη συζήτηση.
3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο επαναλαμ.
βανόμενη συζήτηση πρέπει να ορίζεται σε μία από τις
πρώτες δικασίμους μετά την πάροδο της προθεσμίας
των τριάντα (30) ημερών από την κλήτευση. Η υπόθεση
εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύν.
θεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν
τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο.»
3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 262 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως
εξής:
«Ο ενιστάμενος μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινί.
σει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του με προφορική
δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.»

Άρθρο 26

1. Η παράγραφος 4 του άρθρου 268 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο, που
επιδίδεται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συ.
ζήτηση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου και οκτώ
τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες ενώπιον του μονομελούς
πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου. Ασκείται επίσης με
τις προτάσεις, που κατατίθενται τριάντα τουλάχιστον
ημέρες πριν από τη συζήτηση ενώπιον του πολυμε.
λούς πρωτοδικείου και οκτώ εργάσιμες ημέρες πριν από
τη συζήτηση ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου.
Όπου η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική,
η ανταγωγή ασκείται και με τις τυχόν υποβαλλόμενες
προτάσεις, ή και προφορικά κατά τη συζήτηση, οπότε
και καταχωρίζεται στα πρακτικά.»
2. Η παράγραφος 5 του άρθρου 268 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας καταργείται.
Άρθρο 27

Η παράγραφος 2 του άρθρου 269 του Κώδικα Πολιτι.
κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν
παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και
προφορικά:
α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαί.
ρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία. αυτό
ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος,

β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα
και
γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομο.
λογία του αντιδίκου.»

Άρθρο 28

Το άρθρο 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«1. Ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζή.
τηση είναι προφορική. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη
συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί
των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων
και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης
των ισχυρισμών. Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί
τους οφείλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να
εμφανισθούν αυτοπροσώπως. Η μη εμφάνιση του διαδί.
κου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο,
αν είναι αδικαιολόγητη, εκτιμάται από το δικαστήριο
ελεύθερα.
2. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα
που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την
προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συ.
μπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά
ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους
όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393
και 394. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμ.
βολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ
τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα
από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργά.
σιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται
να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες
πριν από αυτή. Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσε.
ων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες
της παραγράφου 3 του άρθρου 237 και του γ΄ εδαφίου
του άρθρου 238, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου
αριθμού προς τις αντικρουόμενες.
3. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και
διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους
τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του σύμφωνα με
τα άρθρα 415 επόμενα. Οφείλει να εξετάσει έναν του.
λάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους
μάρτυρες για κάθε πλευρά. Σε περίπτωση ομοδικίας
μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο,
αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμ.
φερόντων.
4. Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία
ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που
καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην ανακοίνωση αυτή
προσδιορίζεται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των
πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύ.
νης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότη.
σης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι
μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες, καθώς και κάθε άλλο
χρήσιμο στοιχείο.
5. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκλη.
ρώνονται σε μία δικάσιμο. Οι υποθέσεις εκφωνούνται με
τη σειρά τους από το πινάκιο και συζητούνται αμέσως

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

αυτές για τις οποίες δεν θα διεξαχθεί εμμάρτυρη από.
δειξη. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί, επιτρέπεται διακοπή
για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών,
με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρα.
κτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και
εκείνων που δεν παρίστανται.

6. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδει.
κτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις
αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.
7. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή
αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει oι διάδικοι και
οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους κατά τη διάρκεια της
συζήτησης να παρίστανται σε άλλο τόπο και να ενεργούν
εκεί διαδικαστικές πράξεις. Η συζήτηση αυτή μεταδίδεται
ταυτόχρονα με ήχο και εικόνα στην αίθουσα συνεδρία.
σης του δικαστηρίου και στον τόπο, όπου παρίστανται
οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
8. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση των διαδίκων
ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει την εξέταση
μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων χωρίς αυ.
τοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδρίασής του, η
δε σχετική απόφαση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε
ένδικα μέσα. Η εξέταση μεταδίδεται ταυτόχρονα με ήχο
και εικόνα στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου
και στον τόπο εξέτασης των μαρτύρων, πραγματογνω.
μόνων και διαδίκων. Η εξέταση αυτή, η οποία θεωρείται
ότι διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου, έχει την ίδια
αποδεικτική ισχύ με την εξέταση στο ακροατήριο.»
Άρθρο 29

Το άρθρο 271 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«1. Αν ο εναγόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση
ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά,
το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή
και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νόμιμα
και εμπρόθεσμα.
2. Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθη.
καν εμπρόθεσμα, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη
τη συζήτηση. Διαφορετικά συζητεί την υπόθεση ερήμην
του εναγομένου.
3. Στην περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου,
οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί
του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν
πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται
ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται
νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται
αυτεπαγγέλτως.»
Άρθρο 30

Στη θέση του καταργηθέντος άρθρου 272 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας τίθεται νέο άρθρο 272 ως εξής:

«Άρθρο 272
Ερημοδικία ενάγοντος. Πότε απορρίπτεται η αγωγή.
Τύχη της ανταγωγής.


1. Αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγο.
ντος και αυτός δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή
εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά,
το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και
απορρίπτει την αγωγή.
2. Αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του εναγό.
μενου ή εκείνου που άσκησε κύρια ή πρόσθετη παρέμ.
βαση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 271, και σε
περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος απορρίπτεται
η αγωγή.

3. Αν ο εναγόμενος άσκησε ανταγωγή με ιδιαίτερο
δικόγραφο, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 271.
Αν η ανταγωγή ασκήθηκε με τις προτάσεις κηρύσσεται
απαράδεκτη η συζήτησή της.»
Άρθρο 31

Στη θέση του καταργηθέντος άρθρου 273 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας τίθεται νέο άρθρο 273 ως εξής:

«Άρθρο 273
Ερημοδικία κυρίως παρεμβαίνοντος.


Αν εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση δεν εμφα.
νιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει
μέρος σ’ αυτήν κανονικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις
του άρθρου 272.»

Άρθρο 32

Στη θέση του καταργηθέντος άρθρου 274 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας τίθεται νέο άρθρο 274 ως εξής:

«Άρθρο 274
Ερημοδικία ή εμφάνιση
του προσθέτως παρεμβαίνοντος.


1. Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δεν
εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν
λάβει μέρος σ’ αυτήν κανονικά, η διαδικασία προχωρεί
σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση. Όποι.
ος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να παρίσταται
στις επόμενες στάσεις της δίκης και στις επόμενες
διαδικαστικές πράξεις, πρέπει δε να καλείται νόμιμα
γι’ αυτό.
2. Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση εμ.
φανιστεί κατά τη συζήτηση, τότε α) αν λείπουν και οι
δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του
οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί
την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του
οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι
διατάξεις των άρθρων 271 και 272, β) αν λείπει μόνο
εκείνος υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το
δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του μεταξύ
εκείνου που άσκησε την παρέμβαση και του αντιδίκου
εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση.
3. Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, λάβει
μέρος στη δίκη ως κύριος διάδικος και δεν εμφανιστεί
κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος
σ’ αυτήν κανονικά, επέρχονται ως προς αυτόν οι συνέ.
πειες της απουσίας του διαδίκου τη θέση του οποίου
ανέλαβε.»
Άρθρο 33

1. Το άρθρο 277 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν ο ενάγων, ο εναγόμενος ή εκείνος που έχει ασκή.
σει κύρια παρέμβαση προσεπικάλεσε τους υπόχρεους
σε αποζημίωση, τότε 1) αν δεν εμφανίστηκαν αυτοί που
έχουν προσεπικληθεί και εκείνος που έχει προσεπικα.
λέσει δικάζονται ερήμην, 2) αν οι κύριοι διάδικοι εμφανι.
σθούν και απουσιάζουν αυτοί που έχουν προσεπικληθεί,
συζητείται η υπόθεση μεταξύ των πρώτων κατ’ αντιμω.
λίαν, ενώ αυτοί που έχουν προσεπικληθεί δικάζονται


ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

ερήμην, 3) αν εμφανιστούν αυτοί που έχουν προσε.
πικληθεί και απουσιάζει ο κύριος διάδικος που τους
προσεπικάλεσε, οι πρώτοι έχουν το δικαίωμα είτε να
λάβουν τη θέση του κύριου διαδίκου και να συζητήσουν
την υπόθεση με τον αντίδικο, είτε απλώς να ασκήσουν
παρέμβαση. Στη δεύτερη περίπτωση η διαδικασία προ.
χωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση
και το δικαστήριο δικάζει ερήμην τον απόντα προσεπι.
καλέσαντα διάδικο, 4) αν εμφανιστούν οι κύριοι διάδι.
κοι και αυτοί που έχουν προσεπικληθεί, οι τελευταίοι
έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την προσεπίκληση ή
να ασκήσουν απλώς παρέμβαση ή να πάρουν τη θέση
εκείνου που τους προσεπικάλεσε και να συζητήσουν
την υπόθεση με τον αντίδικο.»

2. Το άρθρο 278 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν στις περιπτώσεις του άρθρου 277 αυτοί που έχουν
προσεπικληθεί λάβουν τη θέση εκείνου που τους προ.
σεπικάλεσε, χάνουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν την
υποχρέωση για αποζημίωση και η υπόθεση συζητείται
μεταξύ αυτών και των υπόλοιπων διαδίκων, ενώ εκείνος
που προσεπικάλεσε τίθεται εκτός δίκης. Η απόφαση
ισχύει και εναντίον του προσεπικαλούντος που τέθηκε
εκτός της δίκης, ο οποίος μπορεί να εξακολουθήσει
να μετέχει στη δίκη σαν να έχει ασκήσει πρόσθετη
παρέμβαση.»

Άρθρο 34

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 293 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας προστίθεται εδάφιο γ΄ ως εξής:

«Ο δικαστικός συμβιβασμός που περιλήφθηκε στα
πρακτικά του δικαστηρίου υποκαθιστά τον τύπο του
συμβολαιογραφικού εγγράφου, που προβλέπεται από
το ουσιαστικό δίκαιο, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως
τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης.»

Άρθρο 35

Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου
304 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται
ως εξής:

«Αν πρόκειται για αποφάσεις του προέδρου του μονο.
μελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου, το σχέδιο
συντάσσει, χρονολογεί και υπογράφει ο δικαστής που
εκδίδει την απόφαση.»

Άρθρο 36

Το άρθρο 339 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«Αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η
πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδί.
κων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες
βεβαιώσεις.»

Άρθρο 37

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 368 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώ.
μονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι
χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.»
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 370 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Τους πραγματογνώμονες μπορεί να τους αντικα.
ταστήσει για εύλογη αιτία το δικαστήριο που τους δι.
όρισε με αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως κατά
τη διαδικασία των άρθρων 686 επόμενα.»

Άρθρο 38

Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 393 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να
αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμέ.
νου τους υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ.
2. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του
περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντι.
κειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τις
είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ.»
Άρθρο 39

Η παράγραφος 1 του άρθρου 415 του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει έναν ή περισ.
σότερους διαδίκους για την αλήθεια των πραγματικών
γεγονότων.»
Άρθρο 40

1. Το άρθρο 444 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και α) τα βιβλία που
έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό
νόμο ή άλλες διατάξεις, β) τα βιβλία που δικηγόροι, συμ.
βολαιογράφοι, δικαστικοί επιμελητές, γιατροί, φαρμα.
κοποιοί και μαίες τηρούν κατά τις ισχύουσες διατάξεις,
γ) φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις,
φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση.
2. Μηχανική απεικόνιση, κατά την έννοια της παρα.
γράφου 1, είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται
από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με
ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή,
αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που
δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και
κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο
εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο
ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα
και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να
αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία.»
2. Το άρθρο 445 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νό.
μιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρί.
σθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η
δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του
εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Με τους ίδι.
ους όρους αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη και ως προς
το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων.»

Άρθρο 41

1. Το άρθρο 447 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του
εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρό.
κειται για τα βιβλία που αναφέρονται στις περιπτώσεις
α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 444.»

2. Το άρθρο 448 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα βιβλία που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄
και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 444, εφόσον είναι

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, απο.
τελούν μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεω.
μένων να τηρούν όμοια βιβλία πλήρη απόδειξη για όσα
αναφέρονται σε αυτά, αλλά επιτρέπεται η ανταπόδειξη.
Κατά προσώπων όμως που δεν έχουν υποχρέωση να
τηρούν αυτά τα βιβλία αποτελούν πλήρη απόδειξη για
το μέγεθος της απαίτησης, όταν η ύπαρξή της είναι
αποδεδειγμένη με άλλο τρόπο, και μόνο για ένα έτος
αφότου γίνει η εγγραφή, εκτός αν ο υπόχρεος αναγνώ.
ρισε με την υπογραφή του το περιεχόμενο.

2. Τα έγγραφα που αναφέρονται στην περίπτωση γ΄
της παραγράφου 1 του άρθρου 444 αποτελούν πλήρη
απόδειξη για τα γεγονότα ή πράγματα που αναγράφουν,
επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
3. Οι απεικονίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου
444 αποτελούν πλήρη απόδειξη με την επιφύλαξη του
άρθρου 445.»
Άρθρο 42

1. Το άρθρο 466 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ει.
ρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα
επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία
του δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000)
ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472.
2. Τα άρθρα 467 έως 472 εφαρμόζονται και όταν η αξία
του αντικειμένου της διαφοράς είναι μεγαλύτερη από
πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, αν ο ενάγων δηλώσει ότι
δέχεται προς ικανοποίησή του, αντί για το αντικείμενο
που ζητεί με την αγωγή χρηματικό ποσό όχι μεγαλύτερο
από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή
ο εναγόμενος καταδικάζεται διαζευκτικά να καταβάλει
είτε το αντικείμενο που ζητείται με την αγωγή είτε
την αποτίμησή του σύμφωνα με την απόφαση που θα
εκδώσει ο ειρηνοδίκης.»
2. Το άρθρο 467 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να ασκήσει με την ίδια
αγωγή όλες τις απαιτήσεις του κατά του εναγομένου, οι
οποίες δεν εξαρτώνται από αίρεση ή προθεσμία, εφό.
σον το σύνολό τους δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες

(5.000) ευρώ. Αν τις ασκήσει χωριστά, οι αγωγές δεν
απορρίπτονται, αλλά οι σχετικές δαπάνες, εκτός της
πρώτης, βαρύνουν τον ενάγοντα.»
Άρθρο 43

1. Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου
484 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας οι λέξεις «Στο
πρόγραμμα» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Στην έκθεση
περιγραφής».
2. Το άρθρο 497 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Το πρωτότυπο του ενδίκου μέσου ή η έκθεση που συ.
ντάχθηκε φυλάσσονται στο αρχείο του δικαστηρίου.»

3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 498 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως
εξής:
«Ο προσδιορισμός δικασίμου, σύμφωνα με τo προη.
γούμενο εδάφιο, προκειμένου για εφέσεις κατά απο.
φάσεων των πολυμελών και μονομελών πρωτοδικείων
που εκδικάζονται στις μεταβατικές έδρες των εφετείων
της περιφερείας τους, γίνεται κατ’ εντολήν του οικείου

προέδρου εφετών από τον προϊστάμενο του πρωτοδι.
κείου τούτου.»

Άρθρο 44

1. Το άρθρο 524 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμό.
ζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270
παράγραφοι 2, 4, 5 εδάφια α΄ και β΄, 6 και 271 έως 312.
2. Η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρ.
θρου 270 είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του
άρθρου 528, στην οποία εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις
του άρθρου 270. Εφόσον η δίκη στον πρώτο βαθμό
διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων, η κατάθεση των προ.
τάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η
κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη
ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.
3. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρ.
μόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερη.
μοδικία του ενάγοντος. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση
ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση.
4. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως
προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν
και αυτός παρών. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ερη.
μοδικίας του εκκαλούντος ως προς την αντέφεση. Ο
παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε
ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα
του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του
αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια
δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λή.
φθηκαν κατ’ αυτήν. Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδε.
κτη η συζήτηση.
5. Τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών, αν έχουν την ιδιό.
τητα του εκκαλούντος ή του εφεσιβλήτου, εκπροσωπεί
ο εισαγγελέας εφετών.»
2. Το άρθρο 528 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε
ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα
στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους
πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που
τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους
ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.»

Άρθρο 45

1. Το άρθρο 538 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Με αναψηλάφηση, μπορούν να προσβληθούν οι απο.
φάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πο.
λυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου
Πάγου εφόσον δικάζει κατ’ ουσίαν, σε κάθε δε περίπτω.
ση εφόσον πρόκειται για στηριζόμενο στον αριθμό 10
του άρθρου 544 λόγο.»

2. Στο άρθρο 544 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
προστίθεται αριθμός 10 ως εξής:
«10) αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφα.
σης επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη
εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος
στην έκδοσή της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η
παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη
απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Αν η άσκηση της ποι.
νικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας
είναι αδύνατη, η αναγνώριση της δωροληψίας ή της


ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που εκ.
δίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι
μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης,
και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες
από αυτήν.»

3. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 545 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας προστίθεται στοιχείο η΄ ως εξής:
«η) στην περίπτωση του άρθρου 544 αριθ. 10 από
το αμετάκλητο της απόφασης με την οποία αναγνω.
ρίζεται η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος του
δικαστή.»

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 545 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 εδάφια δ’, ε’,
στ’ και η’, η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν επιδοθεί προ.
ηγουμένως η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλιώς αρχίζει
από την επίδοση και το αμετάκλητο ή τη γνώση των
κρίσιμων εγγράφων ή της απόφασης που ανατράπηκε.
Τα γεγονότα που αποτελούν την αφετηρία της προθε.
σμίας των εδαφίων αυτών, πρέπει να αποδεικνύονται
με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία.»
5. Η παράγραφος 5 του άρθρου 545 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της
αναψηλάφησης είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση
της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελε.
σίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε
τελεσίδικη. Στις περιπτώσεις όμως του άρθρου 544 αριθ.
6 και 10, η αναψηλάφηση είναι απαράδεκτη μετά την
παρέλευση ενός έτους από τη δημοσίευση της αμετά.
κλητης απόφασης των ποινικών ή των πολιτικών δικα.
στηρίων. Η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει πριν από την
επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.»
6. Το άρθρο 548 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Στη διαδικασία της κατ’ αναψηλάφηση δίκης εφαρ.
μόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270
παράγραφοι 2, 4, 5 εδάφια α΄και β΄, και 6, 271 έως 312,
και 524 παράγραφος 2 επόμενα έως 534.»

7. Το άρθρο 555 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Δεύτερη αναίρεση από τον ίδιο διάδικο κατά της
ίδιας απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, δεν
επιτρέπεται.»

Άρθρο 46

1. Το άρθρο 571 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:
«Ο εισηγητής της υπόθεσης οφείλει να συντάξει συ.
νοπτική έκθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, κα.
θώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων
της, και να την καταθέσει στη γραμματεία του Αρείου
Πάγου οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να πληροφορηθούν το
περιεχόμενο της έκθεσης του εισηγητή.»

2. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 575 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παραγράφου 4 του
άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ.»

Άρθρο 47

1. Το άρθρο 603 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν ερημοδικεί ο εναγόμενος ή ο εφεσίβλητος, το δι.
καστήριο εκδικάζει την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες.
Το ίδιο γίνεται, αν ερημοδικεί ο ενάγων, ως προς την
ανταγωγή που έχει ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο, και
αν ερημοδικεί ο εκκαλών, ως προς την αντέφεση.»

2. Το άρθρο 636 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 635 υπάγο.
νται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων αν η αξία του
αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλι.
άδες (20.000) ευρώ και στην αρμοδιότητα των μονομελών
πρωτοδικείων, αν είναι ανώτερη από το ποσό αυτό.»

Άρθρο 48

1. Η παράγραφος 4 του άρθρου 691 του Κώδικα Πολιτι.
κής Δικονομίας που είχε προστεθεί με την παράγραφο
2 του άρθρου 3 του ν. 3327/2005 αντικαθίσταται ως
εξής:
«4. Για την έκδοση της προσωρινής διαταγής καλεί.
ται υποχρεωτικά ο αντίδικος πριν από είκοσι τέσσερις
(24) ώρες, εκτός αν ο δικαστής ορίσει συντομότερη
προθεσμία κλητεύσεως. Αν υφίσταται κίνδυνος βλάβης
των δικαιωμάτων του αιτούντος, η προσωρινή διαταγή
μπορεί να χορηγηθεί και χωρίς κλήτευση του αντιδί.
κου. Στην τελευταία περίπτωση, η αίτηση ασφαλιστικών
μέτρων πρέπει να συζητείται υποχρεωτικά εντός τριά.
ντα (30) ημερών, άλλως παύει αυτοδικαίως η ισχύς της
προσωρινής διαταγής. Σε κάθε περίπτωση ο αντίδικος
διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της
προσωρινής διαταγής.»
2. Στο άρθρο 691 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Η προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο
την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομι.
κής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους
επιδίδεται, μαζί με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων
επί της οποίας εκδόθηκε, στην αρχή που είναι αρμόδια
να τηρεί το βιβλίο κατασχέσεων ή το νηολόγιο ή το
Μητρώο, και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφω.
να με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714, οι οποίες
εφαρμόζονται αναλόγως.»
Άρθρο 49

Το άρθρο 693 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από
την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο δι.
καστής που το διατάσσει μπορεί να ορίσει, κατά την
κρίση του, προθεσμία για την άσκησή της, όχι όμως
μικρότερη από τριάντα (30) ημέρες.
2. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έχει οριστεί
κατά την παράγραφο 1, αίρεται αυτοδικαίως το ασφα.
λιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών, μέσα στην προθεσμία
αυτή, πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Υποβολή
νέας αίτησης δεν αποκλείεται.»
Άρθρο 50

Το άρθρο 699 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«Αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις
ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για με.
ταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με
κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.»


ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

Άρθρο 51

1. Το προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του
άρθρου 943 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικα.
θίσταται ως εξής:
«Πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα
του πλειστηριασμού γίνεται δημόσια κήρυξη στον τόπο
του πλειστηριασμού και τηρούνται συνάμα οι διατάξεις
του άρθρου 963.»

2. Στο άρθρο 943 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Αναγκαστική εκτέλεση για απόδοση ακινήτου δεν
επιτρέπεται να γίνει κατά το διάστημα α) από 23 Δε.
κεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επομένου έτους, β)
από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά
και γ) την προηγουμένη και την επομένη εβδομάδα των
εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων
στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυ.
τοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επα.
ναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που
διεξάγονται τέτοιες.»
Άρθρο 52

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 946 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του
να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο
πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά
από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον κα.
ταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση
που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως
σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ
υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα
έτος.»
2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 947 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή
να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που
παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβα.
ση χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ
υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα
έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προ.
σωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που
καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί
πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο.
Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την
παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και
στην προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση,
δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 676.»
3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 950 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Με την απόφαση που διατάζεται η απόδοση ή παρά.
δοση τέκνου καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο
να εκτελέσει αυτή την πράξη και με την ίδια απόφαση,
για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει, απαγγέλλεται
αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες
(50.000) ευρώ υπέρ του αιτούντος την απόδοση ή πα.
ράδοση ή σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος ή και
στις δύο ποινές. Αν το τέκνο δεν βρεθεί, εφαρμόζονται
οι διατάξεις των άρθρων 861 έως 866.»
Άρθρο 53

Η παράγραφος 2 του άρθρου 959 του Κώδικα Πολιτι.
κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Ο πλειστηριασμός γίνεται στο κατάστημα του ει.
ρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έγινε η κατά.
σχεση, εργάσιμη ημέρα Τετάρτη. Αν τα κατασχεμένα
πράγματα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων
ειρηνοδικείων, ο πλειστηριασμός γίνεται στο κατάστημα
του ειρηνοδικείου που ορίζει ο δικαστικός επιμελητής με
την κατασχετήρια έκθεση. Αν ο πλειστηριασμός αφορά
κινητά πράγματα ο πλειστηριασμός μπορεί να γίνει,
κατά την κρίση του δικαστικού επιμελητή είτε στο ει.
ρηνοδικείο του τόπου της εκτέλεσης είτε στον τόπο
της κατάσχεσης είτε στον τόπο που φυλάσσονται τα
πράγματα. Οι γραπτές και σφραγισμένες προσφορές,
που με ποινή ακυρότητας δεν πρέπει να περιλαμβάνουν
αίρεση ή όρο, είναι ανέκκλητες και υποβάλλονται, μαζί
με την εγγύηση του άρθρου 965 παράγραφος 1 και
το τυχόν πληρεξούσιο του άρθρου 1003 παράγραφος
2, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού είτε στο γρα.
φείο του την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα
του πλειστηριασμού κατά τις ώρες 9 το πρωί ως 2 το
απόγευμα με σύνταξη σχετικής πράξης είτε την ημέ.
ρα του πλειστηριασμού στον τόπο του από τις 4 έως
τις 5 το απόγευμα, οπότε καταχωρίζονται στην έκθεση
του πλειστηριασμού. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού
οφείλει κατά την έναρξη του πλειστηριασμού να κατα.
χωρίσει στην έκθεσή του τα στοιχεία ταυτότητας των
πλειοδοτών που έχουν ήδη καταθέσει προσφορές και
τις εγγυήσεις τους. Στις 5 το απόγευμα και εφόσον
δεν υπάρχει άλλος πλειοδότης, ο οποίος αναμένει να
καταθέσει προσφορά, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού
κηρύσσει περαιωμένη τη διαδικασία συγκέντρωσης των
προσφορών και αμέσως μετά προβαίνει δημόσια στην
αποσφράγισή τους, καταχωρίζοντας το περιεχόμενό
τους στην έκθεσή του. Αν υποβλήθηκε μία μόνο γρα.
πτή προσφορά, τα πράγματα που πλειστηριάζονται κα.
τακυρώνονται στο μοναδικό πλειοδότη, ακόμα και αν
δεν παρευρίσκεται στον τόπο του πλειστηριασμού. Αν
υποβλήθηκαν δύο ή περισσότερες γραπτές προσφορές
ο πλειστηριασμός συνεχίζεται μέσω της υποβολής προ.
φορικών προσφορών μόνο μεταξύ των δύο πλειοδοτών
που προσέφεραν τη μεγαλύτερη τιμή με τις γραπτές
προσφορές. Αν: α) δύο ή περισσότεροι πλειοδότες κα.
τέθεσαν γραπτές προσφορές με ίση μεγαλύτερη τιμή,
η διαδικασία των προφορικών προσφορών συνεχίζεται
μεταξύ αυτών, β) η γραπτή προσφορά με τη μεγαλύτε.
ρη τιμή είναι μία, και δύο ή περισσότεροι πλειοδότες
έχουν καταθέσει ίσες γραπτές προσφορές με την αμέ.
σως χαμηλότερη τιμή, στη διαδικασία των προφορικών
προσφορών μετέχουν και οι πλειοδότες αυτοί. Οι προ.
φορικές προσφορές υποβάλλονται αμέσως μετά προς
τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος μετά την
ολοκλήρωσή τους προβαίνει στην κατακύρωση. Η κα.
τακύρωση γίνεται προς τον πλειοδότη που προσφέρει
τη μεγαλύτερη τιμή, αφού πρώτα γίνει τρεις φορές
πρόσκληση για μεγαλύτερη προφορική προσφορά. Αν
δεν υπάρξει προφορική προσφορά τα πράγματα που
πλειστηριάζονται κατακυρώνονται σε όποιον υπέβαλε
τη γραπτή προσφορά με τη μεγαλύτερη τιμή, ακόμη
και αν δεν παρευρίσκεται στον τόπο του πλειστηρι.
ασμού. Σε περίπτωση ίσων γραπτών προσφορών με
τη μεγαλύτερη τιμή χωρίς να υποβληθεί προφορική
προσφορά, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διενερ.
γεί αμέσως κλήρωση, από την οποία αναδεικνύεται ο
υπερθεματιστής.»

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

Άρθρο 54

1. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου
960 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται
ως εξής:
«Απόσπασμα της περίληψης αυτής, που περιλαμβά.
νει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η
εκτέλεση, συνοπτική περιγραφή των κατασχεθέντων
κινητών, την τιμή πρώτης προσφοράς, το όνομα και την
ακριβή διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού,
καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλει.
στηριασμού, δημοσιεύεται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες
πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού σε Ιστοσελίδα
Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών
Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενι.
αίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων, καθώς και
σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται
στο δήμο όπου βρίσκεται ο τόπος του πλειστηριασμού
και αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα σε κύριο φύλλο
καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στην περιφερει.
ακή ενότητα, διαφορετικά στην έδρα της περιφέρειας,
όπου υπάγεται ο δήμος.»

2. Τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παραγράφου 2
του άρθρου 960 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κα.
ταργούνται.
Άρθρο 55

Το άρθρο 963 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι.
καθίσταται ως εξής:

«Την ημέρα του πλειστηριασμού και αμέσως πριν αυ.
τός αρχίσει πρέπει να γίνεται κήρυξη από κήρυκα στον
τόπο του πλειστηριασμού και αυτό να αναφερθεί στην
έκθεση του πλειστηριασμού.»

Άρθρο 56

Η περίπτωση 3 του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή
εξαρτημένης εργασίας, οι απαιτήσεις των δασκάλων,
καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και απο.
ζημιώσεις των δικηγόρων είτε αμείβονται κατά υπόθε.
ση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν
μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία
ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. Οι αποζημιώσεις
λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, καθώς και οι
απαιτήσεις των δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης
της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην
τάξη αυτή ανεξαρτήτως του χρόνου στον οποίο προέ.
κυψαν. Στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις των
φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας γενικής
γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, εφόσον προέκυ.
ψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη
της πτώχευσης. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε
ποσοστά, κατά το άρθρο 977, γίνεται μετά την ικανο.
ποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής.»

Άρθρο 57

Στο άρθρο 983 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προ.
στίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύμα.
τος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή
σε οποιοδήποτε κατάστημά του.»
Άρθρο 58

1. Μετά το άρθρο 991 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
προστίθεται άρθρο 991Α ως εξής:
«Άρθρο 991Α

Αν αντικείμενο της κατάσχεσης είναι κινητές αξίες ή
χρηματοπιστωτικά μέσα που τηρούνται σε άυλη μορφή
και εκποιούνται σε χρηματιστήριο ή άλλη ρυθμιζόμενη
αγορά που λειτουργεί στην ημεδαπή, εφαρμόζονται
αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 983 επόμενα. Η
κατάσχεση θεωρείται ως κατάσχεση πράγματος που
βρίσκεται στα χέρια τρίτου. Η εκποίηση των κινητών αξι.
ών ή των χρηματοπιστωτικών μέσων που κατασχέθηκαν
γίνεται στο πλαίσιο δημόσιου αναγκαστικού πλειστηρι.
ασμού, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται σε
αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»

2. Μετά το άρθρο 991Α προστίθεται άρθρο 991 Β ως
εξής:
«Άρθρο 991Β

Αν αντικείμενο της κατάσχεσης είναι μερίδια οργανι.
σμών συλλογικών επενδύσεων, εφαρμόζονται αναλόγως
οι διατάξεις των άρθρων 983 επόμενα. Η κατάσχεση
θεωρείται ως κατάσχεση απαίτησης στα χέρια τρίτου
και καταλαμβάνει την αξίωση του οφειλέτη για εξαγορά
των μεριδίων. Ως τρίτος προς τον οποίον επιδίδεται
το προβλεπόμενο στο άρθρο 983 έγγραφο νοείται η
εταιρεία διαχείρισης που έχει εκδώσει τα μερίδια.»

Άρθρο 59

1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 998
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν
σαράντα ημέρες από την ημέρα που έγινε η κατάσχε.
ση, από την 1η Αυγούστου έως και τις 15 Σεπτεμβρίου,
καθώς και την προηγουμένη και την επομένη Τετάρτη
της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών,
αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργά.
νων Τοπικής Αυτοδιοίκησης.»

2. Μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου της
παραγράφου 4 του άρθρου 998 του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές
εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται
τέτοιες.»

Άρθρο 60

1. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου
999 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται
ως εξής:
«Απόσπασμα της περίληψης αυτής, το οποίο πρέπει να
περιέχει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’
ου η εκτέλεση, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου κατά
το είδος, τη θέση και την έκτασή του με τα συστατικά
αυτού, μνεία του αριθμού των εγγεγραμμένων υποθηκών
και προσημειώσεων, την τιμή της πρώτης προσφοράς,
το όνομα και την ακριβή διεύθυνση του υπαλλήλου του
πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την
ώρα του πλειστηριασμού, δημοσιεύεται σε Ιστοσελίδα
Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών
Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενι.
αίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων, καθώς και
σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται
στο δήμο όπου βρίσκεται ο τόπος του πλειστηριασμού
και, αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα, δημοσιεύεται
σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται
στο δήμο όπου βρίσκεται ο τόπος του πλειστηριασμού


ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

και, αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα, δημοσιεύεται
σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας, που εκδίδεται
στην περιφερειακή ενότητα, διαφορετικά στην έδρα
της περιφέρειας, όπου υπάγεται ο δήμος, δεκαπέντε

(15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα του πλει.
στηριασμού.»
2. Τα εδάφια πέμπτο και έκτο της παραγράφου 3 του άρ.
θρου 999 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργούνται.
Άρθρο 61

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1021 του Κώδικα Πολι.
τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική από.
φαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλει.
στηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία
αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται
από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται
στην παράγραφο 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για
κινητό, ή του άρθρου 995, αν πρόκειται για ακίνητο.»

Άρθρο 62

Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1047 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις
περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος, και για απαι.
τήσεις από αδικοπραξίες. Η διάρκεια της προσωπικής
κράτησης ορίζεται με την απόφαση, έως ένα έτος. Η
αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης μπορεί να
ασκηθεί και αυτοτελώς. Στην περίπτωση αυτή εκδικά.
ζεται κατά το άρθρο 270 και υπάγεται στο μονομελές
πρωτοδικείο. Η αγωγή αυτή, όταν ασκείται αυτοτελώς,
εισάγεται είτε στο δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας
του εναγομένου, είτε στο δικαστήριο που είναι κατά
τόπον αρμόδιο για την απαίτηση. Αίτηση απαγγελίας
προσωπικής κράτησης που περιέχεται σε αγωγή για την
απαίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία στην οποία
υπάγεται η αγωγή.
2. Δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση
δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό
δικαστήριο ή για απαίτηση μικρότερη από τριάντα χι.
λιάδες (30.000) ευρώ.»
Άρθρο 63

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 1049 του Κώδικα Πο.
λιτικής Δικονομίας προστίθενται περιπτώσεις δ΄ έως
στ΄ ως εξής:

«δ) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επόμε.
νου έτους, ε) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή
του Θωμά και στ) την προηγούμενη και την επόμενη
εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών,
αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργά.
νων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει
και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περι.
φέρειες που διεξάγονται τέτοιες.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 64
Τροποποίηση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων
και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών


Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του
ν. 1756/1988 (Α΄ 35) αντικαθίσταται ως εξής:

«το μονομελές εφετείο (πολιτικό) από πρόεδρο εφε.
τών ή εφέτη, και το τριμελές εφετείο (πολιτικό ή ποινικό)
από πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες.»

Άρθρο 65

1. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρα.
γράφου 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικο.
νομίας, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με
την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του ν. 3900/2010 (Α΄
213), αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του
ν. 2523/1997 (Α΄ 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρ.
θρο 51 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), εφαρμόζονται για την
εκδίκαση των προσφυγών αυτών.»

2. Η παράγραφος 5 του άρθρου 79 του Κώδικα Διοικη.
τικής Δικονομίας, όπως ίσχυε πριν από τη θέση σε ισχύ
του ν. 3900/2010, αναριθμείται σε παράγραφο 6.
3. Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου
79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η οποία προστέ.
θηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 20 του ν. 3900/
2010, το ρήμα «διακριθεί» αντικαθίσταται με το ρήμα
«διακριβωθεί».
4. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 277 του Κώδικα
Διοικητικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με την
παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010, προστί.
θενται τα εξής:
«Ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται η διαφορά
του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.

Για την έφεση και την αντέφεση ως αντικείμενο της
διαφοράς, όταν από το νόμο προβλέπεται η υποβολή
δήλωσης του φορολογουμένου πριν από την έκδοση
της σχετικής πράξης, θεωρείται η διαφορά του κύριου
φόρου, που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντι.
στοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με
την απόφαση.

Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται η υποβολή δή.
λωσης, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται το ποσό
που καθορίστηκε στην πρωτόδικη απόφαση.»

5. Μετά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρ.
θρου 13 του ν. 2523/1997, όπως η παράγραφος αυτή
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3900/2010, προ.
στίθενται τα εξής:
«Ο διοικητικός φάκελος με αναλυτική έκθεση των
απόψεων της διοικητικής αρχής αποστέλλεται στο δι.
καστήριο εντός δεκαπέντε ημερών από την επίδοση,
κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 126 του Κώδικα
Διοικητικής Δικονομίας, της προσφυγής.»

6. Οι προηγούμενες παράγραφοι εφαρμόζονται και
στις εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του ν.
3900/2010 υποθέσεις.
7. Η παράγραφος 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Δι.
οικητικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με την
παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010, δεν εφαρ.
μόζεται στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του
νόμου αυτού διαφορές.
Άρθρο 66

Το άρθρο 61 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαθίσταται
ως εξής:

«Άρθρο 61

Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών των
Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων αυξάνονται ως εξής:


ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

1. Από την 1η Ιανουαρίου 2011:
α) των Προέδρων Εφετών κατά τέσσερις και ο συνο.
λικός τους αριθμός ορίζεται σε εξήντα τρεις,
β) των Εφετών κατά δεκαπέντε και ο συνολικός τους
αριθμός ορίζεται σε διακόσιους είκοσι,
γ) των Προέδρων Πρωτοδικών κατά τέσσερις και ο
συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε εκατόν δύο, και
δ) των Παρέδρων . Πρωτοδικών κατά είκοσι πέντε και
ο συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε τετρακόσιους
πενήντα δύο.

2. Από την 1η Ιανουαρίου 2012:
α) των Προέδρων Εφετών κατά τέσσερις και ο συνο.
λικός τους αριθμός ορίζεται σε εξήντα επτά,
β) των Εφετών κατά δεκαπέντε και ο συνολικός τους
αριθμός ορίζεται σε διακόσιους τριάντα πέντε,
γ) των Προέδρων Πρωτοδικών κατά τέσσερις και ο
συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε εκατόν έξι, και
δ) των Παρέδρων . Πρωτοδικών κατά είκοσι πέντε και
ο συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε τετρακόσιους
εβδομήντα επτά.

3. Από την 1η Ιανουαρίου 2013:
α) των Προέδρων Εφετών κατά τέσσερις και ο συνο.
λικός τους αριθμός ορίζεται σε εβδομήντα ένα,
β) των Εφετών κατά δεκαπέντε και ο συνολικός τους
αριθμός ορίζεται σε διακόσιους πενήντα,
γ) των Προέδρων Πρωτοδικών κατά τέσσερις και ο
συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε εκατόν δέκα, και
δ) των Παρέδρων . Πρωτοδικών κατά είκοσι πέντε και ο
συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε πεντακόσιους δύο.»

Άρθρο 67

1. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου
99 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή αντικαταστάθηκε
με το άρθρο 6 παράγραφος 5 του ν. 3090/2002 (A΄
329), η φράση «στην παράγραφο 2 του άρθρου 100Α»
αντικαθίσταται με τη φράση «στην παράγραφο 3 του
άρθρου 100».
2. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου
5 του ν. 3126/2003 (A΄ 66), όπως το άρθρο αυτό αντι.
καταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3961/2011 (A΄ 97), η
φράση «τέταρτου εδαφίου» αντικαθίσταται με τη φράση
«τρίτου εδαφίου».
3. Στο δεύτερο στίχο της παραγράφου 1 του άρθρου
100 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το
άρθρο 3 του ν. 3904/2010 (A΄ 218), μετά τις λέξεις «τρία
έτη» τίθενται οι λέξεις «και μέχρι πέντε έτη».
Άρθρο 68

Η παράγραφος 5 του άρθρου 6 του νομοθετικού δι.
ατάγματος 3026/1954 (Α΄ 235) όπως προστέθηκε με το
άρθρο 33 του ν. 3910/2011 (Α΄ 11) συμπληρώνεται ως
εξής:

α) Στο πρώτο εδάφιο μετά τη λέξη «Εισαγγελία» προ.
στίθενται οι λέξεις «ή στο Ειρηνοδικείο».

β) Στο δεύτερο εδάφιο μετά τη λέξη «Εισαγγελίας»
προστίθενται οι λέξεις «ή του Ειρηνοδικείου».

Άρθρο 69

Στην παράγραφο 6 του άρθρου 73 του ν. 2812/2000 (Α΄
67), όπως ισχύει, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Η ανωτέρω ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τους προϊ.
σταμένους των τμημάτων Τεκμηρίωσης και Πληροφο.
ρικής.»

 Άρθρο 70

Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 144/1942 (Α΄
189) αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του
ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως
υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώ.
σεως πλειστηριασμού.»
Άρθρο 71

Στην παράγραφο 6 του άρθρου 14 του ν. 3917/2011 (Α΄
22) προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Ομοίως, καταργείται η περίπτωση γ΄ της παραγράφου
2 του άρθρου 3 του ν. 2472/1997, όπως αυτή προστέθηκε
με το άρθρο 12 παράγραφος 1 του ν. 3873/2009 (Α΄ 136).»

Άρθρο 72

Μεταβατικές διατάξεις

1. Όλα τα χρηματικά ποσά που ορίζουν οι διατάξεις
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σε ευρώ, επιτρέπε.
ται να αυξομειώνονται με διατάγματα που εκδίδονται
ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Δια.
φάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
2. Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του παρόντος νό.
μου είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές
πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως
είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται
από το προγενέστερο δίκαιο.
3. Οι διατάξεις των άρθρων 214Α και 233 παράγραφοι
2.4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και
στις αγωγές που ασκήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος
του και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί.
4. Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό
των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής
τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά
το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Στα ένδικα
μέσα που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος
του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι διατάξεις της
παραγράφου 2.
5. Οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση, διατάξεις
του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που
αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του. Τα άρθρα 959
παράγραφος 2, 963 και 975 παράγραφος 3 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και επί πλειστηρι.
ασμών, που θα διενεργηθούν μετά την έναρξη ισχύος
του παρόντος.
6. Οι διατάξεις των άρθρων 960 παράγραφος 2 εδάφιο
β΄ και 999 παράγραφος 3 εδάφιο β΄ του Κώδικα Πολιτι.
κής Δικονομίας θα τεθούν σε εφαρμογή με προεδρικό
διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού
Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
και θα εξειδικεύει τους όρους δημιουργίας της κατάλλη.
λης υποδομής της Ιστοσελίδας Δημοσιεύσεων Πλειστη.
ριασμών, τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και τις λοιπές
λεπτομέρειες για τη δημοσίευση του αποσπάσματος
της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης.
7. Η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 119 του
Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας θα τεθεί σε εφαρμογή με
προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του
Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων, στο οποίο θα ορίζονται οι ειδικότερες
προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται.
8. Η κατάθεση της αγωγής με ηλεκτρονικά μέσα, η
σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης με ηλεκτρονικά μέσα

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

και η τήρηση του ηλεκτρονικού αρχείου αγωγών όπως
αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 215 του
Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας θα τεθεί σε εφαρμογή με
προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του
Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων, και στο οποίο θα ορίζονται οι ειδικότερες
προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, καθώς και
ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται και θα αποδεικνύ.
εται η με ηλεκτρονικά μέσα κατάθεση της αγωγής, η
με ηλεκτρονικά μέσα σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης
της αγωγής και η τήρηση του ηλεκτρονικού αρχείου
αγωγών.

9. Οι διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρ.
θρου 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας θα τεθούν
σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί
ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Δια.
φάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και στο οποίο
θα ορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της και ει.
δικότερα η διεξαγωγή της συζήτησης και η εξέταση
προσώπων από το δικαστήριο με τεχνολογικά μέσα,
όταν τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται εκτός της αίθουσας
του δικαστηρίου και σε άλλο τόπο.
10. Η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 122 του
Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας θα τεθεί σε εφαρμογή με
προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του
Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων, στο οποίο θα ορίζονται οι ειδικότερες
προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται.
11. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και
Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
προσδιορίζεται ειδικότερα ο τρόπος καταβολής και εί.
σπραξης τελών και ενσήμων για τα δικόγραφα που
κατατίθενται και επιδίδονται ηλεκτρονικά.
12. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1047 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται και στις αγωγές που
εκκρεμούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος.
13. Στην αρμοδιότητα των μονομελών δικαστηρίων
του άρθρου 19 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας υπά.
γονται οι εφέσεις που ασκούνται μετά τη δημοσίευση
του παρόντος νόμου.
14. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού
διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που
ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νό.
μου.
Άρθρο 73
Καταργούμενες διατάξεις

1. Με τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταρ.
γούνται:
α) Η παράγραφος 1 του άρθρου 90 του νομοθετικού
διατάγματος 17.7/13.8.1923.
β) Οι περιπτώσεις ιδ΄ και ιε΄ της υποπαραγράφου 1
της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. δ. 1017/1971 (Α΄
209).

γ) Το άρθρο 64 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77).

Άρθρο 74

1. Οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι οποίοι δεν έχουν προβεί
σε σύσταση Λογαριασμού Ενίσχυσης και Αλληλοβοή.
θειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ), κατ’ εφαρμογή της διάταξης
του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1), μέσα στην
ταχθείσα από τη διάταξη αυτή προθεσμία, μπορεί να
προβούν σε σύσταση ΛΕΑΔ, με απόφαση της Γενικής
Συνέλευσης των μελών τους, και όταν τα μέλη τους
υπολείπονται των είκοσι.

2. Λογαριασμοί Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγό.
ρων οι οποίοι συστήθηκαν από δικηγορικούς συλλόγους
μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 31 παρ. 2
του ν. 2676/1999, λογίζονται νομίμως συσταθέντες.
3. Δικηγορικός σύλλογος που συστήνει ΛΕΑΔ, μπορεί
να μεταβιβάσει σε αυτόν, χωρίς την καταβολή φόρου,
τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, οργανισμού
τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων προσώπων, πάγια περι.
ουσιακά στοιχεία που περιήλθαν αυτοδικαίως σε αυτόν,
κατά την παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 2676/1999 ως καθο.
λικό διάδοχο του καταργηθέντος κατά την παράγραφο 1
του άρθρου τούτου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων. Τούτο
ισχύει και ως προς τους ΛΕΑΔ που συστήθηκαν από
δικηγορικούς συλλόγους μετά την εκπνοή της προθε.
σμίας του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 2676/1999.
4. Ορίζεται ως πόρος των ΛΕΑΔ ποσοστό 5% επί των
κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 96 του ν.δ. 3026/
1954 «Κώδικας Δικηγόρων» (Α΄ 235) «ποσών αναφοράς»,
προκαταβαλλόμενο από δικηγόρους που είναι μέλη του
οικείου ΛΕΑΔ στον αντίστοιχο Δικηγορικό Σύλλογο,
προς απόδοση στο ΛΕΑΔ, επί διενεργείας παραστά.
σεων ή παροχής υπηρεσιών που προβλέπει η ως άνω
διάταξη. Για την αναπροσαρμογή του ποσοστού τούτου
έχει εφαρμογή η παράγραφος 2 του άρθρου 96 του
Κώδικα Δικηγόρων.
5. Εγκρίνονται και ισχυροποιούνται οι γενόμενες μέχρι
τώρα εκ μέρους Δικηγορικών Συλλόγων, προς απόδο.
ση στον αντίστοιχο ΛΕΑΔ, παρακρατήσεις ποσοστού
από προεισπραχθείσες δικηγορικές αμοιβές κατά την
παράγραφο 7 του άρθρου 96 του Κώδικα Δικηγόρων ή
εισπράξεις από δικηγόρους, προς απόδοση στον αντί.
στοιχο ΛΕΑΔ, προκαταβληθέντων ποσοστών επί «ποσών
αναφοράς», επί διενεργείας παραστάσεων ή παροχής
υπηρεσιών κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 96 του
Κώδικα Δικηγόρων.
6. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του παρό.
ντος άρθρου καταλαμβάνουν και την έκδοση της κοινής
απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και
Κοινωνικής Ασφάλισης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας
και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δυνάμει της παρεχόμε.
νης με τη δεύτερη πρόταση του πρώτου εδαφίου της
παραγράφου 1 του άρθρου 96 του Κώδικα Δικηγόρων
νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.
Άρθρο 75

1. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου
432 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαλείφεται η
φράση «ή του κλητηρίου θεσπίσματος».
2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 432 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προστίθεται εδάφιο ως
εξής:
«Στην περίπτωση αυτή δεν είναι αναγκαίος ο διορισμός
συνηγόρου σύμφωνα με τα άρθρα 340 παρ. 1 και 376.»

3. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου
10 του ν. 3213/2003 (Α΄ 309) αντικαθίσταται ως εξής: «Για
την κατηγορία, εφόσον γι’ αυτήν έχει ασκηθεί δίωξη ή
απαγγελθεί κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος, απο.
φαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό το συμβούλιο
των εφετών.»
4. Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών πο.
λιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αυξάνονται ως εξής:

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

α) των προέδρων εφετών κατά μία και ο συνολικός
τους αριθμός ορίζεται σε εκατόν τέσσερις, β) των ει.
σαγγελέων εφετών κατά τρεις και ο συνολικός τους
αριθμός ορίζεται σε σαράντα τέσσερις, γ) των εφετών
κατά δεκαέξι και ο συνολικός τους αριθμός ορίζεται
σε τετρακόσιες είκοσι, δ) των αντεισαγγελέων εφετών
κατά επτά και ο συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε
εκατόν έντεκα, με ισάριθμη μείωση των προβλεπόμενων
οργανικών θέσεων στον εισαγωγικό βαθμό.

5. Στο άρθρο 9 του ν. 3907/2011 (Α΄ 7) προστίθεται
παράγραφος 9 ως εξής:
«9. Για τους δικηγόρους που διορίζονται στη θέση του
διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής,
καθώς και στη θέση του διευθυντή της Κεντρικής Υπη.
ρεσίας Ασύλου αναστέλλεται η άσκηση του δικηγορικού
λειτουργήματος καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους
στις ως άνω θέσεις. Η ισχύς της παρούσας παραγρά.
φου αρχίζει από τη δημοσίευση του ν. 3907/2011 στην
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
Άρθρο 76

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 52 του ν. 3691/2008 (Α΄
166) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Στα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 5 που παρα.
βαίνουν τις υποχρεώσεις τους από τις διατάξεις του
παρόντος νόμου, των σχετικών κανονισμών και αποφά.
σεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των υπουργικών απο.
φάσεων και των αποφάσεων της Αρχής του άρθρου
7 ή των αρμόδιων αρχών, επιβάλλονται με αποφάσεις
των τελευταίων, σωρευτικά ή διαζευκτικά, είτε η λήψη
συγκεκριμένων διορθωτικών μέτρων εντός τακτού χρο.
νικού διαστήματος, είτε μία ή περισσότερες από τις
κατωτέρω κυρώσεις:
α) Στα υπόχρεα νομικά πρόσωπα:

i) πρόστιμο σε βάρος του νομικού προσώπου από δέκα
χιλιάδες (10.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000)
ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής από πενήντα χιλιά.
δες (50.000) μέχρι δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ,

ii) πρόστιμο σε βάρος των μελών του διοικητικού συμ.
βουλίου, του διευθύνοντος συμβούλου, των διευθυντικών
στελεχών ή άλλων υπαλλήλων του νομικού προσώπου,
υπεύθυνων για την τέλεση των παραβάσεων ή ασκού.
ντων ανεπαρκή έλεγχο ή εποπτεία επί των υπηρεσιών,
υπαλλήλων και δραστηριοτήτων του νομικού προσώ.
που, λαμβανομένης υπόψη της θέσης ευθύνης και των
εν γένει καθηκόντων τους, από πέντε χιλιάδες (5.000)
μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και σε περίπτω.
ση υποτροπής από δέκα χιλιάδες (10.000) μέχρι εκατό
χιλιάδες (100.000) ευρώ,

iii) απομάκρυνση των ανωτέρω προσώπων από τη θέση
τους, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, και απαγόρευση
ανάληψης άλλης αντίστοιχης θέσης,

iν) απαγόρευση της άσκησης ορισμένων δραστηριο.
τήτων του νομικού προσώπου, της ίδρυσης νέων υπο.
καταστημάτων στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα ή της
αύξησης του Μετοχικού Κεφαλαίου αν πρόκειται για
ανώνυμη εταιρεία,

ν) σε περίπτωση σοβαρών ή/και επανειλημμένων πα.
ραβάσεων, οριστική ή προσωρινή ανάκληση ή αναστολή
για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα της άδειας λειτουρ.

γίας του νομικού προσώπου ή απαγόρευση της άσκησης

της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

β) Στα υπόχρεα φυσικά πρόσωπα:

i) τα πρόστιμα της περίπτωσης α΄ στοιχείο ii,

ii) οριστική ή προσωρινή απαγόρευση της άσκησης
της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής τους δραστη.
ριότητας.

Καμία κύρωση δεν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη
κλήτευση προς παροχή εξηγήσεων των νόμιμων εκπρο.
σώπων του νομικού προσώπου ή των υπεύθυνων για
την τέλεση της παράβασης φυσικών προσώπων, κατά
περίπτωση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο
51 παράγραφος 3.»

2. Στο άρθρο 3 του ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270) προστίθεται
εδάφιο τελευταίο ως εξής:
«Οι σχετικές αποφάσεις και τα βουλεύματα αποστέλ.
λονται από τις δικαστικές αρχές στην Τράπεζα της
Ελλάδος, η οποία, με ευθύνη της, τα διαβιβάζει αμέσως
στις διατασσόμενες από αυτές τράπεζες.»

Άρθρο 77
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει
από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερ.
νήσεως, εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επί μέρους
διατάξεις του.

2. Στο άρθρο 3 του ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270) προστίθεται
εδάφιο τελευταίο ως εξής:
«Οι σχετικές αποφάσεις και τα βουλεύματα αποστέλ.
λονται από τις δικαστικές αρχές στην Τράπεζα της
Ελλάδος, η οποία, με ευθύνη της, τα διαβιβάζει αμέσως
στις διατασσόμενες από αυτές τράπεζες.»

Παραγγέλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως
νόμου του Κράτους.

 Αθήνα, 19 Ιουλίου 2011

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΡΕΠΠΑΣ

ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΑΝΗΣ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ
ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κρά.
τους

Αθήνα, 20 Ιουλίου 2011

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ

ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ 34 * ΑΘΗΝΑ 104 32 * ΤΗΛ. 210 52 79 000 * FAX 210 52 21 004

*01001652507110016*


Σχόλια